Ο Dan Auerbach και ο Patrick Carney των The Black Keys αφήνουν πίσω τους πειραματισμούς με τους αστέρες της pop και επιστρέφουν στον ωμό garage ήχο του Μισισιπή, κυκλοφορώντας το «Peaches!», ένα άλμπουμ που γεννήθηκε μέσα από βαθιές μουσικές αναζητήσεις και μία δύσκολη οικογενειακή δοκιμασία.
Οι The Black Keys δεν υπήρξαν ποτέ μία μπάντα που φοβόταν να αλλάξει δέρμα, αλλά τις περισσότερες φορές η πραγματική τους δύναμη κρυβόταν πάντα σε εκείνη τη σκονισμένη δισκοθήκη του Άκρον στο Οχάιο.
Μετά από μία περίοδο έντονης εξωστρέφειας, όπου το δίδυμο των Dan Auerbach και Patrick Carney πειραματίστηκε με την κρέμα της σύγχρονης παραγωγής, το 14ο άλμπουμ τους με τίτλο «Peaches!» έρχεται να λειτουργήσει ως ένα ηχητικό reset. Πρόκειται για μία συλλογή τραγουδιών άλλων καλλιτεχνών, μία κατάδυση στα άδυτα της blues παράδοσης, που αναδεικνύει την αδιατάρακτη χημεία δύο φίλων οι οποίοι μεγάλωσαν ψάχνοντας ξεχασμένα βινύλια και τώρα μετουσιώνουν αυτή τη γνώση σε μία κατάθεση ψυχής.
Στα προηγούμενα βήματά τους, οι The Black Keys επιχείρησαν να σπάσουν τα δεσμά της ασφάλειάς τους. Το «Ohio Players» του 2024 τους είδε να συνεργάζονται με ονόματα όπως ο Beck, ο Dan the Automator και ο Noel Gallagher, ενώ το «No Rain, No Flowers» τους έφερε στο ίδιο δωμάτιο με κορυφαίους τεχνικούς της pop, όπως ο Rick Nowels, παραγωγός της Lana Del Rey, και ο βετεράνος της hip-hop και R&B, Scott Storch. Στο «Peaches!» όμως, η κατεύθυνση αλλάζει ριζικά. Το συγκρότημα στρέφεται ξανά στο βασικό του ένστικτο, παρουσιάζοντας μία σειρά από διασκευές που καθρεφτίζουν το κοινό τους ταξίδι από τα εφηβικά τους χρόνια μέχρι σήμερα.
Ένα σημαντικό μέρος του δίσκου αφιερώνεται στην ερμηνεία των blues του βόρειου Μισισιπή, ενός είδους που αποτέλεσε ανέκαθεν τον θεμέλιο λίθο του ήχου τους. Η προσέγγιση εδώ θυμίζει αρκετά το «Delta Kream» του 2019, με τους Keys να βυθίζονται σε τραγούδια των RL Burnside, Junior Kimbrough και Jessie Mae Hemphill. Η προσθήκη του δεύτερου κιθαρίστα Kenny Brown και του πολυοργανίστα Jimbo Mathus προσφέρει στο αποτέλεσμα ένα επιπλέον βάθος και ένα σχήμα που μοιάζει να αναπνέει live μέσα στο στούντιο. Αυτές οι εκτελέσεις δεν επιδιώκουν τον εντυπωσιασμό ή την έκρηξη. Συχνά χαρακτηρίζονται από έναν εσωτερικό δυναμισμό και μία φυσικότητα που θυμίζει φιλικό αγώνα μπάσκετ σε γειτονιά, ενισχύοντας τη βαθιά τραχύτητα της μουσικής.
Πίσω από τις νότες όμως, υφίσταται μία πιο σκοτεινή και ανθρώπινη πλευρά. Σύμφωνα με το ενημερωτικό υλικό που συνοδεύει την κυκλοφορία, ο πατέρας του Auerbach διαγνώστηκε με καρκίνο του οισοφάγου το 2025 και ο γιος του τον φροντίζει στο σπίτι του στο Νάσβιλ. Αυτή η συνθήκη προσδίδει στο άλμπουμ μία αίσθηση αλληλεγγύης και επιμονής. Η ακρόαση του άλμπουμ φέρνει στο μυαλό την εικόνα δύο ανθρώπων που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα χέρια στους ώμους, κοιτάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση μέσα στην καταιγίδα. Η μουσική λειτουργεί εδώ ως θεραπεία, μετατρέποντας το προσωπικό δράμα σε έναν θρίαμβο κάθαρσης.
Παρόλα αυτά, οι The Black Keys δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο Δέλτα του Μισισιπή. Η πιο εκρηκτική στιγμή του δίσκου είναι η διασκευή στο «You Got to Lose» του Ike Turner, βασισμένη στη στιβαρή εκδοχή που παρουσίασε ο George Thorogood το 1977. Αν και το «Peaches!» ηχογραφήθηκε με την επείγουσα ατμόσφαιρα του one-take, κάθε λεπτομέρεια είναι προσεκτικά δουλεμένη.
