Ο Μίνως Μάτσας κυκλοφορεί το live album «Τα Ρεμπέτικα + Fado, Tango & Blues – ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ LIVE», με τα 28 τραγούδια που ακούστηκαν στη συναυλία του στο Ηρώδειο. Πίσω από την έκδοση βρίσκεται μία βαθιά οικογενειακή σχέση με το ρεμπέτικο και μία ιδέα με ισχυρό συναισθηματικό φορτίο: να συναντηθούν τέσσερις μουσικές παραδόσεις που γεννήθηκαν μέσα από τη φτώχεια, τον ξεριζωμό, την απώλεια, τον έρωτα και την ανάγκη των ανθρώπων να αντέξουν.
Ο Μίνως Μάτσας επιστρέφει στη βραδιά του Ηρωδείου και την παραδίδει ξανά στο κοινό μέσα από ένα live album 28 τραγουδιών. Στο «Τα Ρεμπέτικα + Fado, Tango & Blues – ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ LIVE», το ρεμπέτικο συναντά τα fado, τα tango και τα blues, μέσα σε έναν χώρο όπου κάθε ανάσα, κάθε παύση και κάθε «αχ» ακούγεται λίγο πιο βαρύ.
Η συναυλία πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, με τη συμμετοχή προσκεκλημένων ερμηνευτών και σημαντικών μουσικών, όπως οι Κώστας Τριανταφυλλίδης, Δήμητρα Μωραΐτη, LINA_, Debora Russ και Eric B. Turner
. Η ηχογράφηση κρατά κάτι από την αμηχανία πριν από την πρώτη νότα, τη συγκέντρωση των μουσικών και εκείνη τη σιωπή του κοινού που προηγείται μιας γνώριμης μελωδίας.
Τα live album έχουν αξία όταν αφήνουν μέσα τους το ανθρώπινο ίχνος. Μια ανάσα που ακούστηκε δυνατότερα, ένα γύρισμα της φωνής που δεν θα επαναλαμβανόταν με τον ίδιο τρόπο στο στούντιο, μία μικρή καθυστέρηση πριν από το χειροκρότημα. Αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στον πυρήνα της συγκεκριμένης έκδοσης. Η βραδιά δεν ηχογραφήθηκε για να παρουσιαστεί γυαλισμένη και αψεγάδιαστη, αλλά για να μείνει ζωντανή.
Η επιλογή του Ηρωδείου κουβαλά από μόνη της μία βαριά ιστορία και μία αναπόφευκτη επισημότητα. Το ρεμπέτικο, όμως, δεν γεννήθηκε για επίσημες σκηνές, αυστηρές προσκλήσεις και καλοκαιρινά προγράμματα πολιτισμού. Γεννήθηκε σε λιμάνια, αυλές, μικρά δωμάτια, φυλακές και γειτονιές όπου οι άνθρωποι δεν είχαν πολλά να χάσουν. Η παρουσία του στο Ηρώδειο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν ξεχνά αυτή τη διαδρομή.
Ο Μίνως Μάτσας γνωρίζει ότι πλησιάζει το ρεμπέτικο έχοντας μία προσωπική κληρονομιά που δύσκολα αγνοείται. «Η σχέση μου με το ρεμπέτικο είναι τόσο ισχυρή, σχεδόν κυτταρική», αναφέρει ο ίδιος.
Η λέξη «κυτταρική» εδώ δεν λειτουργεί ως εύκολο σχήμα λόγου. Η ιστορία του ρεμπέτικου έχει περάσει μέσα από το ίδιο του το όνομα.
Ο παππούς του, επίσης Μίνως Μάτσας, υπήρξε διευθυντής της Odeon – Parlophone από το 1930. Σε μία εποχή όπου το ρεμπέτικο αντιμετωπιζόταν με καχυποψία, περιφρόνηση και φόβο, πήρε την απόφαση να ηχογραφήσει τα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη και στη συνέχεια σημαντικούς συνθέτες της εποχής.
Ο Τάκης Μπίνης είχε περιγράψει τη συμβολή του με μία φράση απόλυτη, σχεδόν προκλητική. «Αν δεν υπήρχε ο Μίνως Μάτσας δεν θα υπήρχε ρεμπέτικο τραγούδι», είχε πει ο τραγουδιστής.
