Ο Mick Jagger, ο εμβληματικός τραγουδιστής των Rolling Stones, μίλησε για τα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος και τις έντονες αντιδράσεις που προκαλούσε η εμφάνιση και η συμπεριφορά τους στην κοινωνία της δεκαετίας του 1960. Μέσα από μία αναδρομή γεμάτη ειλικρίνεια, ο Jagger περιγράφει το πολωμένο κλίμα της εποχής, τη σκληρή αντιμετώπιση από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η σχέση τους με το κοινό, φτάνοντας μέχρι τη στιχουργική προσέγγιση του νέου τους δίσκου.
Οι Rolling Stones αποτελούν σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους πυλώνες στην ιστορία της rock μουσικής, όμως η πορεία τους προς την κορυφή δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Στο ξεκίνημά τους, κατά τη δεκαετία του 1960, το συγκρότημα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κοινωνικής και επικοινωνιακής θύελλας. Ενώ η νεολαία της εποχής τούς αποθέωνε, αναγνωρίζοντας σε αυτούς τη φωνή μιας νέας γενιάς, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και ένα μεγάλο μέρος της συντηρητικής κοινωνίας τούς αντιμετώπισαν με ακραία καχυποψία και εχθρότητα.
Σε πρόσφατη εμφάνισή του στο podcast «Conan Needs A Friend» με τον Conan O’Brien, ο Mick Jagger γύρισε τον χρόνο πίσω, περιγράφοντας πώς το συγκρότημα έγινε ο εύκολος στόχος για τον βρετανικό και τον αμερικανικό τύπο. Ο Jagger εξήγησε ότι οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί παρουσίαζαν τα μέλη του συγκροτήματος ως «κακούς», «βρώμικους» και «επικίνδυνους», δημιουργώντας μία εικόνα που έπρεπε να απαγορευτεί. Όπως τόνισε ο ίδιος, αυτή η αρνητική εικόνα ήταν σε μεγάλο βαθμό κατασκεύασμα των μέσων ενημέρωσης, καθώς στις περισσότερες περιοχές που επισκέπτονταν, ο απλός κόσμος τούς υποδεχόταν με θέρμη.
Ωστόσο, υπήρχε πάντα μία μερίδα ανθρώπων που αντιδρούσε έντονα στην παρουσία τους, ακόμα και χωρίς να γνωρίζει ακριβώς ποιοι ήταν.
«Ο κόσμος μας υποδεχόταν πολύ θερμά στα περισσότερα μέρη. Υπήρχε όμως και μία ομάδα ανθρώπων που πραγματικά δεν μας ήθελε καθόλου. Ίσως να μην ήξεραν καν ποιοι είμαστε, αλλά απλώς μας φώναζαν διάφορα στον δρόμο», δήλωσε ο Mick Jagger, επισημαίνοντας ότι η κατάσταση ήταν έντονα πολωμένη με έναν τρόπο που θυμίζει τη σύγχρονη εποχή.
Η εμφάνιση του συγκροτήματος, η οποία σήμερα φαντάζει απολύτως φυσιολογική και συντηρητική, αποτελούσε τότε κόκκινο πανί για τα συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας.
«Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες σήμερα, η εμφάνισή μας φαίνεται αρκετά κανονική», ανέφερε ο Jagger, εξηγώντας ότι με τα σημερινά δεδομένα το στυλ τους ήταν εξαιρετικά ήπιο.
Όμως, στην Αμερική του 1964, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά.
«Ειδικά στις ΗΠΑ, όταν πήγαμε εκεί για πρώτη φορά, νομίζω το 64, έξω από τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, ήμασταν σαν τέρατα για αυτούς», συμπλήρωσε ο τραγουδιστής, περιγράφοντας το σοκ που προκαλούσε η μακριά κόμη και το ανέμελο στυλ τους στην αμερικανική επαρχία.
Αυτή η εχθρότητα δεν περιοριζόταν μόνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Μεγάλη Βρετανία, παρά το γεγονός ότι ήταν η γενέτειρά τους, αποδείχθηκε εξίσου σκληρή μαζί τους.
