Οι Sleaford Mods κυκλοφορούν εννέα ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις από το «The Demise Of Planet X», αποκαλύπτοντας τις δημιουργικές αναζητήσεις, τις εναλλακτικές μουσικές κατευθύνσεις και το παρασκήνιο πίσω από έναν από τους πιο ιδιαίτερους δίσκους τους.
Κάποιες φορές, τα τραγούδια που μένουν έξω από έναν δίσκο έχουν τη δική τους ιστορία να διηγηθούν. Για τους Sleaford Mods, εννέα τέτοιες ηχογραφήσεις επιστρέφουν τώρα στο προσκήνιο, προσφέροντας μια σπάνια ματιά στις αναζητήσεις, τις αλλαγές κατεύθυνσης και τις ιδέες που διαμόρφωσαν το «The Demise Of Planet X».
Το ντουέτο από το Νότιγχαμ κυκλοφορεί ψηφιακά, στις 15 Οκτωβρίου, μια διευρυμένη έκδοση του άλμπουμ, συγκεντρώνοντας εννέα τραγούδια που δεν είχαν ακουστεί μέχρι σήμερα. Ανάμεσά τους βρίσκεται το «Cato», η νέα συνεργασία του Jason Williamson και του Andrew Fearn με τη Sue Tompkins, τραγουδίστρια των Life Without Buildings και εικαστικό καλλιτέχνη, η οποία υπογράφει και τη σκηνοθεσία του βίντεο που συνοδεύει το τραγούδι.
Όταν κυκλοφόρησε στις αρχές του 2026, το «The Demise Of Planet X» έφτασε στο Top 10 των βρετανικών άλμπουμ, επιβεβαιώνοντας ότι οι Sleaford Mods μπορούσαν να διευρύνουν τον ήχο τους χωρίς να χάσουν την ωμότητα που τους έκανε να ξεχωρίσουν. Στον 13ο δίσκο τους, οι κοφτοί, οργισμένοι στίχοι του Williamson συνάντησαν τις ηλεκτρονικές παραγωγές του Fearn σε ένα περιβάλλον με περισσότερες μελωδίες, διαφορετικές υφές και απρόσμενες συνεργασίες.
Οι Aldous Harding, Big Special, Gwendoline Christie, Snowy, Liam Bailey και Sue Tompkins έφεραν ο καθένας τη δική του παρουσία σε έναν δίσκο που κοιτούσε κατάματα την κοινωνική παρακμή. Η βασική του ιδέα ήταν εξίσου δυσάρεστη όσο και οικεία: τι θα συνέβαινε αν η κοινωνία δεν κατέρρεε με έναν εκκωφαντικό κρότο, αλλά έσβηνε σταδιακά, μέσα σε έναν διαρκή θόρυβο και μια γενικευμένη αίσθηση αποσύνθεσης;
Η ανταπόκριση του κοινού και των κριτικών έδωσε στο άλμπουμ μια ξεχωριστή θέση στη μέχρι τώρα πορεία τους. Τα τραγούδια του συνόδευσαν τις μεγαλύτερες ζωντανές εμφανίσεις που έχουν πραγματοποιήσει οι Sleaford Mods μέσα στο 2026, ενώ η διαδικασία της ηχογράφησης είχε ήδη ανοίξει νέους δρόμους για το ντουέτο. Τώρα, τα εννέα ακυκλοφόρητα τραγούδια αποκαλύπτουν τι συνέβαινε όσο ο δίσκος έπαιρνε την τελική του μορφή.
«Όταν ο Andrew κι εγώ συναντιόμαστε για να δουλέψουμε σε ένα άλμπουμ, δεν είναι ασυνήθιστο να δημιουργούμε αρκετά τραγούδια σε κάθε συνεδρία, επειδή έχουμε μια δημιουργική συνεννόηση που μας επιτρέπει να κινούμαστε γρήγορα», εξηγεί ο Williamson. «Αυτό συνέβη και με το “Planet X”, αν και χρειάστηκε χρόνος και αρκετές διαφορετικές κατευθύνσεις μέχρι να βρούμε την ιδέα και την αισθητική που θέλαμε να ακολουθήσουμε».
Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από ηχογραφήσεις που, σε πολλές περιπτώσεις, είχαν φτάσει πολύ κοντά στην ολοκλήρωσή τους. Δεν έμειναν εκτός επειδή ήταν απαραίτητα αδύναμες, αλλά επειδή δεν ταίριαζαν στην ιστορία που ήθελε τελικά να αφηγηθεί ο δίσκος. Κάποιες βοήθησαν το ντουέτο να βρει τον δρόμο του, ενώ άλλες εμφανίστηκαν αργότερα, όταν η κατεύθυνση είχε πλέον ξεκαθαρίσει.
Ο Williamson δεν αντιμετωπίζει, πάντως, τα εννέα τραγούδια ως απλές δοκιμές. «Κατά κάποιον τρόπο, όλα όσα κάνουμε είναι ντέμο. Υπάρχει αυτή η τραχιά, ωμή αίσθηση στη μουσική μας, οπότε είναι ωραίο να μοιραζόμαστε αυτά τα επιπλέον τραγούδια των Sleaford Mods αντί να τα αφήνουμε να μαζεύουν σκόνη στο ράφι», σημειώνει.
Το «Cato» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ιδέας που δεν βρήκε θέση στον δίσκο, αλλά δεν έχασε τίποτα από την ενέργειά της. Η ηχογράφηση έγινε περίπου έναν μήνα μετά το «No Touch», την προηγούμενη συνεργασία τους με την Tompkins. Αυτή τη φορά, οι τρεις τους συναντήθηκαν στο Νότιγχαμ, με το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ ήδη ολοκληρωμένο.
Η Tompkins άκουσε στο τραγούδι έναν ρυθμό που δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις. Η φωνή της εναλλάσσεται με εκείνη του Williamson, σχεδόν σαν οι δυο τους να συνομιλούν, ενώ η μουσική του Fearn διατηρεί μια επίμονη, παλλόμενη κίνηση στο παρασκήνιο. Η ίδια το περιγράφει ως ιδιαίτερα πιασάρικο και γεμάτο ένταση, με τον Cato να μοιάζει έτοιμος να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή.
Η εικόνα αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Όταν άκουσε για πρώτη φορά το τραγούδι, η Tompkins θυμήθηκε τον Cato, τον χαρακτήρα που αιφνιδίαζε τον επιθεωρητή Κλουζό στις ταινίες με τον Peter Sellers, κρυμμένος στο διαμέρισμά του και έτοιμος να ξεκινήσει έναν ακόμη απρόσμενο καβγά.
«Νομίζω ότι το τραγούδι έχει αυτή την αίσθηση της προσμονής, του χάους, της παιχνιδιάρικης διάθεσης και της ανοησίας, οπότε ήθελα να τα μεταφέρω και στο βίντεο», εξηγεί. Η σκηνοθετική της προσέγγιση ακολουθεί την ίδια λογική: μια έντονη, πολύχρωμη απειλή που επιστρέφει ξανά και ξανά, χωρίς να αφήνει τον θεατή να αισθανθεί ασφαλής. Η συνεργασία έχει ήδη αφήσει τόσο θετικές εντυπώσεις στον Williamson, ώστε ο ίδιος αστειεύτηκε πως η Tompkins θα μπορούσε να γίνει μέλος των Sleaford Mods.
Ανάμεσα στις εννέα ηχογραφήσεις, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια εναλλακτική εκδοχή του «The Good Life». Το τραγούδι κατάφερε να περάσει από τις πρώτες δοκιμές στην τελική έκδοση του άλμπουμ, όμως η παλαιότερη ηχογράφηση αποκαλύπτει πόσο διαφορετική ήταν αρχικά η προσέγγιση του Williamson. Οι Big Special, που είχαν επιλεγεί εξαρχής για το ρεφρέν, βρίσκονται ήδη εκεί, αλλά η Gwendoline Christie δεν είχε προσθέσει ακόμη τα φωνητικά της. Οι στίχοι είναι διαφορετικοί και η ερμηνεία κινείται με πιο αργό ρυθμό, πριν το τραγούδι αποκτήσει τη μορφή που τελικά κυκλοφόρησε.
