Έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Punisher» και τη διεθνή επιτυχία με τις boygenius, η Phoebe Bridgers επιστρέφει με το τρίτο προσωπικό της άλμπουμ, «Lost Weekend». Μέσα από 16 τραγούδια, η 31χρονη καλλιτέχνιδα από την Καλιφόρνια διαχειρίζεται την απώλεια του πατέρα της, τις ανατροπές στην προσωπική της ζωή και το βάρος της δημοσιότητας, παρουσιάζοντας τον πιο συνεκτικό δίσκο της πορείας της.
Η Phoebe Bridgers επέστρεψε στη δισκογραφία με το «Lost Weekend», έναν δίσκο όπου το πένθος συναντά το πικρό χιούμορ και την αυτογνωσία. Η 31χρονη καλλιτέχνιδα από την Καλιφόρνια παρουσιάζει το πιο φιλόδοξο άλμπουμ της καριέρας της, αποτυπώνοντας τις ριζικές αλλαγές που βίωσε τα τελευταία έξι χρόνια.
Στις πρόσφατες εμφανίσεις της, η εικόνα στη σκηνή παραμένει απέριττη: τρία άτομα σε σκαμπό μπροστά από μπλε κουρτίνες, με δύο μουσικούς να πλαισιώνουν την ίδια καθώς γρατζουνάνε τις ακουστικές τους κιθάρες. Αυτή η λιτή παρουσίαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το συναισθηματικό βάθος των νέων της τραγουδιών.
Το άλμπουμ ανοίγει με ένα αφοπλιστικό αστείο για τον θάνατο, με τη φωνή της να καλύπτεται από ένα απόκοσμο εφέ vocoder. «Κλαίω με κοστούμι και γραβάτα, αλλά πού να δεις τον άλλον τύπο», τραγουδά, περιγράφοντας την κηδεία του πατέρα της.
Προτού ο ακροατής προλάβει να αφομοιώσει το σοκ, η ίδια προσθέτει μια ακόμη κοφτερή γραμμή. «Για άλλη μια φορά, για χάρη των παλιών ημερών, θα τον δω να τον παίρνουν μακριά», αναφέρει χαρακτηριστικά για τον αποχαιρετισμό στον πατέρα της, με τον οποίο είχε μια περίπλοκη σχέση μέχρι τον θάνατό του το 2023.
Στο διάστημα που μεσολάβησε από το άλμπουμ «Punisher» του 2020, η Bridgers ερωτεύτηκε δύο φορές και έφτασε κοντά στον γάμο προτού αλλάξει γνώμη. «Υποτίθεται ότι θα παντρευόμουν, αλλά το ακύρωσα», αποκαλύπτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου.
Παράλληλα, γνώρισε τεράστια επιτυχία με το folk-rock συγκρότημα boygenius, μαζί με τη Lucy Dacus και την Julien Baker. Το άλμπουμ τους «The Record» κέρδισε τρία Grammy σε σύνολο επτά υποψηφιοτήτων και γέμισε στάδια το 2023, εντείνοντας όμως την πίεση που νιώθει η ίδια μπροστά στα φώτα της δημοσιότητας.
Αυτή την αμηχανία την περιγράφει παραστατικά μέσα από έναν στίχο για μια μεγάλη συναυλία της στη Νέα Υόρκη. «Ήμουν η βασίλισσα του χορού των κυβερνητών, κρυμμένη στο μπάνιο σαν τη Shelley Duvall», τραγουδά, σχολιάζοντας την ανάγκη της να δραπετεύσει από την υπερβολική προσοχή.
Η ιδιαίτερη φωνή της, που ισορροπεί ανάμεσα σε έναν απαλό ψίθυρο και σε εκρήξεις έντασης, αποτελεί το βασικό της όπλο. Οι αυτοβιογραφικοί της στίχοι συνδυάζουν την απόλυτη ευαλωτότητα με μια παιγνιώδη διάθεση, μετατρέποντας τις προσωπικές της εξομολογήσεις σε συλλογική εμπειρία.
Η επιστροφή της στη σκηνή έγινε με τους δικούς της όρους, ξεκινώντας από μικρούς συναυλιακούς χώρους πριν ανακοινώσει μια φιλανθρωπική εμφάνιση στο Madison Square Garden, η οποία έγινε sold out μέσα σε μόλις τρεις ημέρες. Παράλληλα, οργάνωσε ειδικές προακροάσεις του άλμπουμ μέσα σε πλανητάρια.
