Η Tyla επιστρέφει με το «A*POP», έναν δίσκο που φέρνει τις νοτιοαφρικανικές της ρίζες πιο κοντά στη διεθνή pop, χωρίς να περιορίζει την ταυτότητά της σε μία εύκολη συνταγή. Με συνεργασίες από τη Mawhoo και την Babalwa M μέχρι τους Liquideep και τη Zara Larsson, η βραβευμένη με Grammy τραγουδίστρια εξετάζει τον έρωτα, την ανεξαρτησία και την αμφιβολία, ενώ δείχνει πως έχει πλέον σαφή εικόνα για την κατεύθυνση που θέλει να ακολουθήσει.
Το «A*POP» βρίσκει την Tyla σε μία κρίσιμη στιγμή: έχει ήδη γνωρίσει τη διεθνή επιτυχία, έχει συστηθεί σε εκατομμύρια ακροατές και τώρα καλείται να δείξει τι υπάρχει πέρα από το τραγούδι που την έκανε παγκόσμια γνωστή. Η απάντησή της έρχεται με έναν δίσκο που στηρίζεται στη μελωδία, στη συγκρατημένη παραγωγή και σε μία ερμηνεία που δεν χρειάζεται να ανεβάσει την ένταση για να κερδίσει την προσοχή.
Η πορεία της Tyla τα τελευταία χρόνια έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σύγχρονη pop. Μεγάλωσε στη Νότια Αφρική και έφερε στο προσκήνιο έναν ήχο που ενώνει την amapiano, την R&B και την pop, σε μία περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες αγορές αναζητούν συνεχώς νέες τοπικές σκηνές. Η ίδια κατάφερε να περάσει από αυτή τη συνθήκη χωρίς να χάσει τον έλεγχο της εικόνας και του ήχου της.
Το «Water» ήταν το τραγούδι που άλλαξε την κλίμακα της καριέρας της. Η επιτυχία του, μαζί με το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ «TYLA» και τη βράβευσή της με Grammy, την τοποθέτησαν ανάμεσα στα πιο αναγνωρίσιμα νέα πρόσωπα της διεθνούς pop. Παράλληλα, δημιούργησαν μία δύσκολη απαίτηση: κάθε επόμενο βήμα θα συγκρινόταν αναπόφευκτα με εκείνη τη στιγμή.
Στο «A*POP», η Tyla αποφεύγει να αντιγράψει τη συνταγή του «Water». Επιλέγει να δουλέψει πάνω στα στοιχεία που υπήρχαν ήδη στον τρόπο με τον οποίο γράφει και ερμηνεύει: καθαρές μελωδίες, φωνητική οικονομία, ρυθμούς που αφήνουν χώρο και ρεφρέν που μένουν στη μνήμη χωρίς να ακούγονται υπερφορτωμένα.
Το άλμπουμ ανοίγει με το «Is It Love», ένα τραγούδι που λειτουργεί ως σαφής δήλωση προθέσεων. Η φωνή της βρίσκεται στο κέντρο, η παραγωγή κινείται διακριτικά γύρω της και η ερωτική αβεβαιότητα αντιμετωπίζεται με οικειότητα. Η Tyla ακούγεται άνετη, σχεδόν σαν να απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι σε ένα απρόσωπο, μαζικό ακροατήριο.
Αυτή η αίσθηση εγγύτητας διατρέχει μεγάλο μέρος του δίσκου. Ακόμη και όταν τα τραγούδια έχουν έντονο ρυθμικό χαρακτήρα, η ερμηνεία παραμένει ελεγχόμενη. Η Tyla γνωρίζει πότε να αφήσει μία φράση να αιωρηθεί, πότε να δώσει βάρος σε μία λέξη και πότε να αφήσει τη μελωδία να κάνει τη βασική δουλειά.