«Ήταν ένα εχθρικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στην Αμερική, αλλά όχι μόνο εκεί. Δεν κατηγορώ την Αμερική ως το μόνο εχθρικό μέρος. Ήταν εχθρικοί και στην Αγγλία, υπήρχε πολλή εχθρότητα, αλλά η Αμερική δεν ήταν έτοιμη για αυτά τα πράγματα. Πραγματικά δεν ήταν», εξήγησε ο Mick Jagger.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της γενικευμένης απόρριψης, υπήρχαν ελάχιστες αλλά σημαντικές εξαιρέσεις ανθρώπων των μέσων ενημέρωσης που επέλεξαν να αντιμετωπίσουν το συγκρότημα με σεβασμό. Ο Jagger ανέφερε ως παραδείγματα τον Ed Sullivan και τον Mike Wallace, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να κάνουν σοβαρές συζητήσεις μαζί τους.
«Μας σεβόντουσαν λίγο περισσότερο. Υπήρχαν άλλοι που δεν το έκαναν, και απλώς δεν πηγαίναμε στις εκπομπές τους», σημείωσε ο Jagger, δείχνοντας ότι το συγκρότημα είχε ήδη αρχίσει να θέτει τους δικούς του όρους στη δημόσια σφαίρα.
Η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει ραγδαία μέσα σε λίγα χρόνια, και μέχρι το 1966 το κοινωνικό τοπίο είχε μεταμορφωθεί, με τους Rolling Stones να γίνονται ευρύτερα αποδεκτοί και να καθιερώνονται ως ηγετική δύναμη της παγκόσμιας μουσικής.
Η συζήτηση γύρω από το παρελθόν και την ωριμότητα συνδέεται άμεσα και με τη σημερινή καλλιτεχνική δραστηριότητα του Mick Jagger. Σε άλλη πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα New York Times, ο τραγουδιστής αναφέρθηκε στη στιχουργική του προσέγγιση για τον νέο δίσκο του συγκροτήματος με τίτλο «Foreign Tongues», ο οποίος κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου. Ο Jagger παραδέχτηκε ότι η ηλικία και οι εμπειρίες του έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γράφει στίχους.
«Δεν θα είχα γράψει κανένα από αυτά τα τραγούδια όταν ήμουν 30 ετών, ειλικρινά. Επίσης, έχω αποκτήσει αυτή τη συνήθεια να γράφω τραγούδια που αφορούν προσωπικές σχέσεις και μετά να πετάω μέσα εκεί και έναν στίχο για την πολιτική», δήλωσε ο Jagger, αποκαλύπτοντας τη μέθοδο που ακολουθεί πλέον στη συγγραφή των κομματιών του.
Αυτή η διακριτική ενσωμάτωση κοινωνικών και πολιτικών μηνυμάτων μέσα σε τραγούδια που εκ πρώτης όψεως μιλούν για τις ανθρώπινες σχέσεις είναι μία τεχνική που ο Jagger θεωρεί απαραίτητη για να κρατά το ενδιαφέρον του κοινού ζωντανό.
«Αυτό είναι ένα κόλπο που έχω μάθει από άλλους τραγουδοποιούς, επειδή κανείς δεν θέλει να ακούσει ένα ολόκληρο τραγούδι για την πολιτική ή για κοινωνικά σχόλια», πρόσθεσε ο καλλιτέχνης, αναγνωρίζοντας τις ισορροπίες που πρέπει να κρατά ένας δημιουργός προκειμένου να επικοινωνήσει τα μηνύματά του χωρίς να κουράσει τους ακροατές του.
Η διαδρομή των Rolling Stones από την κοινωνική περιθωριοποίηση και την εχθρότητα των πρώτων χρόνων μέχρι την απόλυτη καταξίωση αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της σύγχρονης μουσικής ιστορίας. Η ικανότητα του συγκροτήματος να επιβιώνει, να εξελίσσεται και να παραμένει δημιουργικό, ενσωματώνοντας τις αλλαγές του κόσμου γύρω του, είναι ο λόγος που τα τραγούδια τους συνεχίζουν να συγκινούν διαφορετικές γενιές.
