Το «The Flying Pig» στο Κέιμπριτζ, όπου γνωρίστηκαν ο Syd Barrett και ο Dave Gilmour πριν τη δημιουργία των Pink Floyd, στέκει άδειο κάτω από κτίρια άνω των 30 μέτρων, παρά τη μάχη 15.000 πολιτών.
Στην καρδιά του Κέιμπριτζ, κάτω από τη βαριά σκιά ενός τεράστιου συγκροτήματος γραφείων αξίας 500 εκατομμυρίων λιρών, ένα μικρό βικτοριανό κτίριο στέκει πλέον απόλυτα εγκαταλελειμμένο. Πρόκειται για την ιστορική παμπ «The Flying Pig», τον θρυλικό χώρο όπου γύρω στο 1960 ο Syd Barrett και ο Dave Gilmour συναντήθηκαν για πρώτη φορά ως έφηβοι, βάζοντας τα θεμέλια για τη δημιουργία των Pink Floyd.
Για δεκαετίες, το συγκεκριμένο σημείο αποτελούσε τον ζωντανό πυρήνα της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής της πόλης, αλλά σήμερα ασφυκτιά ανάμεσα σε τσιμεντένιους όγκους. Ακριβώς πίσω από το διατηρητέο κτίσμα υψώνεται πλέον ένας νέος γυάλινος πύργος γραφείων που ξεπερνά σε ύψος τα 30 μέτρα, μετατρέποντας το παλιό καλλιτεχνικό στέκι σε ένα απομονωμένο απομεινάρι.
Η Justine Hatfield, η οποία διαχειριζόταν την παμπ για 24 ολόκληρα χρόνια μαζί με τον σύζυγό της Matt, δεν μπορεί να κρύψει τη θλίψη της για τη ριζική αλλοίωση της περιοχής. «Είναι απλώς παράλογο και μοιάζει εντελώς τρελό», δήλωσε συντετριμμένη στη βρετανική εφημερίδα «The Telegraph».
«Μισώ τα κτίρια γύρω του, επειδή αντιπροσωπεύουν την καταστροφή ενός μέρους που αγαπήσαμε», συμπλήρωσε η ίδια με συγκίνηση. «Ζω κοντά, αλλά κάνω πάντα έναν τεράστιο κύκλο για να μην περάσω από εκεί, γιατί με πιάνουν τα κλάματα».
Η τοπική κοινωνία είχε δώσει μακροχρόνιες μάχες για να αποτρέψει την κατεδάφιση του ιστορικού κτιρίου. Το 2008 σχεδόν 15.000 πολίτες και θαυμαστές υπέγραψαν κείμενο διαμαρτυρίας ενάντια στα σχέδια των εργολάβων, οδηγώντας τελικά σε μια αναθεωρημένη μελέτη ανάπτυξης 46.450 τετραγωνικών μέτρων για τη γύρω περιοχή, η οποία εγκρίθηκε μετά από έφεση το 2023.
Παρότι η υπόσχεση για τη διάσωση των τοίχων τηρήθηκε τυπικά, η ψυχή του ιστορικού χώρου χάθηκε οριστικά μέσα στα εργοτάξια. Το μικρό κτίσμα παρέμεινε στη θέση του μόνο ως κέλυφος, αποκομμένο εντελώς από τη ζωντάνια που το χαρακτήριζε επί ενάμιση αιώνα.
Η ιστορία του συγκεκριμένου σημείου ξεκινά τουλάχιστον από το 1844, όταν το κατάστημα καταγράφηκε για πρώτη φορά με την ονομασία «The Engineer». Το 1860 μετονομάστηκε σε «The Crown Inn», αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής των κατοίκων για πολλές γενιές.
Η καθοριστική αλλαγή έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τον τότε ιδιοκτήτη Mick Clelford, γνωστό με το παρατσούκλι «Mick the Pig», ο οποίος διέθετε δίπλωμα πιλότου και βάφτισε την παμπ «The Flying Pig». Το όνομα λειτούργησε παράλληλα ως άμεσος φόρος τιμής στο διάσημο φουσκωτό γουρούνι που πετούσε πάνω από τον Σταθμό Παραγωγής Ενέργειας του Μπάτερσι στο Λονδίνο, για το εξώφυλλο του άλμπουμ «Animals» των Pink Floyd το 1977.