Το «Is It» συνεχίζει τη συζήτηση γύρω από την επιθυμία και την αμφιβολία. Η σχέση παρουσιάζεται ως μία κατάσταση με ανοιχτές ερωτήσεις, όπου η έλξη συνυπάρχει με την ανάγκη για ξεκάθαρες απαντήσεις. Πρόκειται για ένα από τα βασικά νήματα του «A*POP»: η Tyla θέλει να πλησιάσει, αλλά κρατά πάντοτε ένα μέρος του εαυτού της προστατευμένο.
Στα «Chanel», «Mr. Nonchalant» και «Right Now», η διάθεση γίνεται πιο παιχνιδιάρικη. Η αυτοπεποίθηση εδώ δεν εκφράζεται με μεγάλες δηλώσεις. Βρίσκεται στον τόνο της φωνής, στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το φλερτ και στην άνεση με την οποία αλλάζει στάση απέναντι στον άνθρωπο που έχει απέναντί της.
Το «Mr. Nonchalant» ειδικά ακουμπά μία γνώριμη σύγχρονη εμπειρία: τη συναισθηματική απόσταση που συχνά παρουσιάζεται ως αδιαφορία ή έλεγχος. Η Tyla δεν μετατρέπει το θέμα σε βαρύ δράμα. Το αντιμετωπίζει με ειρωνεία, παρατηρητικότητα και την ψυχραιμία κάποιου που αναγνωρίζει το παιχνίδι πριν αποφασίσει αν αξίζει να συμμετάσχει.
Ο δίσκος αποκτά μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος στα «Feel Something», «Double Blind» και «I Don’t Care». Εκεί φαίνεται πιο καθαρά η ένταση ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στην επιθυμία για ανεξαρτησία. Η ευαισθησία δεν παρουσιάζεται ως αδυναμία, ενώ η αποστασιοποίηση δεν δίνεται ως εύκολη λύση.
Το «Double Blind» παραπέμπει ήδη από τον τίτλο του σε μία σχέση όπου κανείς δεν έχει πλήρη εικόνα των προθέσεων του άλλου. Το «Feel Something» στρέφεται προς την ανάγκη να υπάρξει ένα αληθινό συναίσθημα μέσα σε μία επαφή που κινδυνεύει να μείνει στην επιφάνεια. Στο «I Don’t Care», η αδιαφορία ακούγεται περισσότερο σαν άμυνα παρά σαν τελική θέση.
Η ουσία του «A*POP» βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ενώνει αυτές τις διαφορετικές διαθέσεις. Η επιθυμία, η επιφυλακτικότητα, η αυτοπεποίθηση και η ανάγκη για έλεγχο εμφανίζονται ως πλευρές του ίδιου ανθρώπου. Η Tyla δεν προσπαθεί να παρουσιάσει μία απόλυτα σταθερή εκδοχή του εαυτού της. Αφήνει τις αντιφάσεις να υπάρχουν μέσα στα τραγούδια.
Εξίσου σημαντική είναι η σχέση του άλμπουμ με τη Νότια Αφρική. Οι επιρροές της χώρας της εντάσσονται φυσικά στον ήχο, χωρίς να χρησιμοποιούνται ως εξωτικό στοιχείο για το διεθνές κοινό. Η παρουσία της Mawhoo και της Babalwa M ενισχύει αυτή τη σύνδεση, φέρνοντας στο άλμπουμ δύο φωνές με βαθιά σχέση με τη σύγχρονη νοτιοαφρικανική σκηνή.
Η συμμετοχή των Liquideep στο «Fairytale» έχει ξεχωριστό βάρος. Το συγκρότημα ανήκει σε προηγούμενη γενιά της νοτιοαφρικανικής house και η συνάντησή του με την Tyla δημιουργεί μία γέφυρα ανάμεσα σε δύο περιόδους. Η επιλογή αυτή δείχνει σεβασμό προς την ιστορία που προηγήθηκε και αναγνωρίζει ότι η σημερινή διεθνής παρουσία της νοτιοαφρικανικής μουσικής έχει χτιστεί μέσα από πολλά διαδοχικά βήματα.
