Με αφετηρία τη βρετανική και τη σκωτσέζικη κουλτούρα, οι CHVRCHES επιστρέφουν με 11 τραγούδια που συνδυάζουν κοινωνικό σχολιασμό, νέες μουσικές αναζητήσεις και την ανάγκη του συγκροτήματος να επαναπροσδιορίσει τη δημιουργική του ταυτότητα.
Έπειτα από σχεδόν έξι χρόνια χωρίς νέο άλμπουμ, οι CHVRCHES επιστρέφουν με το «All The King’s Men», έναν δίσκο που μοιάζει να γεννήθηκε από την ανάγκη των τριών μελών τους να κοιτάξουν τη μουσική τους από διαφορετική οπτική. Η Lauren Mayberry, ο Iain Cook και ο Martin Doherty αφήνουν για λίγο πίσω τους τις γνώριμες συνθετικές τους συνήθειες και στρέφονται προς τις ιστορίες, τις αντιφάσεις και τις σκοτεινές πλευρές του τόπου από τον οποίο ξεκίνησαν.
Το πέμπτο άλμπουμ της σκωτσέζικης μπάντας θα κυκλοφορήσει στις 22 Ιανουαρίου 2027 από τη Futures Music Group, σε βινύλιο, CD, κασέτα και ψηφιακή μορφή, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για μια εκτεταμένη περιοδεία στη Βόρεια Αμερική, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία.
Η επιστροφή αυτή δεν ήρθε βιαστικά. Μετά την περιοδεία για το «Screen Violence» του 2021, οι CHVRCHES επέλεξαν να απομακρυνθούν προσωρινά από τους ρυθμούς του συγκροτήματος. Το 2023, τα τρία μέλη συμφώνησαν να αφήσουν χώρο στις προσωπικές τους αναζητήσεις, γνωρίζοντας πως η επόμενη συνάντησή τους θα έπρεπε να έχει διαφορετικούς όρους. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο άλμπουμ, αλλά για μια ευκαιρία να αναθεωρήσουν όσα θεωρούσαν δεδομένα στη δημιουργική τους διαδικασία.
Όταν επέστρεψαν στο στούντιο, η πρόκληση ήταν να βρουν ξανά τον κοινό τους βηματισμό, χωρίς να αναπαράγουν τη συνταγή που τους είχε καθιερώσει. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφουν οι ίδιοι, εξέπληξε ακόμη και τους ίδιους.
Το «All The King’s Men» διατηρεί την ηλεκτρονική pop που αποτελεί τον πυρήνα της ταυτότητάς τους, αλλά την τοποθετεί σε ένα ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο, όπου η προσωπική μνήμη, η κοινωνική πραγματικότητα και η πολιτισμική κληρονομιά συναντιούνται.
Η επιστροφή στις ρίζες τους
Για να καταλάβει κανείς την κατεύθυνση του νέου άλμπουμ, χρειάζεται να επιστρέψει στα χρόνια που τα μέλη των CHVRCHES πέρασαν στις ΗΠΑ. Η απόσταση από την πατρίδα τους άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τη Βρετανία και τη Σκωτία.
Όσα κάποτε αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητάς τους απέκτησαν, με τον χρόνο, διαφορετική σημασία. Η ιστορία, ο πολιτισμός και οι κοινωνικές αντιθέσεις των δύο τόπων έγιναν ξανά αντικείμενο παρατήρησης, όχι μέσα από μια νοσταλγική διάθεση, αλλά μέσα από την ανάγκη να κατανοήσουν καλύτερα το περιβάλλον που τους διαμόρφωσε.
Για τον Martin Doherty, αυτή η επανασύνδεση ξεκίνησε σε μεγάλο βαθμό από τις επιστροφές του στη Σκωτία, όπου περνούσε χρόνο με τη μητέρα του.