Η φράση έχει την υπερβολή που συχνά συνοδεύει τις μεγάλες προσωπικές μαρτυρίες. Κρατά όμως μία βασική αλήθεια: κάποιος έπρεπε να ανοίξει την πόρτα του στούντιο σε εκείνους τους ανθρώπους. Κάποιος έπρεπε να ακούσει αξία εκεί όπου οι περισσότεροι άκουγαν μόνο μία ενοχλητική φωνή από το περιθώριο. Η δισκογραφία δεν έσωσε το ρεμπέτικο, συνέβαλε όμως στο να μη χαθεί η φωνή του.
Ο παππούς του Μίνου Μάτσα δεν περιορίστηκε στον ρόλο του στελέχους. Έγραψε στίχους για τραγούδια που πέρασαν από γενιά σε γενιά, όπως τα «Μινόρε Της Αυγής», «Ο Αντώνης Ο Βαρκάρης», «Είσαι Εσύ Ο Άνθρωπός Μου» και «Μες Τον Οντά Ενός Πασά».
Η σχέση αυτή δημιουργεί μία δύσκολη ισορροπία για τον σημερινό Μίνω Μάτσα. Από τη μία βρίσκεται η οικειότητα, από την άλλη η ευθύνη απέναντι σε ένα υλικό που δεν σηκώνει εύκολες χειρονομίες.
«Ήταν λοιπόν μοιραίο να βουτήξω κυριολεκτικά με τα μούτρα, πριν καν ασχοληθώ με τη σύνθεση, στον πλούτο αυτόν που λέγεται ρεμπέτικο τραγούδι», λέει.
Στα λόγια του περιγράφει την ποίηση των στίχων, την τελετουργία των ρυθμών και την ενστικτώδη δύναμη των οργάνων. Μιλά επίσης για τη μελαγχολία και το παράπονο που αναγνώρισε μέσα του πριν ακόμη μπορέσει να τα εξηγήσει.
Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν το ρεμπέτικο. Το αισθάνονται πριν μάθουν την ιστορία του. Μια φωνή ραγίζει σε μία λέξη, το μπουζούκι επιμένει σε λίγες νότες και ξαφνικά το τραγούδι μοιάζει να γνωρίζει κάτι πολύ προσωπικό για εκείνον που το ακούει. Η δύναμή του βρίσκεται συχνά σε αυτή την άμεση, σχεδόν αμήχανη αναγνώριση.
Ο Μίνως Μάτσας αναφέρεται στις φωνές και στο παίξιμο των ανθρώπων που άνοιξαν μπροστά του αυτόν τον κόσμο. Θυμάται τα γυρίσματα του Παγιουμτζή και του Νταλγκά, τη δύναμη και την ευαισθησία του Βαμβακάρη και του Παπαϊωάννου. Μιλά για το τραγούδισμα της Μαρίκας Παπαγκίκα, τη χάρη της Ρόζας Εσκενάζυ, της Ιωάννας Γεωργακοπούλου και της Στέλλας Χασκίλ. Αναγνωρίζει τη γλύκα του Κώστα Γκόγκου και τη μαστοριά του Κώστα Σκαρβέλη, του Γιώργου Κάβουρα και του Παναγιώτη Τούντα.
Στην ίδια μεγάλη αλυσίδα βρίσκονται ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης και ο Απόστολος Καλδάρας. Τα ονόματα είναι πολλά επειδή το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι δεν γράφτηκαν από μία κλειστή παρέα, αλλά από έναν ολόκληρο κόσμο ανθρώπων που έβαλαν τη ζωή τους μέσα στις νότες.
«Σκέφτομαι συχνά πόσο τυχερός λαός είμαστε για να χωρέσουμε σε ένα τόσο μικρό κομμάτι γης τόσους πολλούς και σημαντικούς δημιουργούς», σημειώνει ο Μίνως Μάτσας.
