Στο τρίτο άλμπουμ της, η Gracie Abrams εγκαταλείπει τον ασφαλή ρόλο της αδικημένης και κοιτάζει κατάματα τη ζημιά που προκαλεί η ίδια. Με τον Aaron Dessner στο πλευρό της, πιο ανοιχτό ήχο και δεκαέξι τραγούδια γεμάτα ενοχή, πανικό, οικογενειακά χρέη και διαλυμένες σχέσεις, κυκλοφορεί τον πιο ολοκληρωμένο και απαιτητικό δίσκο της μέχρι σήμερα.
Η Gracie Abrams περνά το μεγαλύτερο μέρος του «Daughter Grom Hell» προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί φεύγει, γιατί καταρρέει και γιατί πληγώνει ανθρώπους που δεν της έκαναν τίποτα. Στο τρίτο της άλμπουμ, γραμμένο και ηχογραφημένο κυρίως με τον Aaron Dessner στα Long Pond και Electric Lady, η 26χρονη τραγουδοποιός αλλάζει πλευρά: αυτή τη φορά, η ίδια κάθεται στο εδώλιο.
Η αλλαγή είχε αρχίσει να φαίνεται πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Κατά την arena περιοδεία για το «The Secret of Us», ακυκλοφόρητα τραγούδια έμπαιναν σταδιακά στα setlists και οι θεατές, που ήξεραν κάθε λέξη των παλιών επιτυχιών της, καταλάβαιναν ότι κάτι είχε μετακινηθεί.
Μέχρι εκείνο το σημείο, η Abrams είχε χτίσει μία πολύ συγκεκριμένη ταυτότητα: χαμηλόφωνη εξομολόγηση, ερωτική απογοήτευση και ένας ένοχος σχεδόν πάντα διαθέσιμος. Η οικεία ερμηνεία, η σύνδεσή της με την Taylor Swift και το διάσημο επώνυμο έκαναν εύκολη την κατηγορία ότι φορούσε ξένα ρούχα και ακολουθούσε έτοιμες συνταγές.
Η ίδια άκουσε την κριτική. Το «Daughter Grom Hell» μοιάζει με την απάντησή της, χωρίς δελτίο Τύπου και χωρίς αμυντική διάθεση: αντί να αποδείξει ότι οι άλλοι κάνουν λάθος, γράφει έναν δίσκο όπου συχνά έχει άδικο.
Στο «Hit the Wall», παρουσιάζει τον εαυτό της σαν ρωγμή στο πεζοδρόμιο και σαν κόμπο που σφίγγει. Πάνω από απλές συγχορδίες πιάνου, χαμηλό synth και σταθερά ντραμς, ξεκαθαρίζει ότι δεν αποτελεί πρόβλημα που μπορεί κάποιος να λύσει.
«Ζω μέσα σε ένα μοτίβο καταρρεύσεων», τραγουδά. Η φράση λειτουργεί σαν βασική παραδοχή του άλμπουμ: η αναστάτωση δεν έρχεται μόνο από τις σχέσεις της, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο η ίδια κινείται μέσα σε αυτές.
Στον ίδιο στίχο περνά και μία αναφορά στο «A Case of You» της Joni Mitchell, την οποία η Abrams αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια σαν βασικό σημείο αναφοράς. Η συγγένεια δεν βρίσκεται στην αντιγραφή του ήχου, αλλά στην πεποίθηση ότι ένα τραγούδι μπορεί να αντέξει όταν ο συντάκτης του δεν χαρίζεται στον εαυτό του.
Το «Look at My Life», σε συμπαραγωγή του Dan Nigro, μεταφέρει τον πανικό σε έναν πιο νευρικό ρυθμό. «Δείχνω σαν να λειτουργώ κανονικά ή καταρρέει η βιτρίνα μου;», ρωτά τη φίλη της Caroline, πριν ουσιαστικά την παρακαλέσει να μην απαντήσει.
Εδώ βρίσκεται και η ειρωνεία της επιτυχίας. Η Abrams πήρε όσα επιδίωκε — μεγάλο κοινό, γεμάτες αρένες, αναγνώριση και τραγούδια που ταξιδεύουν γρήγορα — και ανακάλυψε ότι η επίτευξη του στόχου δεν ηρεμεί απαραίτητα το μυαλό.
Η πορεία της υπήρξε άλλωστε ασυνήθιστα γρήγορη. Το ντεμπούτο «Good Riddance» κυκλοφόρησε το 2023, τη χρονιά που άνοιξε συναυλίες της Taylor Swift στην περιοδεία «The Eras Tour» και προτάθηκε για Grammy στην κατηγορία για τον Καλύτερο Νέο Καλλιτέχνη.
Έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε το «The Secret of Us». Στη deluxe έκδοσή του βρισκόταν το «That’s So True», το πρώτο τραγούδι της που μπήκε στο Top 10 και εκείνο που έκανε το κοινό της να μεγαλώσει πολύ πέρα από τον στενό κύκλο των χαμηλόφωνων εξομολογήσεων.
Μαζί με την επιτυχία ήρθαν και οι εύκολες ταμπέλες. Ως κόρη του σκηνοθέτη J.J. Abrams και της παραγωγού Katie McGrath, χαρακτηρίστηκε «nepo baby», έναν όρο για τον οποίο έχει μιλήσει με αυτογνωσία και χωρίς να προσποιείται ότι ξεκίνησε από την ίδια αφετηρία με όλους.
Το διαδίκτυο τη μετέτρεψε επίσης σε μόνιμη «sad girl», λες και η θλίψη χρειάζεται οικονομικό έλεγχο και πιστοποιητικό κοινωνικής τάξης. Τα memes επέμεναν πως μία γυναίκα με διάσημους γονείς, γυμνασμένο σώμα και σχέση με γνωστό ηθοποιό δεν δικαιούται να δυσκολεύεται — μία ιδέα τόσο ρηχή όσο ακούγεται.
Η Abrams απαντά με συγκεκριμένες σκηνές, όχι με δημόσιες διακηρύξεις. Στο «Mini Bar», που έγραψε μαζί με τη στενή της φίλη και pop τραγουδίστρια Audrey Hobert, πηγαίνει μόνη σε ένα πάρτι έχοντας «50 δολάρια και ένα εγκεφαλικό κύτταρο».
Απέναντί της βλέπει ένα μοναχικό κορίτσι και συνειδητοποιεί ότι κοιτάζει τον εαυτό της. Το χιούμορ θυμίζει τη συνομιλιακή άνεση του «That’s So True», μόνο που εδώ το αστείο δεν κρύβει την κοινωνική αμηχανία· την κάνει πιο ορατή.
Στο «Cold Goodbyes», οι άγνωστοι που διαβάζουν την έκφρασή της μοιάζουν με εξωγήινους όταν τη ρωτούν αν είναι καλά. Η ερώτηση, όταν επαναλαμβάνεται αρκετές φορές σε κάποιον που παλεύει να κρατηθεί, μπορεί να ακούγεται σχεδόν σαν ανάκριση.
Το «Imaginary Friend» έρχεται αμέσως μετά και αδειάζει το δωμάτιο από κόσμο. Είναι το ήσυχο πρωινό μετά το πάρτι, με την Abrams σε μία κουζίνα να αισθάνεται την παρουσία κάποιου που απουσιάζει.
«Σου μιλάω, εσύ δεν απαντάς», παραδέχεται. Ζητά μία μικρή χάρη από το άδειο δωμάτιο, απολογείται σε μία φανταστική παρουσία και αφήνει το φλερτ να καταλήξει σε πένθος με μπουρνούζι.
Η επιθυμία γίνεται σωματική: γδύνεται, σκέφτεται κάτι που ξέρει ότι είναι λάθος και συνεχίζει να το σκέφτεται. Όταν επιστρέφει στην κουζίνα, η παρουσία εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει ότι βρίσκεται εκεί.
Το τραγούδι γράφτηκε μαζί με τον Paul Mescal, τον γνωστό ηθοποιό με τον οποίο συνδέεται προσωπικά η Abrams. «Μην είσαι αποκύημα της φαντασίας μου. Όμως είσαι, και το μισώ γαμημένα», επιμένει, μετατρέποντας την ασφάλεια μιας ευτυχισμένης σχέσης σε υλικό δημιουργικής έντασης.
Η μεγάλη μετατόπιση του δίσκου φαίνεται καθαρότερα στο «Good Reason». Κανείς δεν την έχει αδικήσει: εκείνη εγκαταλείπει έναν ευγενικό άνδρα, τόσο προστατευτικό ώστε, όπως τραγουδά, «θα άρχιζε να αιμορραγεί» για να καλύψει τα συναισθήματά της.
Η Abrams ψάχνει επίμονα ένα άλλοθι. Μακάρι να έφταιγε το timing, μακάρι να ήταν σκληρός, μακάρι να μην την αγαπούσε τόσο πολύ· τελικά, όλες οι δικαιολογίες καταρρέουν στη φράση «Μακάρι να είχα έναν καλό λόγο».
