Η Suki Waterhouse κυκλοφορεί το τρίτο άλμπουμ της, «Loveland», και καταγράφει τις αλλαγές που έφερε στη ζωή της η ενηλικίωση, η μητρότητα και η ανάγκη να ξαναβρεί τον εαυτό της. Τα 14 νέα τραγούδια, το βίντεο του «Notting Hill», οι μεγάλες συνεργασίες και η περιοδεία «The Loveland Tour» παρουσιάζουν μία καλλιτέχνιδα που αφήνει πίσω της παλιούς ρόλους και αντιμετωπίζει ανοιχτά όσα την έφεραν στο σήμερα.
Η Suki Waterhouse ανοίγει με το «Loveland» ένα προσωπικό ημερολόγιο αλλαγής, γεμάτο ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, τη μητρότητα και τη θέση που θέλει να έχει πλέον στη ζωή και στη μουσική. Στο τρίτο άλμπουμ της, η Βρετανίδα τραγουδίστρια μιλά για την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που κάποτε ήταν και σε αυτό που προσπαθεί να γίνει.
Ο δίσκος περιλαμβάνει 14 νέα τραγούδια και κυκλοφορεί μαζί με το music video του «Notting Hill», μιας νοσταλγικής επιστροφής στη γειτονιά του Λονδίνου από την οποία κατάγεται. Από τον τίτλο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της έκδοσης σε βινύλιο, το «Loveland» παρουσιάζεται ως ένας χώρος όπου η Waterhouse μπορεί να κοιτάξει πίσω χωρίς να εγκλωβιστεί στο παρελθόν.
«Αυτό το άλμπουμ καταγράφει τη διαδικασία μέσα από την οποία αλλάζω. Η ελευθερία, η παράδοση και η αυτογνωσία μπλέκονται συνεχώς μέσα του. Είναι μία πολύ προσωπική, ιδιωτική επανάσταση, μία δημιουργική διαδρομή με συνεχείς ανατροπές, που τελικά με οδήγησε ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να βρίσκομαι», λέει η Suki Waterhouse.
Η ίδια άρχισε να δουλεύει πάνω στον δίσκο αμέσως μετά την ολοκλήρωση του «Memoir of a Sparklemuffin», που κυκλοφόρησε το 2024. Σε αυτή τη νέα περίοδο αναζητούσε, όπως εξήγησε, «μια προσωπική επανάσταση» και έναν τρόπο να συμφιλιώσει τη ζωή της ως μητέρα με την ανάγκη της να συνεχίσει να γράφει, να ηχογραφεί και να περιοδεύει.
Η μητρότητα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της αλλαγής, ακόμη κι όταν τα τραγούδια δεν μιλούν ευθέως για αυτήν. Η Waterhouse έχει περιγράψει την εμπειρία ως μία βαθιά μετατόπιση της ταυτότητάς της, η οποία την ανάγκασε να ξανασκεφτεί τις προτεραιότητες, τις σχέσεις και την εικόνα που είχε για τον εαυτό της.
Το «Loveland» γεννήθηκε μέσα σε αυτή την τριβή. Από τη μία πλευρά υπήρχε η καλλιτέχνιδα που είχε συνηθίσει να οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από τη δουλειά και, από την άλλη, η μητέρα που ήθελε να είναι παρούσα στην καθημερινότητα της κόρης της.
Αντί να κρύψει την αβεβαιότητα, η Waterhouse την έκανε βασικό θέμα των τραγουδιών. Το αποτέλεσμα κοιτάζει τη χαρά και τον φόβο της αλλαγής με την ίδια προσοχή, χωρίς να προσποιείται ότι η ενηλικίωση λύνει αυτόματα τις παλιές ανασφάλειες.
Στις ηχογραφήσεις συμμετείχε μία μεγάλη ομάδα τραγουδοποιών και παραγωγών. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Amy Allen, ο Aaron Dessner, ο Joel Little, ο Dan Wilson, καθώς και οι σταθεροί συνεργάτες της, Jules Apollinaire και Natalie Findlay.
Ο Aaron Dessner, μέλος των The National, φέρνει στον δίσκο την εμπειρία του από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως η Taylor Swift, η Gracie Abrams και ο Noah Kahan. Η παρουσία του ταιριάζει σε ένα άλμπουμ που ενδιαφέρεται για τις μικρές συναισθηματικές μετατοπίσεις περισσότερο από τις εύκολες κορυφώσεις.
Ιδιαίτερη θέση στη λίστα των συνεργατών έχει ο Mick Fleetwood, ο οποίος παίζει ντραμς στο «Morals». Η σύνδεση έχει και μία παιχνιδιάρικη πλευρά, καθώς η Waterhouse είχε εμφανιστεί στη σειρά «Daisy Jones & the Six», η οποία βασίστηκε στο βιβλίο της Taylor Jenkins Reid και συχνά συνδέθηκε με την ιστορία των Fleetwood Mac.