Στα χέρια της οικογένειας Hatfield, το μαγαζί εξελίχθηκε σε έναν ζεστό χώρο με κεριά, παραδοσιακή μπύρα και τοίχους γεμάτους αφίσες, όπου η ζωντανή μουσική είχε καθημερινή παρουσία. «Είχαμε ανθρώπους που ταξίδευαν από κάθε γωνιά του πλανήτη για να δουν το θρυλικό “The Flying Pig”», θυμάται η Justine Hatfield.
«Ήταν ξακουστό για τις ζωντανές εμφανίσεις του και φιλοξενούσαμε ασταμάτητα καλλιτέχνες. Ήταν απόλυτη χαρά να το λειτουργούμε και απόλαυσα κάθε ένα από αυτά τα 24 χρόνια», συμπλήρωσε η ίδια, περιγράφοντας το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής.
Οι πιέσεις άρχισαν να γίνονται ασφυκτικές στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η εταιρεία Pace Investments απέκτησε τον έλεγχο του οικοπέδου σχεδιάζοντας την πλήρη κατεδάφιση της παμπ. Αν και η σθεναρή αντίδραση του κοινού ανάγκασε την εταιρεία να τροποποιήσει τα σχέδιά της ώστε να διατηρηθεί το κτίριο, το συμβόλαιο μίσθωσης του ζευγαριού δεν ανανεώθηκε ποτέ.
Τον Οκτώβριο του 2021, το ζευγάρι αναγκάστηκε να κλειδώσει οριστικά την πόρτα, οργανώνοντας μια τελευταία μουσική βραδιά που διαδόθηκε μόνο από στόμα σε στόμα για να αποφευχθεί το αδιαχώρητο. Το προσωπικό απολύθηκε μέσα σε δάκρυα και η παμπ έκλεισε, αφήνοντας πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό για την πολιτιστική ταυτότητα της πόλης.
Το ακίνητο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία του συνταξιοδοτικού ταμείου Railways Pension Scheme, ενώ η εταιρεία Socius ανέλαβε την κατασκευή του εμπορικού συγκροτήματος «Botanic Place». Ο ιστορικός κήπος της παμπ έχει ήδη εξαφανιστεί εντελώς για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των νέων κτιρίων γραφείων.
Σύμφωνα με τους νέους κατασκευαστές, το σχέδιο προβλέπει ότι μέχρι το 2028 θα παραδοθεί μια ανακαινισμένη παμπ 194 τετραγωνικών μέτρων, συνοδευόμενη από μια νέα αυλή 176 τετραγωνικών μέτρων. Παράλληλα, νέα πολεοδομική αίτηση που κατατέθηκε τον Ιούλιο προτείνει την καθαίρεση των παλιών δωματίων των ιδιοκτητών στον επάνω όροφο, ώστε να δημιουργηθεί ένας ενιαίος εμπορικός χώρος διπλού ύψους.
Ωστόσο, οι παλιοί υπεύθυνοι έχουν ενημερωθεί επίσημα ότι δεν έχουν καμία θέση στο νέο εγχείρημα, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι το κατάστημα δεν θα φέρει καν το όνομα «The Flying Pig». Για τους κατοίκους του Κέιμπριτζ, μια αποστειρωμένη επιχείρηση δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει την αυθεντικότητα του αρχικού χώρου.
«Κάθε μέρα κάποιος με ρωτάει πότε θα επιστρέψω», εξομολογείται η Justine Hatfield με βαθιά νοσταλγία. «Ήταν τα 24 πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου, τα παιδιά μου μεγάλωσαν εκεί μέσα και γράψαμε πραγματική ιστορία στην πόλη».
Η απομόνωση του «The Flying Pig» κάτω από τους σύγχρονους γυάλινους πύργους αποδεικνύει πόσο εύθραυστη παραμένει η πολιτιστική κληρονομιά μπροστά στην επιθετική κτηματομεσιτική ανάπτυξη. Ακόμη κι αν το κτίριο ανοίξει ξανά στο μέλλον υπό άλλη μορφή, ο αυθεντικός μύθος της συνάντησης των Pink Floyd θα ανήκει για πάντα στις αναμνήσεις εκείνων που έζησαν τη μαγεία του.