Η δική τους ανάγνωση στο «Where There’s Smoke, There’s Fire» του Willie Griffin μετατρέπει ένα σπάνιο διαμάντι σε κάτι που κουβαλά τη στοιχειωμένη ένταση των roots αναζητήσεων του Bob Dylan από τη δεκαετία του 2000. Ακόμα και όταν το δίδυμο φαίνεται απλώς να «τζαμάρει» χαλαρά, καταφέρνει να δημιουργεί έναν ήχο που αντηχεί με απροσδόκητη βαρύτητα.
Μετά από μία περίοδο σιωπής μεταξύ 2014 και 2019, τα τελευταία χρόνια αποτελούν την πιο παραγωγική φάση της καριέρας τους. Από το 2021, έχουν κυκλοφορήσει σχεδόν ένα άλμπουμ κάθε χρόνο, με τον Dan Auerbach να ενισχύει αυτόν τον ρυθμό συμμετέχοντας και στους Arcs. Το «Peaches!» επιχειρεί να αιχμαλωτίσει το μάντρα της garage rock που χαρακτήρισε το πρώτο άλμπουμ τους, «The Big Come Up».
Αν και οι δυο τους δεν είναι πια οι εικοσάρηδες εκείνης της εποχής, η ένταση και η ζωντάνια τους παραμένουν ακέραιες, καθιστώντας αυτή την κυκλοφορία μία από τις πιο επείγουσες της τρέχουσας δεκαετίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός της ωμότητας των πρώτων τους ημερών με τον arena rock αέρα του «Brothers» και του «El Camino».
Ο ήχος των blues και της garage rock αποτελεί τον απόλυτο άξονα αυτού του δίσκου, κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό από τα riffs και τα grooves του «Where There’s Smoke, There’s Fire». Σε αυτό το άλμπουμ συναντάμε μερικές από τις πιο τραχιές ερμηνείες του Auerbach, ενώ η έμφαση επιστρέφει δικαιωματικά στα κιθαριστικά του licks και στα ντραμς του Patrick Carney. Ενώ ορισμένες από τις πρόσφατες δουλειές τους είχαν έναν πιο επεκτατικό και ίσως χαώδη ήχο, η επιστροφή στα βασικά εδώ μας υπενθυμίζει τους λόγους για τους οποίους το δίδυμο ξεχώρισε εξαρχής.
Το «You Got To Lose», ως η πρώτη γεύση από τη νέα δουλειά, είναι ένα γρήγορο και «βρώμικο» blues rocker που αναμένεται να γίνει σταθερό σημείο αναφοράς στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Ο ήχος του Δέλτα διατρέχει όλο το υλικό, με το «Who’s Been Foolin’ You» να αποτελεί έναν ακόμα νικηφόρο σταθμό. Αυτή η επιστροφή στις επιρροές τους διαφέρει από το ξεκίνημά τους κυρίως λόγω της ωριμότητας και της ανώτερης μουσικότητας που έχουν αποκτήσει με τα χρόνια.
Το «Peaches!» λειτουργεί ως ένα συναρπαστικό συμπλήρωμα σε όλη την πορεία τους. Στα δέκα τραγούδια του άλμπουμ, οι δυο τους διατηρούν μία αξιοσημείωτη συνοχή και είναι φανερό πως το διασκεδάζουν πραγματικά. Παρόλο που οι τελευταίες κυκλοφορίες τους είχαν τις καλές τους στιγμές, η ανάμειξη τόσων διαφορετικών ειδών δεν ταίριαζε πάντα απόλυτα στο DNA του συγκροτήματος. Εδώ όμως, στο τραχύ και στο ανεπεξέργαστο, είναι που αληθινά διαπρέπουν. Είχαν κάτι να αποδείξουν και το πέτυχαν με το παραπάνω.
Ο δίσκος κλείνει με τα δύο μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια, το «Fireman Ring The Bell» και το «Nobody But You Baby». Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δίδυμο που αποτελεί μάλλον την πιο δυνατή στιγμή της συνολικής προσπάθειας. Το blues jam που ανοίγει το πρώτο σε παρασύρει χωρίς να κουράζει καθόλου, ενώ το τελευταίο τραγούδι, με διάρκεια πάνω από επτά λεπτά, αποτελεί μία μικρή απόκλιση. Είναι πιο κομψό και γυαλισμένο, αν και τα χαρακτηριστικά licks του Auerbach είναι πανταχού παρόντα. Αυτό το μείγμα αναδεικνύει έναν πιο εκλεπτυσμένο ήχο που συνυπάρχει αρμονικά με τις πιο έντονες garage στιγμές της υπόλοιπης ροής.
Το «Peaches!» είναι γεμάτο δυναμισμό, στροβιλιζόμενα riffs και εκκωφαντικά ντραμς, χωρίς ποτέ να χάνει τον προσανατολισμό του μέσα στην ένταση. Με το 14ο άλμπουμ τους, οι The Black Keys ολοκληρώνουν έναν κύκλο, αποδεικνύοντας γιατί έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της rock παγκοσμίως, λίγο πριν ξεκινήσουν μία σειρά από μεγάλες συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Πρόκειται αναμφίβολα για μία από τις πιο ισχυρές στιγμές τους τόσο στα χρόνια που διανύουμε όσο και στη συνολική τους καριέρα που μετρά ήδη ένα τέταρτο του αιώνα.