Η σημερινή αναγνώριση μπορεί εύκολα να μας κάνει να ξεχάσουμε το τίμημα που πλήρωσαν αρκετοί από αυτούς τους ανθρώπους. Πριν γίνουν σεβαστές αναφορές σε αφιερώματα, κουβαλούσαν το στίγμα της φτώχειας, της φυλακής, της προσφυγιάς, της εξάρτησης και της κοινωνικής απόρριψης. Τα τραγούδια τους δεν γράφτηκαν με τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα παίζονταν σε μεγάλες σκηνές. Γράφτηκαν επειδή η πραγματικότητα έπρεπε κάπου να ειπωθεί.
«Η αλήθεια είναι πως όταν έφτιαχναν τα διαμάντια αυτά δεν γνώριζαν την υψηλή μορφή τέχνης που άφηναν πίσω τους», αναφέρει ο Μίνως Μάτσας. «Ήθελαν να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα, τη φτώχεια, τη φυλακή, την εξορία, να μιλήσουν για τις χαρές, τον θάνατο και τον έρωτα, και το τραγούδι ήταν η διέξοδός τους», προσθέτει.
Αυτή η ανάγκη εξηγεί και τη συνάντηση με τα fado, τα tango και τα blues. Παρά τις αποστάσεις στον χάρτη, οι τέσσερις παραδόσεις μοιράζονται ανθρώπους που τραγούδησαν επειδή ο κόσμος γύρω τους δεν άφηνε πολύ χώρο για παρηγοριά.
Τα blues γεννήθηκαν μέσα από τη σκληρή εμπειρία των Αφροαμερικανών, τη βία, την εκμετάλλευση και την καθημερινή αδικία. Ο ήχος τους πέρασε από την ύπαιθρο στις πόλεις, διατηρώντας εκείνη την αίσθηση ότι η φωνή και η κιθάρα μπορούν να σηκώσουν ένα βάρος δυσανάλογα μεγάλο για δύο ανθρώπινα χέρια.
Τα fado της Πορτογαλίας κουβαλούν τον αποχωρισμό, την αναμονή και το πεπρωμένο, όπως δηλώνει και η ίδια η λέξη. Είναι τραγούδια στα οποία η απουσία αποκτά σχεδόν φυσική παρουσία μέσα στο δωμάτιο.
Το tango, πάλι, ξεκίνησε στις λαϊκές γειτονιές και στους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες. Ο ερωτισμός του παραμένει άγριος, επειδή πίσω από την κομψότητα του χορού υπάρχει πάντα η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία, τη ζήλια και την απώλεια.
Το ρεμπέτικο έχει τη δική του γεωγραφία: τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη, τις προσφυγικές συνοικίες, τα δωμάτια όπου ο καπνός και οι φωνές έμεναν χαμηλά. Εκεί οι άνθρωποι τραγουδούσαν τον έρωτα, την αδικία και τον θάνατο χωρίς να ζητούν άδεια από κανέναν.
Η συγγένεια αυτών των ειδών δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με θεωρία. Ακούγεται στον τρόπο με τον οποίο η φωνή βγαίνει λίγο πιο δύσκολα, σαν να πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από μία παλιά πληγή.
Ο Μίνως Μάτσας τοποθετεί συμβολικά τις μορφές του ρεμπέτικου δίπλα στον Robert Johnson, την Amália Rodrigues και τον Carlos Gardel. Η συνάντηση είναι φανταστική, όμως οι συναισθηματικές αποστάσεις ανάμεσά τους είναι μικρές.
«Πιστεύω πως η μουσική είναι μία. Μας ενώνει, μας δονεί, μας συγκινεί, μας συναρπάζει. Από όπου κι αν προέρχεται, αρκεί να έχει αλήθεια», δηλώνει.
Στο πρώτο μέρος, ο Μίνως Μάτσας επέλεξε αγαπημένα του ρεμπέτικα και τα πλησίασε με ελευθερία. Άλλαξε ρυθμούς και μελωδίες, ένωσε διαφορετικά μέρη και πρόσθεσε νέες μουσικές φράσεις που γεννήθηκαν από τα ίδια τα τραγούδια.
«Τα έπαιξα όπως τα άκουσα την πρώτη φορά κρατώντας το απόσταγμα της συγκίνησης που μου γέννησαν», εξηγεί. «Μετά ένωσα πάλι τα μέρη τους, συχνά παράλλαξα τη μελωδία, τον ρυθμό τους και πήρα την ελευθερία να προσθέσω μουσικά μέρη που γεννήθηκαν από τα ίδια τα τραγούδια», προσθέτει.