Μακριά από την καθημερινότητα του συγκροτήματος, ήρθε ξανά σε επαφή με τον βρετανικό κινηματογράφο που δεν αποφεύγει τις κοινωνικές συγκρούσεις και τις άβολες αλήθειες. Οι ταινίες δημιουργών όπως ο Shane Meadows και ο Ken Loach αποτέλεσαν ένα παράθυρο σε έναν κόσμο όπου οι προσωπικές ιστορίες συνδέονται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες.
Την ίδια στιγμή, η επιστροφή σε μουσικές των Massive Attack, των Siouxsie & The Banshees και της PJ Harvey ενίσχυσε την επιθυμία του να δημιουργήσει τραγούδια που δεν αποστρέφουν το βλέμμα από τις δύσκολες όψεις της πραγματικότητας.
Η Lauren Mayberry προσέγγισε τον νέο δίσκο από μια διαφορετική διαδρομή. Η εμπειρία που απέκτησε μέσα από αμέτρητες ώρες ηχογραφήσεων και συνεργασιών τής έδωσε την ευκαιρία να αναζητήσει μεγαλύτερο αφηγηματικό βάθος στους στίχους της και να δοκιμάσει νέες δυνατότητες στη φωνητική της έκφραση. Η φωνή της δεν λειτουργεί απλώς ως το αναγνωρίσιμο κέντρο των τραγουδιών, αλλά ως το μέσο μέσα από το οποίο ξεδιπλώνονται οι ιστορίες και οι αντιφάσεις του άλμπουμ.
Ο Iain Cook, από την πλευρά του, άρχισε να απομακρύνεται από τα ηλεκτρονικά όργανα και να στρέφεται περισσότερο στα ακουστικά. Η μουσική των Nick Drake, Bert Jansch και Incredible String Band άνοιξε νέους δρόμους στη σύνθεση και έφερε στο προσκήνιο διαφορετικές υφές, μακριά από την αποκλειστική προσήλωση στον ηλεκτρονικό ήχο.
Αυτές οι τρεις διαφορετικές διαδρομές συναντήθηκαν ξανά στη Γλασκώβη. Σε αντίθεση με το «Screen Violence», το οποίο γράφτηκε εξ αποστάσεως, το «All The King’s Men» διαμορφώθηκε μέσα από επανειλημμένες, εντατικές περιόδους τριών εβδομάδων, κατά τις οποίες τα μέλη του συγκροτήματος εργάζονταν μαζί στην ίδια πόλη. Η φυσική παρουσία, οι αυθόρμητες δοκιμές και η δυνατότητα να αφήνουν μια ιδέα να εξελιχθεί χωρίς να γνωρίζουν εξαρχής πού θα τους οδηγήσει έγιναν καθοριστικά στοιχεία της δημιουργικής διαδικασίας.
Η επιστροφή στη συνεργασία δεν έφερε απλώς νέες μουσικές ιδέες. Έδωσε στους CHVRCHES την ευκαιρία να ξαναβρούν τη μεταξύ τους χημεία, έχοντας πλέον διαφορετικές εμπειρίες και ερεθίσματα. Και αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται σε έναν δίσκο που αναζητά την ισορροπία ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε ήδη για το συγκρότημα και σε όσα θέλει να ανακαλύψει από την αρχή.
Από το «Roses» στο «Conman» 0 Οι ιστορίες πίσω από τα νέα τραγούδια
Το πρώτο δείγμα από το «All The King’s Men» ήρθε τον Σεπτέμβριο με το «Roses», ένα τραγούδι που στρέφει το βλέμμα στη σύγχρονη βρετανική κοινωνία και στις δυνάμεις που διαμορφώνουν την πολιτική και κοινωνική της πραγματικότητα. Η Lauren Mayberry τραγουδά με οργή για τις αυταπάτες ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος, αμφισβητώντας την εικόνα μιας εποχής στην οποία αρκετοί εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις για το παρόν.
