Ο Bon Scott θα γινόταν 80 ετών και μουσικοί που μεγάλωσαν ακούγοντας τη φωνή του θυμούνται τον άνθρωπο πίσω από τα τραγούδια των AC/DC. Ο Rob Halford μιλά για το χιούμορ και την ειλικρίνειά του, ενώ ο Joe Elliott επιστρέφει σε μία κοινή περιοδεία του 1979 και σε ένα χρέος δέκα λιρών που δεν πρόλαβε ποτέ να ξεπληρώσει. Παράλληλα, το αρχείο του τραγουδιστή ανοίγει και φέρνει στη δημοσιότητα σπάνια βίντεο από τα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος.
Ο Rob Halford των Judas Priest, ο Joe Elliott των Def Leppard, ο Mike McCready των Pearl Jam και ο Page Hamilton των Helmet τίμησαν τον Bon Scott με αφορμή τα 80 χρόνια από τη γέννησή του. Τα αφιερώματα συνοδεύονται από σπάνια αρχειακά βίντεο στο επίσημο κανάλι του εκλιπόντα τραγουδιστή στο YouTube, την ώρα που οι AC/DC ετοιμάζονται να επιστρέψουν στη σκηνή της Βόρειας Αμερικής με την περιοδεία «Power Up Tour».
Ο Bon Scott γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1946 και πέθανε τον Φεβρουάριο του 1980, σε ηλικία 33 ετών. Η παρουσία του στους AC/DC κράτησε λίγα χρόνια, όμως μέσα σε αυτό το διάστημα η φωνή, οι στίχοι και ο τρόπος με τον οποίο στεκόταν μπροστά στο κοινό έγιναν βασικά στοιχεία της ταυτότητας του συγκροτήματος.
Το ίδρυμα που διαχειρίζεται το αρχείο του τραγουδιστή κάλεσε γνωστούς μουσικούς να μιλήσουν για εκείνον, ενώ άρχισε να ανεβάζει σπάνιες εμφανίσεις, συνεντεύξεις και στιγμές από τα παρασκήνια. Ανάμεσα στα βίντεο υπάρχουν πλάνα των AC/DC από το Λονδίνο του 1976, εμφανίσεις του Scott με το παλιότερο συγκρότημά του, τους Fraternity, καθώς και συνεντεύξεις από τη δεκαετία του ’70.
Ο Rob Halford εμφανίστηκε στο δικό του βίντεο φορώντας μπλούζα με τον Bon Scott και στάθηκε κυρίως στον χαρακτήρα του. Η περιγραφή του εξηγεί γιατί ο Scott παραμένει τόσο άμεσα αναγνωρίσιμος, ακόμη και για ακροατές που γεννήθηκαν πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του.
«Καθώς θυμόμαστε τα 80ά γενέθλια που θα γιόρταζε ο Bon Scott, τιμούμε κάτι πολύ περισσότερο από έναν rock τραγουδιστή· τιμούμε ένα ελεύθερο πνεύμα που κανείς δεν μπορούσε να περιορίσει», είπε ο Halford.
«Ο Bon είχε ένα σπάνιο χάρισμα: έκανε τους ανθρώπους να αισθάνονται ζωντανοί», συνέχισε. «Η φωνή του κουβαλούσε σκανταλιά, τραχύτητα, χιούμορ και ειλικρίνεια. Τραγουδούσε με την πεποίθηση ενός ανθρώπου που είχε ζήσει κάθε λέξη και αυτή η αυθεντικότητα εξακολουθεί να βρίσκει ανταπόκριση σε διαφορετικές γενιές».
Ο Halford γνωρίζει καλά τι σημαίνει να αντέχει μία φωνή μέσα στον χρόνο. Ως τραγουδιστής των Judas Priest, ανήκει στη γενιά που βοήθησε τη hard rock και τη heavy metal να περάσουν από μικρά κλαμπ σε στάδια, χωρίς να χάσουν την αμεσότητα που είχαν στις πρώτες τους μέρες.
