Οι Rolling Stones συνεχίζουν την ανανεωμένη πορεία που ξεκίνησαν με το «Hackney Diamonds» και κυκλοφορούν το 25ο άλμπουμ τους, «Foreign Tongues», με παραγωγό ξανά τον Andrew Watt. Ο Mick Jagger, ο Keith Richards και ο Ronnie Wood κινούνται ανάμεσα στη rock, την blues, την disco, την country και τη gospel, σχολιάζουν τον Elon Musk και τους αυταρχικούς ηγέτες, ενώ αντιμετωπίζουν ανοιχτά τον χρόνο που περνά. Ο δίσκος δεν φτάνει τις κορυφαίες στιγμές της ιστορίας τους, επιβεβαιώνει όμως ότι η πρόσφατη ανάκαμψή τους έχει συνέχεια.
Οι Rolling Stones επιστρέφουν με το «Foreign Tongues», το δεύτερο άλμπουμ τους μέσα σε λίγα χρόνια και τον πιο καθαρό μέχρι σήμερα επίλογο στην ιδέα ότι το «Hackney Diamonds» ήταν μία προσωρινή αναλαμπή. Με τον Andrew Watt ξανά στην παραγωγή, το συγκρότημα παίζει με ένταση, χιούμορ και πολιτική διάθεση, κοιτάζοντας κατάματα τόσο τον κόσμο γύρω του όσο και τον χρόνο που του απομένει.
Παρουσιάζοντας το 25ο άλμπουμ των Stones, ο Mick Jagger στάθηκε στην ευκολία με την οποία το συγκρότημα αλλάζει ύφος. «Το θέμα με αυτόν τον δίσκο είναι ότι οι Stones είναι ένα rock συγκρότημα που μπορεί επίσης να παίξει μπαλάντες, country ή dance μουσική. Έτσι, δεν κολλάμε σε ένα μόνο ύφος», είπε.
Η περιγραφή θα μπορούσε να ταιριάζει σε πολλές μπάντες. Στην περίπτωση των Stones, όμως, αφορά κυρίως την ικανότητά τους να περνούν από διαφορετικά είδη χωρίς να χάνουν εκείνον τον ασταθή, χαλαρό ήχο τους, που μοιάζει διαρκώς έτοιμος να διαλυθεί και τελικά μένει όρθιος.
Αυτό το ιδιαίτερο δέσιμο δεν σήμαινε πάντα ότι οι δίσκοι τους είχαν την ίδια φροντίδα ή έμπνευση. Στη μεγάλη πορεία τους υπήρξαν και άλμπουμ που έδιναν την εντύπωση ότι ολοκληρώθηκαν από υποχρέωση, όμως το «Foreign Tongues» συνεχίζει την ανάκαμψη που άρχισε το 2023 με το «Hackney Diamonds», το πρώτο άλμπουμ με καινούργια τραγούδια έπειτα από 18 χρόνια.
Ο Andrew Watt καταγράφει ξανά τη χαρά μιας μπάντας που παίζει μαζί στον ίδιο χώρο. Ο Keith Richards έχει πει ότι ο παραγωγός τούς πιέζει όταν χρειάζεται, μία προσέγγιση που ακούγεται στις εκτελέσεις, καθώς τα τραγούδια έχουν ενέργεια χωρίς να μοιάζουν υπερβολικά γυαλισμένα.
Η απώλεια του Charlie Watts παραμένει αναπόφευκτα στο φόντο. Ο θάνατός του φαίνεται πως έκανε τον Jagger και τον Richards να αντιληφθούν πιο έντονα ότι το συγκρότημα δεν θα υπάρχει για πάντα, οπότε η διάθεση είναι να παίξουν δυνατά και να απολαύσουν όσο περισσότερο γίνεται αυτό το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο.
Στα ντραμς βρίσκεται ξανά ο Steve Jordan, ο οποίος είχε αναλάβει και στο «Hackney Diamonds». Η συνεργασία του με τον Watt έχει πλέον σταθεροποιηθεί, ενώ ο Jordan έχει βρει τον τρόπο να στηρίζει τον χαρακτηριστικό ρυθμό των Stones χωρίς να προσπαθεί να αντιγράψει μηχανικά τον Watts.
Το «Rough And Twisted Road» ανοίγει τον δίσκο με ωμή blues φόρα και μία σαφή αναφορά στις πρώτες επιρροές του συγκροτήματος. Ο στίχος «Το μόνο που έπινα ήταν Muddy Waters» παίζει με το όνομα του θρυλικού blues μουσικού, θυμίζοντας πόσο βαθιά παραμένει η σχέση των Stones με τη σκηνή του Σικάγου.
