Ο Tommy Lee μιλά για την εξάρτηση που είχε κυριεύσει τους Mötley Crüe στα τέλη της δεκαετίας του 1980, περιγράφοντας τη νύχτα κατά την οποία εκείνος και ο Nikki Sixx έκαναν ενέσεις με ουίσκι επειδή είχαν ξεμείνει από ηρωίνη και κοκαΐνη. Η ακραία εκείνη στιγμή, μαζί με τον φόβο ότι κάποιο μέλος του συγκροτήματος δεν θα ξυπνούσε, οδήγησε τους τέσσερις μουσικούς σε θεραπεία πριν από την ηχογράφηση του «Dr. Feelgood».
Ο Tommy Lee θυμάται ακόμη τη στιγμή κατά την οποία η υπερβολή έπαψε να μοιάζει με ανέμελη rock παραφορά και αποκάλυψε το πραγματικό της πρόσωπο. Ήταν ξημερώματα, η ηρωίνη είχε τελειώσει και ο ίδιος βρισκόταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με τον Nikki Sixx. Μπροστά τους υπήρχε ένα μπουκάλι Jack Daniel’s και μερικές σύριγγες. Η απόφαση που πήραν στη συνέχεια τον έκανε να σκεφτεί, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά, ότι κάποιος θα πέθαινε.
Μιλώντας στην εκπομπή «Armchair Expert With Dax Shepard», ο ντράμερ των Mötley Crüe επέστρεψε σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ζωής του. Περιέγραψε χωρίς εξωραϊσμούς την εξάρτηση από την ηρωίνη, τη συλλογική κατάρρευση του συγκροτήματος και την προσπάθεια των μελών του να παραμείνουν νηφάλια την εποχή που ετοίμαζαν το «Dr. Feelgood».
Η νύχτα με το ουίσκι εκτυλίχθηκε περίπου στις τρεις ή τέσσερις τα ξημερώματα. Ο Lee δεν κατονόμασε αρχικά τον μπασίστα με τον οποίο βρισκόταν, μιλώντας απλώς για τον «μπασίστα» του, όμως το περιστατικό έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με τον Nikki Sixx.
«“Τι θα κάνουμε τώρα;”», θυμήθηκε ότι σκέφτηκαν όταν τελείωσαν τα ναρκωτικά. Στη συνέχεια, οι δύο μουσικοί ξεβίδωσαν το καπάκι ενός μπουκαλιού Jack Daniel’s, το γέμισαν με ουίσκι και τράβηξαν το ποτό μέσα στις σύριγγες.
«Γεμίσαμε το καπάκι με Jack και μετά τραβήξαμε μερικές σύριγγες. Κάναμε ενέσεις με Jack Daniel’s», είπε ο Lee.
Η πράξη αυτή προκάλεσε μία σπάνια στιγμή διαύγειας μέσα σε μία περίοδο όπου η λογική είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Το ουίσκι βρισκόταν ήδη στο δωμάτιο και μπορούσαν να το πιουν. Εκείνοι, όμως, είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τη σύριγγα αναπόσπαστο μέρος οποιασδήποτε μέθης.
«Εκείνη τη στιγμή είπα: “Εντάξει, τι συμβαίνει; Θα μπορούσαμε απλώς να το πιούμε, όμως το κάνουμε ένεση. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Και κάποιος θα πεθάνει”», περιέγραψε.
Ο Lee θυμήθηκε ακόμη ότι μπορούσε να αισθανθεί τη γεύση του αλκοόλ ενώ το έβαζε στις φλέβες του. Την περιέγραψε ως ξυλώδη, με μία βαριά φαρμακευτική αίσθηση. «Μπορούσες να το γευτείς, όπως γεύεσαι την ηρωίνη», τόνισε.
Σε προηγούμενη συνέντευξή του, τον Ιούνιο, στην εκπομπή «The Zach Sang Show», είχε δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το ίδιο βράδυ. Όπως εξήγησε, εκείνος και ο Sixx έκαναν ενέσεις ηρωίνης και κοκαΐνης, ώσπου οι ουσίες τελείωσαν. Βρίσκονταν πιθανότατα σε ξενοδοχείο στο Χιούστον του Τέξας και, μέσα στη νύχτα, δεν είχαν τρόπο να βρουν περισσότερα ναρκωτικά.
«Κάναμε ενέσεις με ναρκωτικά, ηρωίνη και κοκαΐνη, και ξεμείναμε. Ήμασταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, κάπου σαν το Χιούστον του Τέξας, και δεν υπήρχε περίπτωση να βρούμε τίποτα. Έτσι, απλώς ξεβιδώσαμε το καπάκι από αυτό το μπουκάλι Jack, το γεμίσαμε και αρχίσαμε να τραβάμε το ουίσκι με τη σύριγγα. Κάναμε ενέσεις με Jack», είπε.
Η ιστορία των Mötley Crüe στη δεκαετία του 1980 συνδέθηκε στενά με τις υπερβολές της εποχής. Το συγκρότημα, με τους Vince Neil, Mick Mars, Nikki Sixx και Tommy Lee, βρισκόταν στο κέντρο της hard rock σκηνής του Λος Άντζελες, σε μία περίοδο κατά την οποία οι περιοδείες, τα πάρτι και η συστηματική χρήση ουσιών συχνά παρουσιάζονταν ως φυσική προέκταση της επιτυχίας.
Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, η καθημερινότητα είχε γίνει επικίνδυνη. Τα μέλη του συγκροτήματος έπαιρναν μεγάλες ποσότητες χαπιών, έβγαιναν τη νύχτα σε κατάσταση πλήρους αποσύνδεσης και δεν γνώριζαν αν όλοι θα ξυπνούσαν την επόμενη ημέρα.
