Ο Φίλιππος Πλιάτσικας μετατρέπει μία sold out γιορτή στο Christmas Theater σε έναν δίσκο – ντοκουμέντο.
Το να αποτυπώσεις σε ηχογράφηση ένα βράδυ που έμοιαζε με συνάντηση ζωής είναι ριψοκίνδυνο. Ο Φίλιππος Πλιάτσικας το επιχείρησε και, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, κέρδισε το στοίχημα.
Η συναυλία που γέμισε ασφυκτικά το Christmas Theater πέρυσι τον Ιανουάριο, με φίλους επί σκηνής και εκατοντάδες ακόμη στην πλατεία, επιστρέφει τώρα ως ζωντανό άλμπουμ. Τίτλος του, «Γελωτοποιός (Ανθολόγιο για τρεις δεκαετίες) [Live at Christmas Theater]» – ένα άκουσμα – χρονογράφημα που συμπυκνώνει ιστορίες, πρόσωπα και τραγούδια που σημάδεψαν τριάντα χρόνια διαδρομής.
Ήταν, εξ αρχής, μία βραδιά μοιρασμένη ανάμεσα στη συγκίνηση και στην ευγνωμοσύνη. Ο ίδιος ο Φίλιππος Πλιάτσικας διάλεξε να την περιγράψει ως εξής:
«Χρόνια, αναμνήσεις και τραγούδια πάνω από 3 δεκαετίες έδωσαν ραντεβού ένα βράδυ στο Christmas Theater. Ήρθαν κι οι φίλοι να με συναντήσουν. Η Νατάσσα, η Ελεωνόρα, ο Μίλτος, ο Φοίβος κι άλλοι πολλοί. Άλλοι με το σώμα κι άλλοι με την ψυχή. Μου χάρισαν και τραγούδια τους. Τα πιο πολύτιμα δώρα τους να μπλεχτούν με τα δικά μου. Η Χαρούλα μας μ’ εκείνο το σπαρακτικό “Εσύ με ξέρεις πιο πολύ” που κάποια στιγμή μας ένωσε για πάντα. Ο Γεράσιμος κι ο Θέμης πέρασαν μία βόλτα με το θαυμαστό τους “Σ’ έχω βρει και σε χάνω” όπως τους γνώρισα ένα απόγευμα στο “Μετρόπολις”.
Ο Φοίβος μ’ ένα “Καθρέφτη” που συνεχώς έχω μπροστά μου και με είχε συνεπάρει τόσο. Πόσο ήθελα από χρόνια να εξομολογηθώ σ’ αυτό τον καθρέφτη τραγουδώντας. Ο Μάνος όπως πάντα ήταν πάλι εκεί, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου σε μία σκηνή ήταν εκεί. Κι ήταν και τώρα. Περιπλανιόταν κάπου έξω απ’ το χώρο με τις βαριές σκέψεις του και το παλιομοδίτικο μπουφάν του όταν του αφιερώσαμε με τον Μιλτο τα “Blues της άγριας νιότης”. Τα αδέλφια μου ήταν εκεί.
Ο Μπάμπης ο αγαπημένος μου και μοναδικός συνοδοιπόρος που τα έχουμε δει και τα έχουμε κάνει όλα μαζί. Κι ο Λευτέρης ο πιο όμορφος άνθρωπος με την πιο μεγάλη καρδιά που δεν μπόρεσα ποτέ να του μοιάσω. Θέλει πολλά κότσια να έχεις τόσο καλή ψυχή. Μου χάρισαν κι ένα καινούργιο τραγούδι κάποιοι νέοι φίλοι απ’ την Βόρεια Γαλλία.
Οι Celtic Social Club. Σαν να ήθελαν κι αυτοί να είναι μέρος της γιορτής. Τον “Γελωτοποιό”.. Τον έκανα τίτλο του άλμπουμ για προφανείς λόγους.. Η “Πόλη χιόνι” φεύγοντας εκείνο το βράδυ μετά τη συναυλία άνοιξε την αγκαλιά της και χώθηκα μέσα της όπως ποτέ άλλοτε. Σαν να περίμενε από χρόνια αυτά τα μαγικά ανταμώματα. Σαν να της τα χρωστούσα. Τα παραδίδω λοιπόν με πολλή αγάπη. Φίλιππος».
Η επιλογή του τίτλου δεν είναι τυχαία. Ο «Γελωτοποιός» – ένα νέο τραγούδι των Celtic Social Club, ντυμένο στα ελληνικά από τον Νίκο Βλαντή – λειτουργεί σαν μεταφορά για τον ρόλο του τραγουδοποιού που, με χιούμορ και ευαισθησία, ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό.