Ο Jagger επιστρέφει στην ίδια μυθολογία στο «In The Stars». Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά το «Jumpin’ Jack Flash» και τον περίφημο στίχο για τη γέννηση μέσα σε έναν τυφώνα διασταυρούμενων πυρών, δηλώνει ότι «στεκόμουν εκεί όταν χτύπησε ο κεραυνός». Το τραγούδι αναγνωρίζει την τύχη που είχε στη ζωή του, αλλά εκφράζει και την επείγουσα ανάγκη να συνεχίσει. «Θέλεις να χορέψεις μέχρι να καταρρεύσει η οροφή; Ναι, και οι κιθάρες να ουρλιάζουν και η χορωδία να συνεχίζει να τραγουδά», λέει.
Αυτή η αίσθηση ότι ο χρόνος λιγοστεύει διατρέχει μεγάλο μέρος του άλμπουμ. Η παλιά όρεξη των Stones για πάρτι και αταξίες παραμένει, όμως τώρα συνοδεύεται από την επίγνωση ότι κάθε δίσκος και κάθε περιοδεία μπορεί να είναι από τις τελευταίες.
Το «Jealous Lover» αλλάζει κλίμα με έναν ελαστικό disco ρυθμό που θυμίζει τα «Miss You» και «Emotional Rescue». Η συγγένεια είναι εμφανής, χωρίς το τραγούδι να ακούγεται σαν απλή επιστροφή σε παλιές επιτυχίες.
Ο Jagger είχε ανέκαθεν δύσκολη σχέση με τη νοσταλγία. Σε συνεντεύξεις του NME από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 αντιμετώπιζε με σκληρότητα ακόμη και πρώιμες κυκλοφορίες των Stones. Το 1974 είχε αποκαλέσει το πρώτο single τους, «Come On» του 1963, «χάλια», προσθέτοντας πως «ο Θεός ξέρει πώς μπήκε στα charts». Για το «I Wanna Be Your Man», το τραγούδι των Beatles που ηχογράφησαν στη συνέχεια, θυμόταν ότι το συγκρότημα δεν ήθελε ιδιαίτερα να το γράψει.
Πρόσφατα περιέγραψε επίσης ένα πικάπ που βρήκε στο καμαρίνι του και έπαιζε «αρχαία» τραγούδια των Stones. «Ακούγονταν απαίσια», είπε, μένοντας πιστός στη συνήθειά του να κοιτάζει περισσότερο την επόμενη κίνηση παρά το παρελθόν.
Η επιμονή στη σύγχρονη εποχή έχει οδηγήσει τους Stones σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Το «Black And Blue» του 1976 έβαλε disco και dance ρυθμούς δίπλα στις reggae αναζητήσεις του Richards, όπως στο «Cherry Oh Baby».
Η punk άφησε έντονα ίχνη στο «Some Girls», ενώ αργότερα οι Stones πέρασαν από τη new wave στο «Undercover» του 1983, τη σύγχρονη τότε pop παραγωγή στο «Dirty Work» του 1986 και την ηλεκτρονική μουσική σε σημεία του «Bridges To Babylon» το 1997. Δεν ακολουθούσαν κάθε μόδα, όμως ήξεραν να παίρνουν ό,τι τους ήταν χρήσιμο.
Το «Foreign Tongues» ακολουθεί την ίδια λογική. Συγκεντρώνει πολλά από όσα έχουν δοκιμάσει οι Stones μέσα σε επτά δεκαετίες, με αυτοπεποίθηση και χωρίς να ακούγεται σαν μουσειακή αναδρομή.
Η πολιτική διάσταση του δίσκου γίνεται γρήγορα αισθητή. Δεκαετίες μετά τα «Street Fighting Man» και «Gimme Shelter», που συνδέθηκαν με την κοινωνική αναταραχή του τέλους της δεκαετίας του 1960, το συγκρότημα στρέφεται σε σύγχρονες μορφές εξουσίας, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στη honky-tonk μπαλάντα «Ringing Hollow», ο Jagger τραγουδά: «Η Κυρία Ελευθερία δεν δείχνει και τόσο καλά όταν υπάρχει ένα σκίσιμο στο φόρεμά της». Η εικόνα είναι απλή, αλλά η αναφορά στην κατάσταση της αμερικανικής δημοκρατίας είναι καθαρή.