Η Waterhouse παραδέχτηκε ότι αυτή η σχέση μπορεί να τη βοήθησε να κάνει την πρώτη κίνηση. «Σκέφτηκα ότι ίσως είχε δει τη σειρά. Ίσως αυτό να με βοηθούσε να ανοίξω την πόρτα», είπε.
Η συνεργασία με τόσο διαφορετικούς ανθρώπους διευρύνει τον ήχο του δίσκου, χωρίς να χάνεται η προσωπική αφήγηση. Η Waterhouse κινείται ανάμεσα σε απαλή indie pop, rock επιρροές και μελωδίες που κρατούν κάτι από τη λάμψη παλιότερων δεκαετιών.
Το «Back in Love» λειτουργεί ως μία από τις πιο καθαρές δηλώσεις αυτής της περιόδου. Η επιστροφή στην αγάπη αφορά κυρίως την προσπάθεια να ξαναβρεί την επαφή με τον εαυτό της, έπειτα από μία αλλαγή που επηρέασε όσα θεωρούσε δεδομένα.
Στο «Tiny Raisin» η μελωδία αποκτά περισσότερη ένταση, ενώ το «When I Get Drunk (I Want You Boy)» προσεγγίζει την επιθυμία με μεγαλύτερο αυθορμητισμό. Και τα δύο τραγούδια είχαν κυκλοφορήσει πριν από το άλμπουμ και προετοίμασαν το έδαφος για έναν δίσκο που μπορεί να γίνει τρυφερός, αστείος και απρόβλεπτος μέσα σε λίγα λεπτά.
Η πλήρης λίστα ξεκινά με το «Back in Love» και συνεχίζει με τα «Any Man», «Happy With It», «Notting Hill» και «Teardrops». Ακολουθούν τα «When I Get Drunk (I Want You Boy)», «Jukebox», «Seasons», «Tiny Raisin», «Almost», «Puppy Dog Eyes» και «Morals», πριν ο δίσκος φτάσει στα τελευταία του κεφάλαια.
Κάθε τίτλος μοιάζει να φωτίζει διαφορετική πλευρά της ίδιας αναζήτησης. Ο έρωτας, η αποδοχή, οι εποχές που αλλάζουν και τα σχεδόν ολοκληρωμένα πράγματα συγκροτούν έναν δίσκο για τη ζωή όταν αυτή δεν ακολουθεί το σχέδιο που είχες φτιάξει.
Το «Notting Hill» είναι το πιο άμεσο γράμμα προς το παρελθόν της. Το τραγούδι απευθύνεται στο παλιό της διαμέρισμα και στη γειτονιά του Λονδίνου όπου μεγάλωσε, μετατρέποντας έναν πραγματικό τόπο σε σημείο αναφοράς για όλα όσα έχουν αλλάξει.
Το video clip γυρίστηκε στους δρόμους του Νότινγκ Χιλ και αξιοποιεί τη νοσταλγία χωρίς να μοιάζει με τουριστική περιήγηση. Η Waterhouse επιστρέφει σε μέρη που γνώριζε πριν από τη διεθνή αναγνωρισιμότητα, την υποκριτική πορεία και τη μητρότητα.
Σε μία σκηνή περνά πάνω από τον ίδιο φράχτη πάρκου που είχε περάσει η Julia Roberts στην ταινία «Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ» του 1999. Η αναφορά είναι σαφής και ανάλαφρη, ενώ συνδέει τη δική της ιστορία με την κινηματογραφική εικόνα που έκανε τη συνοικία γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η επιλογή της συγκεκριμένης γειτονιάς έχει μεγαλύτερη σημασία από ένα έξυπνο κλείσιμο του ματιού στην ταινία. Για τη Waterhouse, το Νότινγκ Χιλ είναι το μέρος όπου συνυπάρχουν η παλιά καθημερινότητα και η σημερινή της ζωή, οπότε γίνεται το κατάλληλο σκηνικό για ένα τραγούδι γύρω από την αλλαγή.
Η ίδια είχε περάσει χρόνια γνωστή κυρίως ως μοντέλο και ηθοποιός πριν αποκτήσει σταθερή θέση στη μουσική. Ξεκίνησε το μόντελινγκ στα 16 της και συνεργάστηκε με οίκους και εταιρείες όπως οι Burberry, Tommy Hilfiger, Hugo Boss, Laura Mercier και Ferragamo.
Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο ήρθε με έναν μικρό ρόλο στο «Pusher» του 2012. Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνέχισε την υποκριτική, ενώ σταδιακά έχτισε τη δική της μουσική πορεία και άφησε πίσω την ιδέα ότι το τραγούδι ήταν απλώς μία παράλληλη δραστηριότητα.