Για να αποτρέψει τις διαρροές, υποχρέωσε το κοινό να κλειδώνει τα κινητά σε ειδικές θήκες, μια τακτική που διατηρεί και στην επίσημη περιοδεία της. Η κίνηση αυτή την καθιστά πρέσβειρα μιας αναλογικής εμπειρίας στις συναυλίες, μακριά από τον ψηφιακό αντιπερισπασμό.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς το παρελθόν της στο διαδίκτυο και τον λογαριασμό της με το όνομα “Traitor Joe”. Στο παρελθόν είχε γράψει προφητικά στο τραγούδι «Punisher»: «Όταν μεγαλώσω, θα σηκώσω το βλέμμα από το κινητό μου και θα δω τη ζωή μου».
Στο «Lost Weekend», ο ήχος της εξελίσσεται σε αυτό που ο Gram Parsons είχε ονομάσει «κοσμική αμερικανική μουσική». Οι παραδοσιακές folk ρίζες εμπλουτίζονται με ψυχεδελικά στοιχεία, καθώς τα μπάντζο συναντούν στρώσεις από synthesizers και τα pedal steel αναμιγνύονται με πετάλια εφέ.
Στην παραγωγή συμμετέχουν οι σταθεροί της συνεργάτες Tony Berg και Ethan Gruska, ενώ καθοριστική είναι η συνεισφορά του Jack Antonoff και του Alex G. Το αποτέλεσμα συνδυάζει λεπτομέρειες ιδανικές για ακρόαση με ακουστικά αλλά και όγκο κατάλληλο για μεγάλες αρένες.
Με 16 τραγούδια και διάρκεια που ξεπερνά τα 50 λεπτά, το άλμπουμ είναι πιο ήσυχο και συνεκτικό από το «Stranger in the Alps» του 2017 και το «Punisher». Η αρχή γίνεται με το «The Outside», ένα κομμάτι με sci-fi vocoder, κοφτούς στίχους και σκόπιμες σιωπές που αποθαρρύνουν το κοινό από το να τραγουδήσει μαζί της.
Αμέσως μετά ακολουθεί το «Lost Boys», το βασικό single του δίσκου με έντονο συναυλιακό παλμό. Ξεχωριστή θέση έχει και το shoegaze rock τραγούδι «Bobby», όπου κιθάρα παίζουν ο Justin K. Broadrick των Jesu και Godflesh, αλλά και ο Mike Kinsella των American Football.
Στο «Bobby», η Bridgers καταγράφει την απόλυτη συναισθηματική εξάρτηση με σκοτεινό χιούμορ. «Και αν δεν σου άρεσε κανένας από τους φίλους μου, θα τους σκότωνα, θα τους σκότωνα», δηλώνει με απόλυτη σοβαρότητα στην ερμηνεία της.
Το συγκεκριμένο τραγούδι κλείνει με μια ηχογράφηση από τηλεφωνική απάτη, όπου μια ρομποτική φωνή υπόσχεται «18,5 εκατομμύρια δολάρια και μια ολοκαίνουργια Mercedes-Benz του 2021 στο χρώμα της επιλογής σας». Αυτή η αντίθεση θυμίζει έντονα την αισθητική του «Yankee Hotel Foxtrot» στην εποχή του σύγχρονου ψηφιακού θορύβου.
Στην μπαλάντα «Kill Me», η απλή ακουστική κιθάρα μετατρέπεται σταδιακά σε μια post-rock κορύφωση γεμάτη απόκοσμα φωνητικά, δυναμικά riffs και στιγμές απόλυτης σιωπής. Στο «The Governor’s Waltz» παρεμβάλλονται για λίγο οι θόρυβοι ενός πρωτοχρονιάτικου πάρτι, ενώ το «Still Standing» διαθέτει ένα φινάλε που παραπέμπει στο ύφος του «Carrie & Lowell».
Το ομώνυμο «Lost Weekend» μοιράζεται τη μελωδία του με το «The Last Great Washington State» του Damien Jurado. Προς το τέλος του, το τραγούδι μετατρέπεται απροσδόκητα σε ένα ηλεκτρονικό remix με έντονο ρυθμό.
Η Phoebe Bridgers καταφέρνει να μετατρέψει την προσωπική της μοναξιά και τις απώλειες των τελευταίων ετών σε μια βαθιά ανθρώπινη κατάθεση. Το «Lost Weekend» αποδεικνύει ότι η καλλιτεχνική της ταυτότητα παραμένει ακλόνητη, ακόμη και όταν επιλέγει να κοιτάξει μακριά από τον θόρυβο του σύγχρονου κόσμου.