Στην ίδια γραμμή, το «Πόλη Χιόνι» επιστρέφει με νέα, δυναμική ενορχήστρωση: πιο σφιχτό ρυθμικό στήσιμο, ηλεκτρικές πινελιές που κλιμακώνουν χωρίς να σκεπάζουν το συναίσθημα, και μία ερμηνεία που δείχνει γιατί το τραγούδι έχει διαχρονική αντοχή. Είναι το είδος της ανανέωσης που σέβεται την αρχική αύρα και ταυτόχρονα ανοίγει χώρο για μία νέα ανάγνωση.
Η βραδιά, όπως αποτυπώνεται στο άλμπουμ, δεν ήταν μόνο προσωπική αναδρομή. Ήταν και ένα άτυπο μωσαϊκό της σύγχρονης ελληνικής σκηνής. Η «εμφάνιση» της Χαρούλας Αλεξίου με το «Εσύ Με Ξέρεις Πιο Πολύ» υπενθύμισε πόσο βαθιά ριζώνουν κάποια τραγούδια στις κοινές μας μνήμες. Το πέρασμα του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Θέμη Καραμουρατίδη με το «Σ’ Έχω Βρει Και Σε Χάνω» φώτισε μία από τις ωραιότερες σύμπραξεις δημιουργών της τελευταίας εικοσαετίας.
Ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο «Καθρέφτης» πρόσφεραν τον δικό τους αναστοχασμό. Κι ύστερα, ένα άγγιγμα μνήμης: ο Μάνος Ξυδούς, σχεδόν σαν σκιά στα παρασκήνια, και το αφιερωμένο «Blues Της Άγριας Νιότης», μία υπενθύμιση της καταγωγής και των δεσμών που δεν λύνονται.
Πέρα από τα πρόσωπα, το ίδιο το live στήνεται με την οικονομία ενός καλά δουλεμένου θεάτρου: σκαρφαλώνει και κατεβαίνει σε εντάσεις, αφήνει τον χώρο να αναπνεύσει, εμπιστεύεται τα σιωπηλά διαλείμματα όσο και τις μεγάλες κορυφώσεις. Η μπάντα παίζει με ασφάλεια και ευελιξία ενώ οι απαντήσεις του κοινού δίνουν εκείνο το παραπάνω κόκκο αλήθειας που μόνο η ζωντανή ηχογράφηση μπορεί να φυλακίσει.
Ως σύνολο, το «Γελωτοποιός (Ανθολόγιο για τρεις δεκαετίες) [Live at Christmas Theater]» δεν είναι απλώς ένα σουβενίρ μίας sold out βραδιάς στην Αθήνα. Είναι ένας δίσκος – ντοκουμέντο που διαβάζεται σαν ευχαριστήρια επιστολή: προς τους φίλους – συνοδοιπόρους, προς τους ακροατές που μεγαλώνουν μαζί με τα τραγούδια, προς μία πόλη που «άνοιξε την αγκαλιά της». Δεν κρύβει τις ρίζες του, δεν φοβάται να δείξει τις ρυτίδες του, και γι’ αυτό ακριβώς πείθει.
Αν κάτι μένει όταν σβήσουν τα φώτα, είναι η αίσθηση ότι οι καλές ιστορίες ξαναγράφονται κάθε φορά που τις μοιράζεσαι. Αυτό κάνει κι εδώ ο Φίλιππος Πλιάτσικας: παίρνει το υλικό μίας ζωής επί σκηνής και το γυρίζει προς το φως, σαν καθρέφτη που – για να θυμηθούμε το τραγούδι – καλεί τον ακροατή να δει και τον εαυτό του μέσα.
Κι αν ο «Γελωτοποιός» έγινε τίτλος για «προφανείς λόγους», είναι γιατί ένας δίσκος που γεννήθηκε από γιορτή μοιάζει να ξέρει το μυστικό της: να λέει σοβαρά πράγματα χωρίς να χάνει την τρυφερότητά του.
Το επόμενο κεφάλαιο γράφεται ήδη από τα ηχεία. Τα πρώτα δείγματα, η νέα «Πόλη Χιόνι» και ο «Γελωτοποιός», ανοίγουν τον δρόμο. Τα υπόλοιπα θα τα πουν – ξανά και ξανά – οι ίδιες οι φωνές του κοινού, εκεί όπου κάθε ρεφρέν γίνεται κοινό κτήμα και κάθε βραδιά έχει την τύχη να ξαναγεννιέται.