Στην περίπτωση του Scott, αυτή η αμεσότητα βρισκόταν στο κέντρο κάθε εμφάνισης. Δεν τραγουδούσε σαν ένας απόμακρος ήρωας της σκηνής· έμοιαζε περισσότερο με τον τύπο που είχε καθίσει δίπλα σου στο μπαρ, είχε ακούσει όλες τις ιστορίες της παρέας και λίγη ώρα αργότερα τις είχε μετατρέψει σε στίχους.
Ο Joe Elliott διάλεξε μία πιο προσωπική ανάμνηση. Γύρισε στο 1979, όταν οι Def Leppard βρέθηκαν μαζί με τους AC/DC και ο Scott κέρασε ποτά τον ίδιο και τους υπόλοιπους νεαρούς μουσικούς.
«Του χρωστάω ακόμη δέκα λίρες από τότε που μας αγόρασε ποτά, όταν οι Def Leppard και οι AC/DC κάναμε μαζί περιοδεία το 1979», είπε ο Elliott. «Να ’ναι καλά, δεν τις πήρε ποτέ πίσω».
Πίσω από το αστείο κρύβεται μία σημαντική λεπτομέρεια για τη θέση που είχαν τότε οι δύο μπάντες. Οι AC/DC βρίσκονταν ήδη σε τροχιά διεθνούς επιτυχίας, ενώ οι Def Leppard ξεκινούσαν τώρα να βγαίνουν έξω από τη βρετανική σκηνή και να μαθαίνουν πώς λειτουργεί μία μεγάλη περιοδεία.
«Έμαθα πολλά από τον Bon Scott, βλέποντάς τον κάθε βράδυ», πρόσθεσε ο Elliott. «Αυτός ο τύπος ήξερε πώς να ελέγχει το κοινό. Εκπληκτικός frontman. Σπουδαίος και υποτιμημένος τραγουδιστής».
Η τελευταία φράση έχει βάρος, επειδή η δημόσια εικόνα του Scott συχνά τραβά περισσότερη προσοχή από τις φωνητικές του ικανότητες. Οι ιστορίες για το ποτό, τα ξενύχτια και την ατίθαση συμπεριφορά έχουν επαναληφθεί τόσες φορές, ώστε καμιά φορά κρύβουν τη δουλειά που έκανε μέσα στα τραγούδια.
Ο Scott ήξερε πότε να πιέσει τη φωνή του, πότε να αφήσει μία λέξη να ακουστεί σχεδόν σαν πείραγμα και πότε να δώσει χώρο στις κιθάρες των Angus και Malcolm Young. Ακόμη και στις πιο δυνατές ηχογραφήσεις, η ερμηνεία του είχε ρυθμό, καθαρή άρθρωση και μία αίσθηση ότι απευθυνόταν προσωπικά στον ακροατή.
Είχε επίσης σημαντικό ρόλο στους στίχους της περιόδου. Τραγούδια όπως τα «It’s a Long Way to the Top (If You Wanna Rock ’n’ Roll)», «Dirty Deeds Done Dirt Cheap», «Whole Lotta Rosie» και «Highway to Hell» μιλούσαν για περιοδείες, σχέσεις, καβγάδες, σεξ, φιλοδοξία και τις συνέπειες μιας ζωής χωρίς πολλά φρένα.
Η γλώσσα ήταν απλή, γεμάτη χιούμορ και συχνά αυτοσαρκαστική. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Halford όταν μιλά για έναν άνθρωπο που τραγουδούσε σαν να είχε ζήσει κάθε λέξη.
Ο Ronald Belford Scott γεννήθηκε στη Σκωτία και μετακόμισε παιδί με την οικογένειά του στην Αυστραλία. Πριν μπει στους AC/DC το 1974, είχε ήδη περάσει από συγκροτήματα όπως οι The Spektors, οι The Valentines και οι Fraternity, αλλά η συνάντησή του με τους αδελφούς Young άλλαξε την πορεία όλων τους.
