Η Madison Beer υψώνει το ανάστημά της απέναντι στην εξοντωτική πίεση της μουσικής βιομηχανίας, επιλέγοντας την ψυχική υγεία και την καλλιτεχνική αλήθεια πάνω από την εφήμερη δόξα της κορυφής.
Η μουσική βιομηχανία του σήμερα μοιάζει συχνά με μία αρένα όπου οι καλλιτέχνες κρίνονται αποκλειστικά από την ικανότητά τους να κατακτούν την κορυφή των charts, παραβλέποντας την ουσία της δημιουργίας. Η Madison Beer, με την ωριμότητα που της χάρισαν τα χρόνια της στο προσκήνιο, αποφάσισε να θέσει τα όριά της. Με αφορμή την κυκλοφορία του τρίτου της προσωπικού άλμπουμ με τίτλο «Locket», η 26χρονη pop star τοποθετείται απέναντι σε μία κουλτούρα που μετατρέπει την τέχνη σε σπορ ανταγωνισμού.
Το «Locket» έκανε την είσοδό του στο Billboard 200 φτάνοντας στο No. 10, ένα επίτευγμα που για την ίδια αποτελεί πηγή υπερηφάνειας, αλλά και αφορμή για μία βαθύτερη κοινωνική κριτική.
Η Beer εκφράζει μία σπάνια ειλικρίνεια για τα δεδομένα της σύγχρονης pop σκηνής. Μιλώντας στο The Hollywood Reporter, ξεκαθάρισε πως η επιτυχία ενός δίσκου δεν μπορεί και δεν πρέπει να προσδιορίζεται από μία στατιστική μονάδα.
«Το να έχω ένα άλμπουμ στο Top 10 είναι κάτι που πάντα ονειρευόμουν. Αισθάνομαι μεγάλη τιμή και νομίζω ότι είναι πραγματικά πολύ ωραίο», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας την αξία της αποδοχής από το κοινό.
Παρόλα αυτά, η ίδια επιλέγει να μην ταυτίζει την προσωπική της αξία με τις θέσεις των charts, μία στάση που την προστατεύει από την ψυχολογική φθορά που επιβάλλει ο πρωταθλητισμός στη μουσική.
Η πίεση για την κατάκτηση της πρώτης θέσης είναι, σύμφωνα με τη Madison Beer, ένα φαινόμενο που δηλητηριάζει τη δημιουργική διαδικασία. Η ίδια υπογραμμίζει πως αυτή η νοοτροπία ξεπερνά τα όρια της μουσικής και αντανακλά μία ευρύτερη κοινωνική παθογένεια.
«Το να με θεωρεί κανείς ανεπαρκή ή όχι αρκετά επιτυχημένη μόνο και μόνο επειδή δεν είμαι στο νούμερο ένα, είναι πραγματικά επικίνδυνο και τοξικό, κατά την άποψή μου, για όλους τους εμπλεκόμενους. Αυτό υπονοεί επίσης στους ανθρώπους σε όλους τους κλάδους ότι αν δεν είσαι ο κορυφαίος της τάξης σου, και αν δεν είσαι το νούμερο ένα, δεν είσαι αρκετά καλός και είσαι κάπως αποτυχημένος. Αυτό είναι εντελώς απαράδεκτο», εξήγησε για την παράλογη αυτή απαίτηση για απόλυτη επικράτηση.
Η Madison Beer φαίνεται να έχει βρει την ισορροπία της σε μία εποχή που η διασημότητα συχνά γίνεται αυτοσκοπός. Η άρνησή της να κυνηγήσει το μέγιστο δυνατό επίπεδο φήμης είναι μία συνειδητή, προσωπική επιλογή που προτάσσει την ηρεμία έναντι της υπερέκθεσης.
«Είμαι πολύ χαρούμενη με το πού βρίσκομαι. Τι γίνεται αν δεν θέλω να γίνω τόσο μεγάλη και διάσημη όσο κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους; Τι γίνεται αν αυτό είναι μία προσωπική επιλογή; Ίσως είναι εξουθενωτικό για μενα», αναρωτήθηκε φωναχτά, αμφισβητώντας το δόγμα που θέλει κάθε καλλιτέχνη να επιδιώκει την παγκόσμια κυριαρχία.
Η προσέγγισή της στο θέμα της εργασίας και της προσωπικής ζωής είναι εξίσου ριζοσπαστική για τα δεδομένα του Χόλιγουντ. Η Beer επιθυμεί να αποτελέσει παράδειγμα για μία υγιή σχέση με το επάγγελμα, μακριά από τη λογική της πλήρους αυτοθυσίας.
«Δεν ξέρω πότε φτάσαμε σε αυτό το σημείο όπου είναι όλα ή τίποτα. Ελπίζω να είμαι κάποια που μπορεί να υποστηρίξει μία υγιή σχέση μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής και να μην είμαι κάποια που λέει ότι πρέπει να δώσεις ό,τι θα μπορούσες να έχεις ποτέ στην καριέρα σου, αλλιώς δεν είσαι αρκετά καλός. Αυτό δεν είναι του στυλ μου. Αυτό θα μπορούσε να είναι κάποιου άλλου, αλλά απλά δεν συνάδει με εμένα προσωπικά», ανέφερε, θέτοντας ως προτεραιότητα την ψυχική της ακεραιότητα.
Πέρα από τη φιλοσοφική της στάση, η Beer δεν έκανε εκπτώσεις στην καλλιτεχνική ποιότητα του «Locket». Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στο στούντιο, πίεσε τα όρια της φωνής της περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επιδιώκοντας μία ερμηνευτική υπέρβαση που θα δικαίωνε το όραμά της.
Σε προηγούμενη συνέντευξή της στο Rolling Stone, είχε αποκαλύψει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, τονίζοντας την αφοσίωσή της στην τεχνική αρτιότητα του δίσκου.
«Υπάρχει ένα τραγούδι που είναι πολύ απαιτητικό φωνητικά. Όταν ηχογράφησα αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι και είχα ακόμα το Twitter, έγραψα: “Θέε μου, κυριολεκτικά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να μιλήσω για μία εβδομάδα”», ανέφερε.
«Αυτό ήταν ένα συναίσθημα που πραγματικά απόλαυσα με αυτό το άλμπουμ. Μου άρεσε πολύ η επιθυμία μου να πιέσω τον εαυτό μου και να δω τι ήμουν ικανή να κάνω. Ελπίζω λοιπόν ο κόσμος να αγαπήσει τα φωνητικά σε αυτό το εγχείρημα, γιατί αφιερώσαμε πολύ χρόνο κάνοντάς τα», πρόσθεσε, αναδεικνύοντας τον κόπο που κρύβεται πίσω από κάθε νότα.
Το «Locket» είναι απόδειξη ότι η Madison Beer έχει κατακτήσει τον έλεγχο της καριέρας της. Επιλέγοντας να ορίσει η ίδια τους όρους της επιτυχίας της, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα σε μία γενιά που μεγαλώνει με το άγχος της επιβεβαίωσης μέσω των αριθμών.
Για εκείνη, η δέκατη θέση στα charts δεν είναι μία αποτυχία επειδή δεν είναι η πρώτη, αλλά μία νίκη της αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που συχνά προτιμά τα προκατασκευασμένα είδωλα.
Με το βλέμμα στο μέλλον, συνεχίζει να πορεύεται με γνώμονα την τέχνη της, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική καταξίωση έρχεται όταν το έργο σου αντανακλά την αλήθεια σου, ανεξάρτητα από τη θέση που θα καταλάβει σε ένα chart.
