Μια ακυρωμένη περιοδεία και μία καλλιτεχνική αναγέννηση σμιλεύουν τον πιο προσωπικό δίσκο των The Black Keys.
Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή μετά την καταιγίδα είναι πιο εκκωφαντική από την ίδια τη βροντή. Για τους The Black Keys, η απότομη ακύρωση της περιοδείας για τον προηγούμενο δίσκο τους, «Ohio Players», και η επακόλουθη ρήξη με το management τους, θα μπορούσε να είναι μία τέτοια στιγμή εκκωφαντικής σιωπής.
Αντ’ αυτού, ο Dan Auerbach και ο Patrick Carney μετέτρεψαν τον απόηχο της αναταραχής σε μελωδία, βρίσκοντας καλλιτεχνικό καταφύγιο και δημιουργική λύτρωση εκεί που πάντα διέπρεπαν: στο στούντιο.
Το αποτέλεσμα είναι το «No Rain, No Flowers», το 13ο άλμπουμ τους, ένας τίτλος που δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος. Ένας δίσκος που γεννήθηκε από τις στάχτες της ματαίωσης για να ανθίσει ως μία ειλικρινής μαρτυρία ανθεκτικότητας.
Το ντουέτο από το Akron του Οχάιο δεν αναζήτησε απλώς διέξοδο, αλλά επέλεξε συνειδητά την ενδοσκόπηση, προσκαλώντας στο πλευρό του μία εκλεκτή ομάδα συνεργατών για να χαρτογραφήσουν αυτό το νέο ηχητικό τοπίο.
Ονόματα όπως ο Rick Nowels, γνωστός από τη δουλειά του με τη Lana Del Rey, ο βετεράνος της hip-hop Scott Storch, και ο Daniel Tashian, ο αρχιτέκτονας πίσω από το βραβευμένο «Golden Hour» της Kacey Musgraves, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός από τους πιο άρτια δουλεμένους και συναισθηματικά φορτισμένους δίσκους της πορείας τους.
Κάθε νότα στο «No Rain, No Flowers» μοιάζει να κουβαλά το βάρος της πρόσφατης περιπέτειας, αλλά και την ελαφρότητα της απελευθέρωσης.
Το άλμπουμ ξεδιπλώνεται σαν ένα μουσικό οδοιπορικό. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές, με την post-punk ενέργεια του ομώνυμου τραγουδιού «No Rain, No Flowers», η φωνή του Auerbach θέτει τον τόνο, μία ήρεμη δύναμη που αναγνωρίζει την πληγή αλλά υπόσχεται την επούλωση.
«Υπάρχουν κακοί άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο / Αν ζήσεις αρκετά, θα καείς», τραγουδά, για να διαβεβαιώσει αμέσως μετά: «Μωρό μου, η ζημιά έχει γίνει / Δεν θα αργήσει η στιγμή που θα ξαναβγούμε στον ήλιο». Είναι μία δήλωση αποδοχής και ταυτόχρονα μία πράξη ελπίδας.
Ηχητικά, οι The Black Keys πλέκουν ένα πλούσιο μωσαϊκό, όπου η garage rock ακατέργαστη ενέργεια συναντά την ψυχεδέλεια, το blues και τη soul.
Στο «Babygirl», τα πλήκτρα του Scott Storch χτίζουν ένα εθιστικό, power-pop οικοδόμημα με ρυθμική αυτοπεποίθηση που θυμίζει τους Rolling Stones, ενώ στο «Make You Mine» το falsetto του Auerbach και τα έγχορδα οδηγούν το συγκρότημα σε έναν ύμνο που φλερτάρει με την ντίσκο των Bee Gees.
Τραγούδια όπως το «Down to Nothing» λειτουργούν σαν μία ψυχεδελική, σχεδόν υπνωτική προσευχή, με την κιθάρα να εκφράζει μία βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση, ενώ το «A Little Too High» μας μεταφέρει σε μία southern-rock γιορτή που θα μπορούσε να ανήκει στους The Eagles.
Η καρδιά του άλμπουμ, ωστόσο, χτυπά πιο δυνατά στο κλείσιμο. Το «Neon Moon» είναι μία τρυφερή μπαλάντα, ένας φάρος στο σκοτάδι. Είναι το σημείο όπου η συνεισφορά του Daniel Tashian γίνεται ολοφάνερη, ντύνοντας το τραγούδι με μία αιθέρια ατμόσφαιρα.
Εδώ, ο στίχος γίνεται φανός που φωτίζει τον δρόμο της επιστροφής. «Μπορείς να το βρεις στον νότιο ουρανό / Κάτω από το φως του φεγγαριού από νέον», τραγουδά ο Auerbach.
Και το ρεφρέν: «Πάρε με σπίτι / Πίσω σε σένα / Πάρε με σπίτι / Φεγγάρι από νέον», δεν είναι απλώς μία επίκληση. Είναι η συνειδητοποίηση ότι το «σπίτι» δεν είναι ένας τόπος, αλλά η ίδια η μουσική, η αδελφική σχέση που τους δένει, η ίδια η ουσία της ύπαρξής τους ως The Black Keys.
Το «No Rain, No Flowers», το οποίο κυκλοφορεί από τη Warner Records, δεν είναι απλώς ένας ακόμη δίσκος στη μακρά πορεία του συγκροτήματος. Είναι η απόδειξη ότι οι πιο όμορφες μελωδίες γράφονται συχνά με μελάνι από τις πιο δύσκολες εμπειρίες.
Οι The Black Keys δεν ακολούθησαν απλώς το φως στην άκρη του τούνελ. Δημιούργησαν οι ίδιοι ένα ολόδικό τους φεγγάρι από νέον για να τους οδηγεί.