Η αναμέτρηση με το ρεμπέτικο έχει πάντα ένα ρίσκο. Πολλές διασκευές το καθάρισαν τόσο πολύ από τη σκόνη, τη σκληράδα και την ατέλειά του, ώστε στο τέλος έμεινε μόνο το περίγραμμα. Ο σεβασμός προς ένα παλιό τραγούδι δεν βρίσκεται στην άψογη αναπαραγωγή του. Βρίσκεται στην ικανότητα να πλησιάσεις το συναίσθημά του χωρίς να το πνίξεις κάτω από τεχνική επίδειξη και υπερβολική ευγένεια.
Ο Μίνως Μάτσας περιγράφει τον βασικό του όρο με μία απλή φράση. «Να κρατήσω αυτό που αισθάνομαι ως ουσία», τονίζει.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία του live album. Τα 28 τραγούδια ζητούν από τον ακροατή να ακούσει τις διαφορές, αλλά και τα νήματα που ενώνουν έναν ρεμπέτη στον Πειραιά, έναν μουσικό του blues στον Μισισιπή, μία φωνή στη Λισαβόνα και ένα ζευγάρι που χορεύει tango στο Μπουένος Άιρες.
Η ζωντανή ηχογράφηση επιτρέπει στη συναυλία να βγει από τα όρια μιας βραδιάς. Όσοι βρέθηκαν στο Ηρώδειο μπορούν να επιστρέψουν σε εκείνη την ατμόσφαιρα, ενώ όσοι έλειπαν έχουν τώρα πρόσβαση σε μία παράσταση που βασίστηκε στις συναντήσεις, στις αντιθέσεις και στην κοινή μνήμη.
«Αφήστε για λίγο την καρδιά σας να πετάξει μακριά από τη βαρβαρότητα της εποχής σε ένα φανταστικό μουσικό ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο, όπου οι μορφές του ρεμπέτικου περιπλανώνται στις όχθες του Mississippi, στη Λισαβόνα και το Buenos Aires παρέα με τον Robert Johnson, την Amalia Rodrigues και τον Carlos Gardel», προτείνει ο Μίνως Μάτσας.
Η πραγματική συγκίνηση αυτής της εικόνας δεν βρίσκεται στο ταξίδι. Βρίσκεται στη σκέψη ότι άνθρωποι που δεν συναντήθηκαν ποτέ μπορούν να σταθούν δίπλα δίπλα επειδή τραγούδησαν για τους ίδιους φόβους.
Το άλμπουμ «Τα Ρεμπέτικα + Fado, Tango & Blues – ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ LIVE» κρατά ζωντανή μία συναυλία, αλλά παράλληλα φωτίζει μία παλιά και επίμονη συγγένεια. Το ρεμπέτικο, τα fado, τα tango και τα blues μεγάλωσαν μέσα σε διαφορετικές γλώσσες, σε δρόμους που μύριζαν αλλιώς και σε κοινωνίες με τη δική τους βία.
Στον πυρήνα τους υπήρχε ο ίδιος άνθρωπος: κάποιος που έχασε, ερωτεύτηκε, ξεριζώθηκε, φοβήθηκε και αποφάσισε να τραγουδήσει. Αυτή η κοινή εμπειρία εξηγεί γιατί τα συγκεκριμένα τραγούδια δεν γέρασαν μαζί με την εποχή τους.
Ο Μίνως Μάτσας πλησιάζει αυτή την κληρονομιά έχοντας πίσω του ένα βαρύ οικογενειακό όνομα. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι δεν μένει μόνο στην οικογενειακή μνήμη και προσπαθεί να βρει μία σημερινή θέση για τα τραγούδια.
Το Ηρώδειο, οι προσκεκλημένοι και η μεγάλη παραγωγή δίνουν στη συναυλία το πλαίσιό της. Η καρδιά της βρίσκεται αλλού: σε εκείνο το «αχ» που πέρασε από παλιές φωνές, διέσχισε δεκαετίες και συνεχίζει να βρίσκει ανθρώπους που το καταλαβαίνουν πριν καν ακούσουν ολόκληρο τον στίχο.
