Ο Tom Morello και ο Rob Halford μετέτρεψαν τη συνέντευξη Τύπου της Berlinale σε ένα μανιφέστο για τη συμπερίληψη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αντίσταση στον φασισμό.
Η πολιτική διάσταση της μουσικής δεν αποτελεί ποτέ μία θεωρητική συζήτηση για τον Tom Morello. Στη συνέντευξη Τύπου του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ο κιθαρίστας των Rage Against The Machine και πλέον σκηνοθέτης, παρουσίασε το «The Ballad of Judas Priest», ξεκαθαρίζοντας ότι η δική του οπτική πάνω στο εμβληματικό συγκρότημα ξεπερνά τα όρια της μουσικής καταγραφής.
Για τον Morello, οι Judas Priest αποτελούν ένα ζωντανό παράδειγμα για το πώς η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα, μακριά από προκαταλήψεις και στεγανά.
Η παρουσία του Tom Morello στο Βερολίνο για την παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, το οποίο συνσκηνοθέτησε με τον Sam Dunn, συνέπεσε με μία έντονη συζήτηση για τον ρόλο της τέχνης στην πολιτική πραγματικότητα. Όταν κλήθηκε να σχολιάσει το κλίμα που επικρατεί φέτος στη Berlinale, ο Morello δεν μάσησε τα λόγια του.
«Τι εποχή για να ζει κανείς, όταν μπορείς ταυτόχρονα να φτιάχνεις ένα ντοκιμαντέρ για ένα από τα αγαπημένα σου συγκροτήματα και να πολεμάς τον φασισμό», δήλωσε, προκαλώντας το θερμό χειροκρότημα της αίθουσας.
Η τοποθέτησή του αυτή έδωσε αμέσως το στίγμα της ταινίας, η οποία δεν περιορίζεται στην καταγραφή της καλλιτεχνικής πορείας των Judas Priest, αλλά εμβαθύνει στις κοινωνικές προεκτάσεις της ύπαρξής τους.
Σύμφωνα με τον Morello, η ίδια η υπόσταση του συγκροτήματος είναι βαθιά πολιτική. Παρατηρώντας το κοινό τους τις τελευταίες δεκαετίες στο Λος Άντζελες, διαπίστωσε μία πραγματικότητα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα στερεότυπα που συνοδεύουν τη heavy metal σκηνή.
«Η ύπαρξη του συγκροτήματος είναι πολύ πολιτική. Όταν έβλεπα τους Judas Priest την τελευταία δεκαετία περίπου στο Λος Άντζελες, το κοινό ήταν ίσως περισσότερο από 50% Λατίνοι, υπήρχαν πολλά γκέι ζευγάρια. Τίποτα που να έχει σχέση με οτιδήποτε στερεοτυπικό — ναι, υπάρχουν κάποιοι μεγαλύτεροι τύποι σαν εμένα με δερμάτινα μπουφάν που πιθανότατα φέρνουν τα παιδιά τους στη συναυλία — αλλά αυτή η κοινότητα και η ενότητα και η αρμονία που υπάρχει σε μία συναυλία των Judas Priest, είναι με κάποιους τρόπους ένα μοντέλο για το πώς μπορούμε όλοι να τα πάμε καλύτερα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το ντοκιμαντέρ «The Ballad of Judas Priest» ακολουθεί τους πρωτοπόρους του σκληρού ήχου από τις εργατικές τους ρίζες στο Black Country της Αγγλίας μέχρι την πρόσφατη ένταξή τους στο Rock and Roll Hall Of Fame.
Η ταινία εστιάζει στον μακροχρόνιο αγώνα του τραγουδιστή Rob Halford να κρύψει την ομοφυλοφιλία του μέσα σε ένα περιβάλλον που φαινόταν εχθρικό, ενώ παράλληλα εξετάζει τον «πολιτισμικό πόλεμο» γύρω από την αμφιλεγόμενη δίκη του συγκροτήματος κατά τη διάρκεια του «Σατανικού Πανικού» της δεκαετίας του 1980. Αυτή η ιστορική αναδρομή λειτουργεί ως καθρέφτης για τις σημερινές κοινωνικές συγκρούσεις, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα της καταπίεσης αλλά και της αντίστασης.
Ο Rob Halford, παρών και ο ίδιος στη συνέντευξη Τύπου, επιβεβαίωσε ότι η οργή του για την αδικία παραμένει η κινητήριος δύναμη πίσω από τους στίχους του.