Το «Mews» μεταφέρει την ίδια ωμότητα σε μία σχέση που πεθαίνει στο Λονδίνο, με μία μηχανή που σβήνει και τέσσερα λάστιχα στις φλόγες. «Κάποτε ήμουν ο βράχος, τώρα είμαι το δύσκολο σημείο σου», τραγουδά, σε μία από τις πιο άβολες αυτοπροσωπογραφίες της.
Λίγο αργότερα αναρωτιέται αν εκείνος τη χαρακτήρισε αφελή ως κομπλιμέντο ή ως διάγνωση. Καμία εκδοχή δεν τη δικαιώνει, κι αυτή ακριβώς είναι η δύναμη του τραγουδιού.
Το ομώνυμο «Daughter Grom Hell» πηγαίνει βαθύτερα, προς τη σχέση με τη μητέρα της. Για αρκετή ώρα μένει σχεδόν χωρίς ντραμς, με πιάνο, έναν χαμηλό τόνο και τη φωνή εκτεθειμένη, πριν ανοίξει σε έναν τραχύ rock ήχο με παραμορφωμένη κιθάρα.
Η Abrams καταγράφει όσα χρωστά: το πιάτο που της ετοίμαζε η μητέρα της, τη ζωή που της δάνεισε, το σπίτι που κράτησε όρθιο με τα δυο της χέρια. Ζητά την υπομονή, τη χάρη, τη γλύκα, το μέταλλο και τον καθρέφτη της.
«Ήμουν χάπι, με κατάπιες. Λένε ότι έχω το στόμα σου», τραγουδά, ευχαριστώντας και ζητώντας συγγνώμη μαζί. «Θα προσπαθήσω να γίνω σαν εσένα τώρα», προσθέτει, αφήνοντας μία παύση μετά από κάθε γραμμή, σαν να φοβάται ότι η επόμενη λέξη θα ακουστεί αχάριστη.
Τα μαχαίρια επιστρέφουν τέσσερις φορές στους στίχους του άλμπουμ, πέρα από την μπαλάντα «The Knife». Είναι η βασική εικόνα που χρησιμοποιεί για τον πόνο: κάτι που στρίβει, φτάνει ως το κόκαλο και μένει εκεί επειδή η αφαίρεσή του ίσως πονέσει περισσότερο.
«Ζω με ένα μαχαίρι στο πλευρό μου, θα το πάω μία βόλτα για διασκέδαση», τραγουδά τρία τραγούδια μετά την έναρξη. «Με προκαλούν να το τραβήξω έξω. Μάλλον θα το κρατήσω για μία ζωή», συνεχίζει, σχεδόν με σαρκαστική τρυφερότητα προς την ίδια της την πληγή.
Στο «The Knife», αποφασίζει να τη διατηρήσει, να της δώσει όνομα, να τη φροντίσει και να τη διεκδικήσει. Ύστερα βγαίνει έξω, αδειάζει το δοχείο με την κηροζίνη και παίρνει το μαχαίρι μαζί της, σαν να κουβαλά αποδεικτικό στοιχείο και όπλο ταυτόχρονα.
Το «Death Wish» στρέφεται σε ένα πρόσωπο που ρίχνει δηλητήριο στο κρασί και την καλεί να χορέψει μόνο όταν υπάρχει κοινό. «Είμαι αρκετά μεγάλη ώστε να σε αναγνωρίζω ως πύλη προς τα ναρκωτικά», λέει, μετρώντας ακόμη και μία κοινή ανάσα ως επιθυμία θανάτου.
Στο «Men Like You», η φωνή της ανοίγει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στους δύο προηγούμενους δίσκους. Αποχαιρετά έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί τους άλλους για να ανέβει και στο τέλος αλλάζει ξαφνικά το πρόσωπο της φράσης: «Κορίτσι μου, ξέρω άνδρες σαν εσένα».
Το «Sober» επιστρέφει σε ένα όνειρο για ένα σχεδόν φιλί κάτω από κίτρινο φως, με τους δύο ανθρώπους να έχουν ήδη συμφωνήσει ότι θα κατηγορήσουν τη μέθη. Η Abrams κινείται με άνεση μέσα στη σκηνή και αφήνει τη γοητεία να κάνει τη μισή δουλειά.
Δίπλα του, το «Broke My Heart» θυμίζει την παλαιότερη περίοδο όπου η ίδια ήταν ξεκάθαρα η πληγωμένη πλευρά. «Μακάρι να είχαμε και οι δύο το ίδιο σύνολο αποδεικτικών στοιχείων», λέει, διατυπώνοντας ένα ερωτικό παράπονο σαν αγόρευση σε δικαστήριο, χωρίς να χαλά τη μελωδία.