Στα πρώτα ταξίδια των AC/DC στη Βρετανία, η άνοδος ήταν γρήγορη και ιδιαίτερα απαιτητική. Μέσα στο 1976 έπαιξαν 27 φορές στο Λονδίνο, από μία εμφάνιση μπροστά σε λιγότερους από 100 ανθρώπους μέχρι μία συναυλία ως πρώτο όνομα στο Hammersmith Odeon, χωρητικότητας περίπου 3.500 θεατών.
Τα καινούργια αρχειακά βίντεο δείχνουν ακριβώς αυτή την περίοδο, πριν η εικόνα των AC/DC παγιωθεί στη συλλογική μνήμη. Στα πλάνα, η μπάντα κινείται μέσα στο Λονδίνο με την άνεση μιας παρέας που ακόμη παλεύει για κάθε νέα εμφάνιση.
Αυτή η εικόνα έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα, επειδή διορθώνει την απόσταση που δημιουργούν οι δεκαετίες και οι εκατομμύρια πωλήσεις. Οι AC/DC δεν ξεκίνησαν ως δεδομένο όνομα των σταδίων, αλλά δούλεψαν σε κλαμπ, τηλεοπτικά στούντιο και εξαντλητικές περιοδείες, με τον Scott να αναλαμβάνει μεγάλο μέρος της επαφής με το κοινό.
Το 1979 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Highway to Hell», το οποίο άνοιξε οριστικά την αμερικανική αγορά για το συγκρότημα. Η παραγωγή του Robert John «Mutt!” Lange έκανε τον ήχο πιο καθαρό και συγκεντρωμένο, χωρίς να αφαιρέσει την ένταση από τις κιθάρες ή την τραχιά φωνή του Scott.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1980, ο τραγουδιστής βρέθηκε νεκρός στο αυτοκίνητο ενός φίλου του στο Λονδίνο. Η επίσημη έρευνα κατέγραψε ως αιτία θανάτου την οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ και χαρακτήρισε τον θάνατό του ατύχημα.
Η συνέχεια των AC/DC ήταν τότε κάθε άλλο παρά βέβαιη. Το συγκρότημα επέλεξε τελικά τον Brian Johnson και ηχογράφησε το «Back in Black», έναν δίσκο αφιερωμένο στη μνήμη του Scott που έγινε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία της rock.
Η αλλαγή τραγουδιστή δεν έσβησε την προηγούμενη εποχή. Οι συναυλίες των AC/DC εξακολουθούν να περιλαμβάνουν τραγούδια που ηχογραφήθηκαν με τον Scott, ενώ η στάση του σώματος, το χαμόγελο και το χαρακτηριστικό του ύφος παραμένουν βασικό μέρος της εικόνας που συνδέει το κοινό με τα πρώτα χρόνια της μπάντας.
Αυτή η σύνδεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς οι AC/DC ξεκινούν νέο σκέλος της περιοδείας «Power Up Tour» στη Βόρεια Αμερική. Η πρώτη συναυλία είναι προγραμματισμένη για τις 11 Ιουλίου στο Bank of America Stadium του Σάρλοτ, στη Βόρεια Καρολίνα, πριν ακολουθήσουν εμφανίσεις σε πόλεις όπως το Κολόμπους, το Μάντισον, το Σαν Αντόνιο, το Ντένβερ και το Λας Βέγκας.
Η χρονική σύμπτωση έχει τη δική της καθαρή λογική. Ενώ παλιοί φίλοι και μουσικοί μιλούν για τον Scott σε βίντεο, τα τραγούδια που ηχογράφησε εξακολουθούν να παίζονται ζωντανά μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Σαράντα έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Bon Scott εξακολουθεί να ακούγεται άμεσος, αστείος και επικίνδυνα ανθρώπινος — ακριβώς όπως τον θυμούνται όσοι βρέθηκαν δίπλα του.
