Σε μία ειλικρινή αναδρομή στην καριέρα της, η Ariana Grande αποκαλύπτει πώς οι πιο εμβληματικές της εμφανίσεις αποτέλεσαν το «κουκούλι» της απέναντι στην απώλεια, το δημόσιο πένθος και το μετατραυματικό στρες.
Για τον εξωτερικό παρατηρητή, η εικόνα της Ariana Grande το 2018 ήταν η επιτομή της pop κυριαρχίας. Τα υπερμεγέθη φούτερ, οι ψηλές μπότες πάνω από το γόνατο και η χαρακτηριστική αλογοουρά δεν ήταν απλώς μία στυλιστική επιλογή, αλλά μία παγκόσμια τάση που αντιγράφηκε από εκατομμύρια θαυμαστές.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την προσεκτικά δομημένη αισθητική, κρυβόταν μία γυναίκα που προσπαθούσε να διατηρήσει τη συνοχή της ενώ ο κόσμος της γύρω της κατέρρεε. Σήμερα, η πρωταγωνίστρια του «Wicked» επιστρέφει σε εκείνη την περίοδο με μία αφοπλιστική ωριμότητα, αναγνωρίζοντας ότι η μόδα δεν ήταν πάντα ένα μέσο έκφρασης, αλλά συχνά ένας μηχανισμός επιβίωσης.
Συμμετέχοντας στη δημοφιλή σειρά «Life in Looks» του Vogue, η Ariana Grande κλήθηκε να σχολιάσει τις πιο εμβληματικές στιγμές της πορείας της. Όταν η κάμερα σταμάτησε σε μία φωτογραφία της από το 2018, όπου φορούσε ένα τεράστιο φούτερ και τις γνώριμες πλέον μπότες της, η αντίδρασή της ήταν άμεση και συναισθηματικά φορτισμένη.
«Αυτή ήταν μία πολύ περίεργη περίοδος στη ζωή μου», παραδέχθηκε με ειλικρίνεια.
Η εξήγησή της για το συγκεκριμένο στυλ ήταν λιγότερο καλλιτεχνική και περισσότερο ανθρώπινη: «Επεξεργαζόμουν πάρα πολλά πράγματα και ήθελα πάντα να κρύβομαι μέσα σε κάτι πραγματικά άνετο. Θυμάμαι όμως ότι οι μπότες με έκαναν ακόμα να νιώθω δυναμική. Ειλικρινά, εκείνη την εποχή, δεν είχα το ψυχικό σθένος να σκεφτώ το ντύσιμο. Έτσι, το πιο εύκολο πράγμα για μένα ήταν να πετάξω πάνω μου ένα φούτερ και μία εντυπωσιακή μπότα, και κάπως έτσι προέκυψε αυτό το λουκ».
Για να κατανοήσει κανείς το βάρος αυτών των λέξεων, πρέπει να ανατρέξει στο σκοτεινό πλαίσιο εκείνης της χρονιάς. Η Ariana Grande βρισκόταν ακόμη στη δίνη των συνεπειών της τρομοκρατικής επίθεσης στο Μάντσεστερ, στις 22 Μαΐου 2017. Η βομβιστική επίθεση που στοίχισε τη ζωή σε 22 ανθρώπους και τραυμάτισε εκατοντάδες άλλους στη συναυλία της, άφησε ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή της.
Παρά το γεγονός ότι επέστρεψε στο Μάντσεστερ λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα για τη μεγαλειώδη φιλανθρωπική συναυλία «One Love Manchester», μαζί με καλλιτέχνες όπως ο Pharrell Williams, η Miley Cyrus, ο Justin Bieber, ο Niall Horan, ο Robbie Williams, οι Black Eyed Peas και η Katy Perry, η εσωτερική επούλωση ήταν μία πολύ πιο αργή διαδικασία.
Σε μία επιστολή προς τους θαυμαστές της τον Νοέμβριο του 2018, είχε γράψει χαρακτηριστικά ότι το γεγονός αυτό «θα με αφήνει άφωνη και γεμάτη ερωτήματα για το υπόλοιπο της ζωής μου».