Αυτή η σύνδεση αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μία εποχή κατά την οποία η amapiano έχει περάσει από τα κλαμπ της Νότιας Αφρικής σε φεστιβάλ, playlists και στούντιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η διεθνής βιομηχανία συχνά απομονώνει έναν ρυθμό ή μία αισθητική από το περιβάλλον όπου γεννήθηκαν. Η Tyla επιλέγει να κρατήσει ορατές τις σχέσεις, τις επιρροές και τους ανθρώπους πίσω από τον ήχο.
Στην άλλη πλευρά του άλμπουμ βρίσκεται η συνεργασία με τη Zara Larsson στο «She Did It Again». Η Σουηδή τραγουδίστρια διαθέτει πολυετή εμπειρία στη διεθνή pop και γνωρίζει καλά τις απαιτήσεις ενός άμεσου, μελωδικού τραγουδιού. Η συνάντησή τους λειτουργεί επειδή οι δύο φωνές έχουν χώρο, ενώ η βασική ταυτότητα του τραγουδιού παραμένει συνδεδεμένη με την Tyla.
Η συνεργασία αυτή δείχνει επίσης πώς αντιλαμβάνεται η Tyla τη διεθνή της θέση. Δεν εγκαταλείπει τα στοιχεία που την έφεραν έως εδώ για να προσαρμοστεί σε μία γενική pop φόρμα. Αντιθέτως, προσκαλεί καλλιτέχνες από διαφορετικά περιβάλλοντα να κινηθούν μέσα στον δικό της κόσμο.
Το πιο πειστικό χαρακτηριστικό του «A*POP» είναι η αίσθηση ότι κάθε επιλογή έχει συγκεκριμένο λόγο. Οι συνεργασίες, οι αλλαγές στη διάθεση και οι πιο ήσυχες στιγμές υπηρετούν την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που γνωρίζει τη δύναμη της εικόνας της, αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διάρκεια της μουσικής της.
Η Tyla έχει καταλάβει επίσης ότι η απλότητα απαιτεί ακρίβεια. Όταν η παραγωγή αφήνει κενό χώρο, κάθε φωνητική λεπτομέρεια γίνεται πιο εμφανής. Όταν ένα ρεφρέν βασίζεται σε λίγες λέξεις, η μελωδία πρέπει να είναι αρκετά δυνατή ώστε να τις στηρίξει. Στο «A*POP», αυτή η οικονομία λειτουργεί ως βασικό πλεονέκτημα.
Το «TYLA» παρουσίασε μία καλλιτέχνιδα που είχε ήδη ισχυρό προσωπικό ύφος. Το «A*POP» δείχνει ότι εκείνη η πρώτη εντύπωση μπορεί να εξελιχθεί σε σταθερή καριέρα. Ο νέος δίσκος ανοίγει περισσότερο τον ήχο της, διατηρεί την οικειότητα των ερμηνειών της και αντιμετωπίζει τις πολιτισμικές της ρίζες ως ενεργό μέρος του παρόντος της.
Η επόμενη φάση της Tyla θα κριθεί από την ικανότητά της να συνεχίσει να εξελίσσεται χωρίς να εγκλωβιστεί στις προσδοκίες που συνοδεύουν μία τόσο γρήγορη άνοδο. Το «A*POP» δείχνει ότι διαθέτει το βασικότερο εργαλείο για να το πετύχει: γνωρίζει ήδη ποια στοιχεία θέλει να κρατήσει και ποια όρια θέλει να δοκιμάσει.
Σε μία διεθνή pop που συχνά ζητά άμεση επανάληψη της επιτυχίας, η Tyla επιλέγει να χτίσει σταθερά τον δικό της χώρο. Το αποτέλεσμα διατηρεί τη σύνδεσή της με τη Νότια Αφρική, αφήνει τις προσωπικές αντιφάσεις να ακουστούν και αντιμετωπίζει την παγκόσμια αναγνώριση ως αφετηρία για μεγαλύτερη ελευθερία.
Το «A*POP» δείχνει μία καλλιτέχνιδα που πλέον δεν συστήνεται. Αρχίζει να εξηγεί, με τους δικούς της όρους, ποια θέλει να γίνει.