Το κλείσιμο του τραγουδιού, με τη φράση «If I may command your undivided attention, now we can start» (Αν μου επιτρέπετε να επιστήσω την αμέριστη προσοχή σας, τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε), προσθέτει μια οργουελική σκιά στην αφήγηση. Η αίσθηση ότι κάποιος διεκδικεί την απόλυτη προσοχή του ακροατή λειτουργεί σαν προειδοποίηση για όσα ακολουθούν, ενώ το «Roses» μοιάζει να θέτει από την αρχή ένα βασικό ερώτημα του άλμπουμ: πώς αφηγούμαστε την ιστορία μας και ποιες πλευρές της επιλέγουμε να κρατήσουμε στο σκοτάδι;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν ενιαίο ήχο. Οι CHVRCHES κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις, επιτρέποντας στα τραγούδια να αποκτήσουν τη δική τους ατμόσφαιρα.
Το «Adore You» αντλεί έμπνευση από την pop-rock των 90s, ενώ το «Comedown Tomorrow» αναπτύσσεται μέσα από μια πιο σκοτεινή και εσωστρεφή διάθεση. Η αμεσότητα εναλλάσσεται με τη μελαγχολία, οι πιο γνώριμες μελωδικές γραμμές συνυπάρχουν με νέες υφές και η ηλεκτρονική βάση του συγκροτήματος γίνεται το σημείο εκκίνησης για μια πιο σύνθετη ηχητική αφήγηση.
Στο ίδιο σύμπαν εντάσσεται και το «Conman», ένα τραγούδι που έχει ήδη ακουστεί ζωντανά, χωρίς να έχει κυκλοφορήσει επίσημα. Οι CHVRCHES το παρουσίασαν νωρίτερα μέσα στο 2026, στο πλαίσιο των συναυλιών του Teenage Cancer Trust στο Royal Albert Hall, τις οποίες επιμελείται ο Robert Smith των The Cure. Το κομμάτι ξεκινά με ένα παλλόμενο, βιομηχανικό μπάσο και χτίζει σταδιακά μια ατμόσφαιρα απειλής. Στους στίχους της Mayberry, ένας άνδρας χειρίζεται τους γύρω του, αφήνοντας πίσω του ένα αίσθημα δυσπιστίας και ανασφάλειας.
Το νήμα αυτό συμπληρώνει την ευρύτερη εικόνα του δίσκου. Οι ιστορίες του «All The King’s Men» δεν απομονώνονται από την κοινωνία, αλλά αναπτύσσονται μέσα σε αυτήν, με χαρακτήρες, συμπεριφορές και σχέσεις εξουσίας που αντανακλούν μια πραγματικότητα γεμάτη αντιφάσεις. Η μπάντα δεν εγκαταλείπει την ποπ αμεσότητα, αλλά την αξιοποιεί για να αφηγηθεί ιστορίες που αφήνουν χώρο για περισσότερες από μία αναγνώσεις.
Η αλλαγή αφορά και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι CHVRCHES αντιλαμβάνονται τη δουλειά τους. Η κοινή διαδικασία τούς βοήθησε να ανακαλύψουν ξανά τη δύναμή τους ως ομάδα, αλλά και να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούν ξεχωριστά. Το καλοκαίρι, ο Doherty είχε περιγράψει το άλμπουμ ως τον πιο τολμηρό δίσκο που έχουν φτιάξει μέχρι σήμερα, υπογραμμίζοντας πως περιλαμβάνει αρκετά απρόβλεπτα στοιχεία, χωρίς να χάνει τον χαρακτηριστικό ήχο τους.
Αυτή η συνύπαρξη οικείου και απρόβλεπτου είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της επιστροφής τους. Αντί να αντιμετωπίσουν την αλλαγή ως ρήξη με το παρελθόν, οι CHVRCHES χρησιμοποιούν όσα έμαθαν όλα αυτά τα χρόνια ως αφετηρία για να κινηθούν προς νέες κατευθύνσεις.