Στο «Afflictions» εμφανίζεται επιτέλους ένας ασφαλής άνθρωπος. Της κρατά το χέρι στις αναταράξεις, κάνει το οξυγόνο να φαίνεται λιγότερο τρομακτικό και λέει την αλήθεια ακόμη κι όταν δεν τη βολεύει.
WW
«Από όλες τις αδυναμίες σου, αυτή είναι η αγαπημένη μου», του λέει. Η σημαντικότερη παραδοχή, όμως, είναι πιο λιτή: «Εσύ είσαι δυνατός, εγώ δεν είμαι».
Το «Humming», που έγραψε με τον Dessner και τον Justin Vernon των Bon Iver, κοιτάζει για λίγο πέρα από το προσωπικό χάος. Μιλά για τις συνέπειες της κάνναβης που ξεκίνησε στα δεκαεπτά, για τα παιδικά σπίτια που χάθηκαν και για μία γενιά που θρηνεί δημόσια ενώ κάποιος άλλος κερδίζει χρήματα από τη θλίψη της.
«Δεν υπάρχει κανείς στην κορυφή για να πιστέψεις», τραγουδά. «Τι τρόπος να νιώθεις στα είκοσί σου», προσθέτει, πριν καταλήξει σε μία προσιτή μορφή επιβίωσης: «Όμως είμαστε φτιαγμένοι για να προσπαθούμε σιγοτραγουδώντας».
Στο «What If It’s Right?» συμμετέχει ο Marcus Mumford, με μία πιο τραχιά και γειωμένη φωνή. Οι δύο ερμηνείες κινούνται γύρω από το ίδιο ερώτημα πάνω σε folk-pop ρυθμό και συναντιούνται στη δικαιότερη φράση του δίσκου: «Μπορεί να σε διαλύσω, όμως κι εσύ με διέλυσες πίσω».
Η παραγωγή επιτρέπει σε κάθε σκηνή να αναπνεύσει. Οι πρώτοι δύο δίσκοι είχαν γοητευτική εσωστρέφεια και φωνητικά που έμοιαζαν να φτάνουν κατευθείαν στα ακουστικά, όμως ορισμένα τραγούδια πλησίαζαν υπερβολικά μεταξύ τους, τόσο στον ήχο όσο και στους στίχους.
Εδώ η επανάληψη υποχωρεί. Η Abrams και ο Dessner χρησιμοποιούν πιάνο, χαμηλά synth, ντραμς, κιθάρες, διακριτικά έγχορδα και μεγαλύτερες φωνητικές κορυφώσεις χωρίς να φορτώνουν τα τραγούδια με περιττά στρώματα.
Η φωνή της κάνει επίσης ουσιαστικό βήμα μπροστά. Στο «Good Reason» ανεβαίνει σε ανάλαφρες οκτάβες, ενώ στο ρεφρέν του «Men Like You» πλησιάζει την ένταση μιας μεγάλης pop μπαλάντας, αφήνοντας πίσω την ασφάλεια του ψιθύρου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει όσα την έκαναν δημοφιλή. Το χιούμορ, η αμηχανία και η ευάλωτη αμεσότητα παραμένουν οι λόγοι για τους οποίους οι θαυμαστές εμφανίζονται στις συναυλίες με φιόγκους και λευκές φούστες, φωνάζοντας κάθε στίχο.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι πλέον τα εργαλεία της υπηρετούν πιο σύνθετες ιστορίες. Ένας χωρισμός δεν έχει πάντα καθαρό ένοχο, η αυτογνωσία δεν διορθώνει αυτόματα τη συμπεριφορά και μία συγγνώμη προς τη μητέρα δεν σβήνει όσα προηγήθηκαν.
Το «Daughter Grom Hell» είναι ο δίσκος στον οποίο η Gracie Abrams σταματά να ζητά από το κοινό να αποφασίσει ποιος είχε δίκιο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην κατάθεσή της: στις αντιφάσεις, στα άλλοθι που δεν αντέχουν και στη δυσάρεστη πιθανότητα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ταυτόχρονα πληγωμένος και υπεύθυνος.
Για μία καλλιτέχνιδα που μεγάλωσε δημόσια μέσα σε λίγα χρόνια, αυτή η μετακίνηση έχει βάρος. Η Abrams δεν λύνει το πρόβλημα της ενήλικης ζωής, ούτε προσποιείται ότι η επιτυχία προσφέρει ανοσία στον πανικό· γράφει καλύτερα γι’ αυτά επειδή εγκαταλείπει την ανάγκη να φαίνεται αθώα.
Στο τέλος, το πιο αιχμηρό της όπλο παραμένει η γραφή της. Τα μαχαίρια μπορούν να μείνουν στους στίχους.