«Όλοι αποφασίσαμε ότι έπρεπε να πάμε σε κέντρο απεξάρτησης, διαφορετικά κάποιος θα πέθαινε», είπε ο Lee.
«Οι άνθρωποι έτρωγαν χούφτες υπνωτικά χάπια και μετά έβγαιναν για όλο το βράδυ. Ήμασταν σαν ζωντανοί νεκροί και κάποιοι δεν ξυπνούσαν. Λέγαμε: “Κάποιος θα πεθάνει σύντομα”», θυμήθηκε.
Η απόφαση για θεραπεία πάρθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν οι Mötley Crüe ετοιμάζονταν να ηχογραφήσουν το πέμπτο άλμπουμ τους. Το 1989, τα μέλη του συγκροτήματος μπήκαν σε κέντρα απεξάρτησης και συμμετείχαν σε ομαδική θεραπεία, επιχειρώντας να αντιμετωπίσουν μαζί μία κατάσταση που είχε πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Στη συνέχεια μετακινήθηκαν στο Βανκούβερ, όπου δούλεψαν πάνω στο «Dr. Feelgood» προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσουν τη νηφαλιότητά τους. Το άλμπουμ έφτασε στο No. 1 του αμερικανικού chart και παρέμεινε εκεί συνολικά για 109 εβδομάδες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας τους.
Ο Lee έχει συνδέσει άμεσα τη δύναμη του δίσκου με εκείνη την περίοδο συγκέντρωσης μετά τη θεραπεία. Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, το συγκρότημα μπορούσε να στραφεί στη μουσική χωρίς το καθημερινό χάος που προκαλούσαν οι ουσίες.
«Αυτός είναι πιθανότατα ο λόγος που το άλμπουμ “Dr. Feelgood” είναι τόσο καλό, επειδή είχαμε βγει από την απεξάρτηση, ήμασταν νηφάλιοι και είχαμε συγκεντρωθεί μόνο σε εκείνον τον δίσκο», είπε στην εκπομπή «The Zach Sang Show».
Η κοινή θεραπεία έφερε, πάντως, νέες δυσκολίες. Οι τέσσερις μουσικοί δεν καλούνταν μόνο να σταματήσουν τη χρήση. Έπρεπε να μιλήσουν για τις σχέσεις τους, τις εντάσεις μέσα στο συγκρότημα και πλευρές του χαρακτήρα τους που μέχρι τότε παρέμεναν θαμμένες κάτω από τη διαρκή μέθη.
«Συναντιόμασταν όλοι και συζητούσαμε πώς αντιμετώπιζε ο καθένας αυτή τη νέα κατάσταση», είπε ο Lee.
«Μόλις αρχίζεις θεραπεία με τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεσαι και οι οποίοι περνούν ακριβώς το ίδιο πράγμα, μαθαίνεις όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία για εκείνους. Και ξαφνικά, την ίδια στιγμή, τα πράγματα γίνονται πραγματικά περίπλοκα», εξήγησε.
Η νηφαλιότητα δεν ακολούθησε μία σταθερή, ευθεία πορεία. Ο Lee επέστρεψε αρκετές φορές σε θεραπεία, μεταξύ άλλων το 2019, ενώ το 2023 είχε δηλώσει στον Bill Maher ότι είχε συμπληρώσει έναν χρόνο χωρίς αλκοόλ. Στη συζήτησή του με τον Dax Shepard αναγνώρισε ότι τα μεγαλύτερα διαστήματα αποχής του παρέμειναν περιορισμένα: «Νομίζω ότι τα τρία χρόνια είναι το μεγαλύτερο διάστημα που έχω καταφέρει», δήλωσε.
Η εμπειρία του Lee συμπληρώνει τη γνωστή καταγραφή της εξάρτησης μέσα στους Mötley Crüe. Ο Nikki Sixx έχει περιγράψει τη δική του σχέση με την ηρωίνη στο βιβλίο του «The Heroin Diaries» του 2007, μεταφέροντας τη σκοτεινή πραγματικότητα πίσω από μία εποχή που για χρόνια παρουσιαζόταν μέσα από ιστορίες αχαλίνωτης διασκέδασης.
Η αφήγηση του Tommy Lee έχει αξία επειδή δείχνει πόσο εύκολα η εξάρτηση μπορεί να μετατρέψει το ακραίο σε καθημερινή συνήθεια. Δύο άνθρωποι που κάνουν ενέσεις με ουίσκι δεν σκέφτονται πια με τους όρους της απόλαυσης· λειτουργούν μέσα σε έναν κύκλο όπου η ανάγκη για την επόμενη δόση έχει καταλάβει κάθε άλλη σκέψη.
Το «Dr. Feelgood» έμεινε στην ιστορία ως το εμπορικό απόγειο των Mötley Crüe. Πίσω από την επιτυχία του βρίσκεται μία εύθραυστη περίοδος κατά την οποία τέσσερις μουσικοί προσπάθησαν να κρατηθούν ζωντανοί, να συνεργαστούν ξανά και να μάθουν να υπάρχουν χωρίς τις ουσίες που είχαν εισβάλει σε κάθε πλευρά της ζωής τους.
Η παραδοχή του Tommy Lee ότι η νηφαλιότητα παραμένει δύσκολη υπογραμμίζει ότι η απεξάρτηση δεν ολοκληρώνεται με μία επίσκεψη σε ένα κέντρο θεραπείας. Είναι μία διαρκής διαδικασία, γεμάτη υποτροπές, προσπάθεια και αποφάσεις που χρειάζεται να επαναλαμβάνονται καθημερινά.