Περιοδεία σε Βόρεια Αμερική, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία
Η νέα δημιουργική περίοδος θα μεταφερθεί σύντομα και στη σκηνή. Η περιοδεία για το «All The King’s Men» ξεκινά στις 13 Φεβρουαρίου 2027 από τη Φιλαδέλφεια και περιλαμβάνει εμφανίσεις σε πόλεις της Βόρειας Αμερικής, ανάμεσά τους η Ουάσιγκτον, το Σικάγο και το Λος Άντζελες. Στη συνέχεια, το συγκρότημα θα επιστρέψει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για συναυλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία, τον Απρίλιο και τον Μάιο. Στις 6 Μαΐου, οι CHVRCHES θα εμφανιστούν στο O2 Shepherd’s Bush Empire του Λονδίνου.
Πριν από την έναρξη της περιοδείας, η μπάντα έχει προγραμματίσει δύο ειδικές συναυλίες μικρής κλίμακας, στη Γλασκώβη στις 26 Οκτωβρίου και στο Λονδίνο στις 29 Οκτωβρίου 2026. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν αμέσως, με τη ζήτηση να ξεπερνά κατά πολύ τη διαθέσιμη χωρητικότητα, ενώ τα έσοδα των εμφανίσεων θα διατεθούν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Οι δύο συναυλίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς φέρνουν το συγκρότημα ξανά κοντά στο κοινό του, λίγο πριν ξεκινήσει η επόμενη μεγάλη διαδρομή του.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το «Screen Violence», οι CHVRCHES δεν έμειναν δημιουργικά αδρανείς.
Η Lauren Mayberry κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό της άλμπουμ, «Vicious Creatures», τον Δεκέμβριο του 2024, εξερευνώντας τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα έξω από τα όρια του συγκροτήματος. Ο Doherty συνεργάστηκε με τον ντράμερ του συγκροτήματος, Jonny Scott, για τη δημιουργία των The Leaving, με τους οποίους εξερευνούν τη rave μουσική. Παράλληλα, ο Cook ένωσε τις δυνάμεις του με τον Scott Paterson, πρώην μέλος των Sons & Daughters, για τους Protection το 2022.
Οι παράλληλες αυτές διαδρομές εξηγούν εν μέρει γιατί η επιστροφή δεν θα μπορούσε να είναι απλώς μια επανάληψη του προηγούμενου δίσκου. Καθένα από τα μέλη έφερε μαζί του νέες επιρροές, διαφορετικές εμπειρίες και μια πιο προσωπική αντίληψη για τη δημιουργία. Όταν αυτές οι διαδρομές συναντήθηκαν ξανά, το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος που αποτυπώνει τόσο την εξέλιξη των τριών μουσικών όσο και τη διαρκή ανάγκη τους να λειτουργούν ως σύνολο.
Με το «All The King’s Men», οι CHVRCHES μετατρέπουν τις προσωπικές αναζητήσεις των τελευταίων ετών σε μια νέα συλλογική δημιουργία. Οι διαφορετικές εμπειρίες των Lauren Mayberry, Iain Cook και Martin Doherty συναντούν τη βρετανική και τη σκωτσέζικη πολιτισμική κληρονομιά, διαμορφώνοντας έναν δίσκο που κοιτάζει κατάματα το παρόν, χωρίς να αποκόπτεται από το παρελθόν.
Η επιστροφή τους δεν σηματοδοτεί απλώς την επανένωση του συγκροτήματος, αλλά την αρχή μιας νέας δημιουργικής διαδρομής, με χώρο για πειραματισμό, αφηγηματικό βάθος και τη χαρακτηριστική ηλεκτρονική ποπ που παραμένει στον πυρήνα του ήχου τους.
Το tracklist του «All The King’s Men»
1. «Roses»
2. «Evil»
3. «Adore You»
4. «Overthinker»
5. «Royal Blue»
6. «Comedown Tomorrow»
7. «Friend Of A Friend»
8. «Three Out Of Five»
9. «Conman»
10. «Jamie’s Prayer»
11. «Faith In Flying»