Στο «Covered In You», ξυπνά «άρρωστος και κουρασμένος από όλους αυτούς τους αυταρχικούς». «Ξέρεις, φαίνεται να πολλαπλασιάζονται σαν σμήνος από βρόμικα ποντίκια, με τους πυραύλους τους σε παρέλαση», τραγουδά.
Στο ίδιο τραγούδι, όπου συμμετέχει ο Paul McCartney, ο Jagger λέει επίσης ότι νιώθει να «ξεβιδώνεται λίγο». Η φράση μπορεί να διαβαστεί ως ακόμη μία αναφορά στην ηλικία και στη φθορά, παρότι η φωνή και η γενικότερη παρουσία του δεν δείχνουν ιδιαίτερη αδυναμία.
Πιο άμεσο είναι το «Mr Charm», ένα γρήγορο punk τραγούδι που επιτίθεται στον «τρελό μεγιστάνα κύριο Musk» και σε όσους έχουν ως μοναδικό στόχο να κερδίζουν χρήματα. «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να βγάζεις λεφτά, δείξε μου πώς να τα ξοδεύω, αγάπη μου», τραγουδά ο Jagger.
Η αιχμή κατά του Elon Musk έχει ενδιαφέρον, δεδομένου ότι ο Jagger είναι γνωστός για το πόσο προσεκτικά διαχειρίζεται τα οικονομικά του. Η αντίφαση υπάρχει, όμως ο στίχος αφορά περισσότερο τη συσσώρευση πλούτου ως αποκλειστικό σκοπό και την εξουσία που τη συνοδεύει.
Στα 82 του, ο Jagger ακούγεται πιο δραστήριος και πρόθυμος να παίξει με τους στίχους απ’ ό,τι σε αρκετές παλιότερες κυκλοφορίες. Στο «Divine Intervention» απολαμβάνει φράσεις όπως «οι δυστοπικές αξίες είναι πολύ καυτές για να τις αντέξεις» και «όταν προσπαθήσουν να σε συλλάβουν, θα έρθω να σε σώσω».
Η μοίρα και το πεπρωμένο εμφανίζονται συχνά στο συγκεκριμένο τραγούδι. Το ρεφρέν είναι μελωδικό και φτιαγμένο για να τραγουδιέται από μεγάλο κοινό, παρότι η πιθανότητα μιας πραγματικής θεϊκής παρέμβασης χαρακτηρίζεται «εκτός συζήτησης».
Περισσότερη ανησυχία προκαλεί το «Some Of Us», η καθιερωμένη μπαλάντα του δίσκου με τον Richards στα φωνητικά. «Μερικοί από εμάς είμαστε γονατισμένοι», τραγουδά με ευάλωτο τρόπο, αφήνοντας για λίγο στην άκρη τη δημόσια εικόνα του ακούραστου, άφθαρτου rock μουσικού.
Ο στίχος δεν αρκεί για να στηρίξει συμπεράσματα σχετικά με την υγεία του. Ο Richards έχει πάντως βρεθεί για χρόνια στο επίκεντρο φημών για τη φυσική του κατάσταση, ενώ δήλωσε ότι δεν μπορούσε να δεσμευτεί για περιοδεία, χωρίς να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση. Μουσικά, ο δίσκος δεν δείχνει ότι ο Jagger και ο Richards χάνουν τον έλεγχο. Τα περισσότερα τραγούδια ακούγονται φρέσκα και προσεγμένα, ενώ οι πολιτικές αναφορές στον Musk και στους Αμερικανούς πολιτικούς έχουν συγκεκριμένο στόχο και αποφεύγουν τις εύκολες διακηρύξεις.
Η φωνή του Jagger αντέχει εντυπωσιακά, ειδικά αν σκεφτεί κανείς τις χιλιάδες ώρες που έχει τραγουδήσει ζωντανά. Οι υψηλές εντάσεις, οι χαρακτηριστικές κραυγές και ο τρόπος με τον οποίο τραβά τις λέξεις παραμένουν βασικό μέρος της ταυτότητας του συγκροτήματος.
Στο «Back In Your Life», ο Jagger δίνει χώρο στον Ronnie Wood για ένα δυνατό, συναισθηματικό σόλο κιθάρας. Το gospel κλείσιμο περιλαμβάνει την ερώτηση «Έτσι θα τελειώσει η ιστορία μας;», φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο την αγωνία για το τέλος.
Ο Wood, ο νεότερος της βασικής τριάδας στα 79 του, έχει συχνά μικρότερη προβολή από τους Jagger και Richards. Εδώ παίζει ουσιαστικό ρόλο, κρατώντας τις κιθάρες δεμένες και βγαίνοντας μπροστά όταν το τραγούδι το απαιτεί.