Το πρώτο της άλμπουμ, «I Can’t Let Go», κυκλοφόρησε το 2022. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε το «Memoir of a Sparklemuffin», ένας δίσκος που ενίσχυσε το κοινό της και έδειξε ότι η Waterhouse είχε πλέον ξεκάθαρη παρουσία στον χώρο της indie pop.
Το «Loveland» συνεχίζει αυτή την πορεία με περισσότερη αυτοπεποίθηση και πολύ πιο προσωπικό βλέμμα. Η Waterhouse δεν αποφεύγει την ευάλωτη πλευρά της, όμως κρατά αρκετές λεπτομέρειες ιδιωτικές, γνωρίζοντας ότι ένα τραγούδι μπορεί να είναι ειλικρινές χωρίς να εξηγεί τα πάντα.
Οι πρώτες αντιδράσεις του Τύπου υπήρξαν θερμές. Το «Variety» χαρακτήρισε το «Loveland» εξαιρετικό και στάθηκε στην ευκολία με την οποία η τραγουδίστρια κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς ήχους και συναισθηματικούς τόνους.
Η έκδοση σε βινύλιο προσθέτει ακόμη ένα στοιχείο στον κόσμο του άλμπουμ. Το αναδιπλούμενο εξώφυλλο μετατρέπεται σε ταμπλό για το «Game of Loveland», ένα παιχνίδι παρέας γύρω από την επιθυμία, τις σχέσεις και την αγάπη.
Οι παίκτες κινούνται πάνω στο ταμπλό όσο ακούγεται κάθε τραγούδι, απαντούν σε ερωτήσεις και μαθαίνουν περισσότερα ο ένας για τον άλλον. Πρώτος παίζει όποιος έχει περάσει τον πιο πρόσφατο χωρισμό, ένας κανόνας που συνοψίζει το χιούμορ και την ελαφριά αμηχανία με την οποία η Waterhouse προσεγγίζει συχνά τα προσωπικά θέματα.
Η ιδέα αντιμετωπίζει την ακρόαση ως κοινή εμπειρία και δίνει στο φυσικό αντίτυπο έναν λόγο ύπαρξης πέρα από τη συλλεκτική του αξία. Σε μία αγορά όπου το streaming κυριαρχεί, τέτοιες λεπτομέρειες βοηθούν ένα άλμπουμ να αποκτήσει δικό του χαρακτήρα και να ξεχωρίσει από την ατελείωτη σειρά νέων κυκλοφοριών.
Η νέα περίοδος θα συνεχιστεί και στη σκηνή με την περιοδεία «The Loveland Tour». Η έναρξη έχει προγραμματιστεί στο Φοίνιξ, ενώ ακολουθεί εμφάνιση στο Hollywood Forever Cemetery του Λος Άντζελες. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης το Radio City Music Hall στη Νέα Υόρκη, καθώς και εμφανίσεις στα φεστιβάλ Lollapalooza και Austin City Limits. Στις επιλεγμένες συναυλίες θα συμμετάσχουν οι Charlotte Lawrence, Rochelle Jordan και Love Spells.
Η περιοδεία έρχεται σε μία στιγμή κατά την οποία η Waterhouse προσπαθεί να συνδυάσει τη μητρότητα με τις απαιτήσεις μιας καριέρας που μεγαλώνει. Η ίδια έχει μιλήσει για τον φόβο ότι αυτοί οι δύο κόσμοι δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν, όμως το «Loveland» δείχνει ότι η σύγκρουσή τους μπορεί να τροφοδοτήσει νέα τραγούδια.
Το «Loveland» βρίσκει τη Suki Waterhouse σε μία περίοδο όπου οι παλιές ταμπέλες δεν αρκούν πια. Το μοντέλο, η ηθοποιός, η τραγουδίστρια και η μητέρα ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, ακόμη κι όταν η ισορροπία ανάμεσά τους παραμένει δύσκολη.
Η μεγαλύτερη δύναμη του άλμπουμ βρίσκεται στην προθυμία της να μείνει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα. Τα τραγούδια δεν προσφέρουν μία εύκολη απάντηση για το ποια είναι σήμερα, όμως καταγράφουν καθαρά τη διαδικασία μέσα από την οποία προσπαθεί να το ανακαλύψει.
Με τις συνεργασίες, το «Notting Hill», το παιχνίδι του βινυλίου και την περιοδεία, η Waterhouse χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τον δίσκο. Στο κέντρο του βρίσκεται μία απλή σκέψη: για να προχωρήσεις, χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσεις τι άφησες πίσω και ποια μέρη του αξίζει να πάρεις μαζί σου.