«Δεν μπορώ να μην βλέπω πράγματα στον κόσμο που με επηρεάζουν, που με εκνευρίζουν και με κάνουν να σκέφτομαι: “Υπάρχει τρόπος να το βάλω αυτό σε ένα τραγούδι;”. Και το κάνω αυτό για πάντα», εξομολογήθηκε. Η συναισθηματική του φόρτιση έγινε εμφανής όταν αναφέρθηκε στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση και στην ανάγκη του να συγκρατείται για να μην ξεπεράσει τα όρια.
«Στο τελευταίο άλμπουμ, δεν πρόκειται να πω το όνομά του, αλλά μιλάω γι’ αυτό το πρόσωπο» είπε ο Halford, αναφερόμενος πιθανότατα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump. «Πρέπει πραγματικά να συγκρατώ τον εαυτό μου, γιατί όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο θυμώνω με τον κόσμο. Έχω θυμώσει περισσότερο με την αδικία, ιδιαίτερα για τους δικούς μου ανθρώπους [την LGBTQ+ κοινότητα], που ακόμα υποφέρουν και δεν τους δίνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα που απόλυτα αξίζουν».
Αυτή η δήλωση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η μουσική των Judas Priest δεν είναι απλώς ψυχαγωγία, αλλά ένα μέσο έκφρασης για όσους αισθάνονται περιθωριοποιημένοι.
Ο Tom Morello, γνωστός για την ακτιβιστική του δράση, έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή πολλών πολιτικών αγώνων τα τελευταία χρόνια. Έχει ταχθεί ανοιχτά κατά του πολέμου στη Γάζα, υπογράφοντας το 2021 μποϊκοτάζ στις εμφανίσεις στο Ισραήλ και ζητώντας επίμονα κατάπαυση του πυρός.
Πρόσφατα συμμετείχε σε διαμαρτυρίες κατά των επιδρομών της υπηρεσίας ICE στη Μινεάπολη της Μινεσότα, καθώς και για τους θανάτους των Αμερικανών πολιτών Renee Good και Alex Pretti. Μάλιστα, τον περασμένο μήνα διοργάνωσε μία φιλανθρωπική συναυλία με τίτλο «Defend Minnesota», στην οποία εμφανίστηκε ως έκπληξη και ο Bruce Springsteen.
Η φετινή Berlinale, αν και παραδοσιακά ένα φεστιβάλ με πολιτικό χαρακτήρα, βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής λόγω της απροθυμίας ορισμένων αστέρων να πάρουν θέση για τα παγκόσμια γεγονότα. Ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, Wim Wenders, δήλωσε στην εναρκτήρια συνέντευξη Τύπου ότι οι καλλιτέχνες θα έπρεπε να «μένουν έξω από την πολιτική». Αυτή η στάση υιοθετήθηκε και από άλλες προσωπικότητες, όπως η Michelle Yeoh και ο Neil Patrick Harris, οι οποίοι αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, προκαλώντας αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Σε απάντηση αυτών των αντιδράσεων, η επικεφαλής του φεστιβάλ, Tricia Tuttle, εξέδωσε ανακοίνωση αργά το βράδυ του Σαββάτου.
«Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη έκφραση με όποιον τρόπο επιλέγουν. Δεν θα πρέπει να αναμένεται από τους καλλιτέχνες να σχολιάζουν όλες τις ευρύτερες συζητήσεις σχετικά με τις προηγούμενες ή τις τρέχουσες πρακτικές ενός φεστιβάλ επί των οποίων δεν έχουν κανέναν έλεγχο. Ούτε θα πρέπει να αναμένεται από αυτούς να μιλούν για κάθε πολιτικό ζήτημα που τους τίθεται, εκτός αν το θέλουν», ανέφερε η Tuttle, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην καλλιτεχνική ελευθερία και την κοινωνική ευθύνη.
Η στάση του Tom Morello και του Rob Halford στο Βερολίνο αποδεικνύει ότι η αυθεντικότητα στη μουσική και την τέχνη δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική συνείδηση.
Το «The Ballad of Judas Priest» δεν έρχεται μόνο για να τιμήσει την ιστορία ενός συγκροτήματος που διαμόρφωσε τον σκληρό ήχο, αλλά για να υπενθυμίσει ότι η μουσική κοινότητα μπορεί να αποτελέσει ένα καταφύγιο και ένα πεδίο μάχης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε μία εποχή έντονης πόλωσης, η ειλικρίνεια των δύο αυτών καλλιτεχνών προσφέρει μία αναγκαία προοπτική για τη δύναμη της τέχνης να ενώνει και να κινητοποιεί.