Ανάμεσα στις πιο απρόσμενες επιλογές βρίσκεται η διασκευή του «You Know I’m No Good» της Amy Winehouse. Ο Jagger επιστρέφει στη φυσαρμόνικα, ενώ ο Steve Winwood συμμετέχει στο όργανο, αν και η εκτέλεση ακούγεται πιο επιφανειακή από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ.
Ο Winwood, σύγχρονος των Stones από τη δεκαετία του 1960, είναι μία ταιριαστή παρουσία. Η συμμετοχή του προσθέτει βάθος χωρίς να μετατρέπει τη διασκευή σε άσκηση ιστορικού κύρους.
Η λίστα των καλεσμένων είναι μεγάλη. Εκτός από τον Paul McCartney και τον Steve Winwood, συμμετέχουν ο Robert Smith των The Cure, ο Chad Smith των Red Hot Chili Peppers και ο Benmont Tench των Heartbreakers.
Ο Bruno Mars εμφανίζεται στο cowbell του «Never Wanna Lose You», αν και η συνεισφορά του δύσκολα ξεχωρίζει μέσα στη μίξη. Το τραγούδι κινείται σε πιο χορευτικούς και ηλεκτρονικούς ρυθμούς, με τον Robert Smith να το στηρίζει μέσα από δεύτερα φωνητικά και synthesizers.
Η παρουσία τόσων γνωστών μουσικών δείχνει το κύρος που εξακολουθούν να έχουν οι Stones μέσα στην ίδια τη μουσική βιομηχανία. Τα ονόματα είναι εντυπωσιακά, όμως οι καλύτερες στιγμές έρχονται όταν η βασική μπάντα μένει στο κέντρο.
Ο Charlie Watts ακούγεται μετά θάνατον στο «Hit Me In The Head», ένα γρήγορο rock τραγούδι που είχε ηχογραφηθεί το 2021. Το θέμα του επιστρέφει στην ιδέα μιας θεαματικής εξόδου, δίνοντας επιπλέον βάρος στην παρουσία του ντράμερ.
Το άλμπουμ δεν διαθέτει ένα τραγούδι στο μέγεθος του «Sweet Sounds Of Heaven» από το «Hackney Diamonds», όπου είχαν συμμετάσχει η Lady Gaga και ο Stevie Wonder. Επίσης, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί εύκολα να σταθεί δίπλα στα «Gimme Shelter» ή «Jumpin’ Jack Flash» σε μία μελλοντική περιοδεία. Αυτό είναι και το βασικό του όριο. Το «Foreign Tongues» δεν πλησιάζει την ιστορική σειρά δίσκων που άρχισε με το «Beggars Banquet» το 1968, ούτε φτάνει το επίπεδο του «Some Girls».
Η σύγκριση, βέβαια, γίνεται με μερικά από τα σημαντικότερα άλμπουμ της rock. Με τα μέλη τους στην ένατη δεκαετία της ζωής τους, το γεγονός ότι οι Stones κυκλοφορούν δύο τόσο σταθερούς δίσκους σε μικρή χρονική απόσταση έχει τη δική του βαρύτητα.
Μαζί με το «Hackney Diamonds», το «Foreign Tongues» περιλαμβάνει το καλύτερο υλικό που έχουν παρουσιάσει εδώ και δεκαετίες. Ο Jagger έχει ήδη δηλώσει ότι γράφει τραγούδια για τον επόμενο δίσκο, επομένως η σημερινή δημιουργική περίοδος μπορεί να έχει και συνέχεια.
Το «Foreign Tongues» βρίσκει τους Rolling Stones δραστήριους, πολιτικούς και πρόθυμους να δοκιμάσουν ξανά όσα έμαθαν σε επτά δεκαετίες. Οι αδυναμίες του είναι ορατές, κυρίως στην απουσία ενός πραγματικά σπουδαίου τραγουδιού και σε ορισμένες συμμετοχές που μοιάζουν περισσότερο με ευχάριστες υποσημειώσεις.
Η συνολική εικόνα παραμένει θετική. Οι Jagger, Richards και Wood παίζουν σαν άνθρωποι που ξέρουν ότι ο χρόνος πιέζει και διαλέγουν να τον περάσουν μέσα σε ένα στούντιο, με τις κιθάρες δυνατά, αντί να επαναλαμβάνουν απλώς τις παλιές τους επιτυχίες.