Το «The Return Of The Bin White Dukes» ξεκινά από μια άλλη στιγμή της ίδιας αναζήτησης. Ο τίτλος παραπέμπει στον David Bowie, ενώ η μουσική βασίστηκε σε μια πρώιμη ιδέα του Fearn, η οποία αργότερα εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, εκείνο το αρχικό μουσικό μοτίβο έδωσε στον Williamson το έναυσμα για τους στίχους που θα εξελίσσονταν στο «Don Draper», το τραγούδι που κατέληξε στον δίσκο.
Το «Give Em What They Want» ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Οι Sleaford Mods αγάπησαν το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά δεν βρήκαν τρόπο να το εντάξουν στην τελική σειρά. Οι Danzig και οι Smiths αποτέλεσαν σημεία αναφοράς κατά τη δημιουργία του, προσφέροντας μια γεύση από μουσικές κατευθύνσεις που το ντουέτο δοκίμασε χωρίς να ακολουθήσει μέχρι τέλους.
Οι διαφορές ανάμεσα στα τραγούδια αντανακλούν και τον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η δουλειά των Sleaford Mods στο στούντιο. Εκτός από τη βάση τους στο Νότιγχαμ, ηχογράφησαν σε διαφορετικές τοποθεσίες και περιβάλλοντα, επιτρέποντας στις συνθήκες κάθε συνεδρίας να επηρεάσουν τη μουσική. Παράλληλα, ο Fearn απομακρύνθηκε περισσότερο από τις τεχνικές λεπτομέρειες της ηχογράφησης και ανέλαβε έναν πιο συνολικό ρόλο στην παραγωγή, βοηθώντας το ντουέτο να εξετάζει τις ιδέες του ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου.
Ο Williamson παραδέχεται ότι, στην αρχή της διαδικασίας, δεν ένιωθε την αυτοπεποίθηση που θα ήθελε και γι’ αυτό προτίμησε να δοκιμάσει πολλές διαφορετικές ιδέες. Κάποιες εξελίχθηκαν σε τραγούδια που έφτασαν μέχρι το άλμπουμ, ενώ άλλες εγκαταλείφθηκαν όταν έγινε σαφέστερο τι ήθελαν να πετύχουν οι δυο τους. Η απόσταση από εκείνες τις ηχογραφήσεις τού επέτρεψε να ακούσει ξανά υλικό που κάποτε θεωρούσε ακατάλληλο.
«Είναι σαν το κάρι, που πάντα έχει καλύτερη γεύση την επόμενη μέρα», λέει χαρακτηριστικά. «Ακούς αυτά τα τραγούδια στο στούντιο και πιστεύεις ότι δεν ταιριάζουν. Έπειτα επιστρέφεις σε αυτά έξι μήνες αργότερα και συνειδητοποιείς ότι είχες κάτι καλό στα χέρια σου».
Η νέα έκδοση του «The Demise Of Planet X» δεν αλλάζει την εικόνα του άλμπουμ που κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς. Προσθέτει, όμως, ένα ακόμη επίπεδο στην ακρόασή του: την ευκαιρία να παρακολουθήσει κανείς τις επιλογές, τις αμφιβολίες και τις ιδέες που χρειάστηκε να αφήσουν πίσω τους οι Sleaford Mods για να φτάσουν στο τελικό αποτέλεσμα.
Τα εννέα τραγούδια είναι διαθέσιμα στις υπηρεσίες μετάδοσης μουσικής, ενώ περισσότερες πληροφορίες για την κυκλοφορία θα ανακοινωθούν μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του συγκροτήματος.