Το τραύμα του Μάντσεστερ ήρθε να συμπληρωθεί από μία προσωπική τραγωδία τον Σεπτέμβριο του 2018, με τον θάνατο του πρώην συντρόφου της, Mac Miller, από υπερβολική δόση ναρκωτικών σε ηλικία μόλις 26 ετών. Η απώλεια του Miller ήταν, όπως η ίδια περιέγραψε αργότερα, «ισοπεδωτική».
Σε μία παλαιότερη συνέντευξή της, είχε μιλήσει για τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη με λόγια που ξεχειλίζουν από πόνο και αγάπη: «Σε καμία περίπτωση αυτό που είχαμε δεν ήταν τέλειο, αλλά, διάολε, ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που υπήρξε ποτέ και δεν άξιζε τους δαίμονες που είχε. Ήμουν η κόλλα για πάρα πολύ καιρό και ένιωθα τον εαυτό μου να γίνεται… όλο και λιγότερο κολλώδη. Τα κομμάτια άρχισαν απλώς να διαλύονται».
Η δημόσια πίεση που δέχτηκε εκείνη την περίοδο ήταν αμείλικτη. Η Ariana Grande βρέθηκε στο στόχαστρο διαδικτυακών επιθέσεων, με πολλούς να την κατηγορούν άδικα για τον θάνατο του Mac Miller. Η ίδια, υπερασπιζόμενη τον εαυτό της, είχε τονίσει πως οι άνθρωποι βλέπουν μόνο την επιφάνεια και όχι την καθημερινή πάλη που δίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες.
«Οι άνθρωποι δεν βλέπουν τίποτα από τα αληθινά πράγματα που συμβαίνουν, γι’ αυτό και φωνάζουν για όσα νομίζουν ότι συνέβησαν. Δεν είδαν τα χρόνια δουλειάς, τον αγώνα και την προσπάθεια, ή την αγάπη και την εξάντληση», είχε δηλώσει, υπογραμμίζοντας το χάσμα ανάμεσα στην pop εικόνα και την πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα πένθους και δημόσιας κατακραυγής, η σχέση και ο σύντομος αρραβώνας της με τον Pete Davidson —που ξεκίνησε τον Μάιο του 2018 και έληξε άδοξα λίγους μήνες μετά— φάνταζε ως μία ακόμη προσπάθεια να βρει σταθερότητα σε μία ζωή που βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.
Το στυλ της εκείνη την περίοδο, λοιπόν, δεν ήταν μία δήλωση μόδας, αλλά μία δήλωση προστασίας. Τα oversized ρούχα λειτουργούσαν ως πανοπλία, ένας τρόπος να καταλαμβάνει χώρο χωρίς να εκθέτει το σώμα της ή την ευαλωτότητά της, ενώ οι ψηλές μπότες προσέφεραν μία αίσθηση ελέγχου και δύναμης που της έλειπε εσωτερικά.
Κοιτάζοντας πίσω, η Ariana Grande δεν βλέπει απλώς φωτογραφίες, αλλά τα ίχνη μιας διαδρομής επιβίωσης. Η ικανότητά της να μιλά σήμερα για το «ψυχικό σθένος» που της έλειπε τότε, αναδεικνύει μία γυναίκα που έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της.
Η μόδα, τελικά, στην περίπτωσή της, υπήρξε το πιο ειλικρινές ημερολόγιο μιας περιόδου όπου το να «κρύβεσαι» ήταν η μόνη διέξοδος για να μπορέσεις, τελικά, να ξαναβγείς στο φως. Η πορεία της από τα υπερμεγέθη φούτερ του 2018 στην εκλεπτυσμένη κομψότητα του σήμερα δεν είναι μόνο μία στυλιστική εξέλιξη, αλλά η απόδειξη μιας βαθιάς ψυχικής μεταμόρφωσης.
