Ο Benji Madden των Good Charlotte, ένας κιθαρίστας με οξυδέρκεια και ιστορία επανεφευρίσκει το είδος του, επιστρέφει με νέο άλμπουμ και υποστηρίζει πως τα γήπεδα δεν ανήκουν στο παρελθόν — με τους Green Day στην αιχμή του δόρατος.
Οι Good Charlotte επιστρέφουν με το άλμπουμ «Motel Du Cap» ύστερα από επτά χρόνια σιωπής και ο Benji Madden καταθέτει το πλέον προκλητικό — και αισιόδοξο — μανιφέστο για το μέλλον της pop-punk: το μεγαλύτερο κεφάλαιό της δεν έχει ακόμη γραφτεί.
Σε μία νέα συνομιλία του με το Guitar.com, ο κιθαρίστας και συνδημιουργός του συγκροτήματος Good Charlotte απορρίπτει την ιδέα πως οι εποχές των σταδίων ανήκουν στους θρύλους της rock, επιμένοντας ότι ένα συγκρότημα του σήμερα έχει τη δυναμική να περπατήσει στα χνάρια των Rolling Stones.
Και αυτό, κατά τον ίδιο, είναι οι Green Day, με τον Billie Joe Armstrong να ενσαρκώνει τον ορισμό του ηγέτη της κιθάρας που χαράζει πολιτισμική μνήμη.
Με το «Motel Du Cap» — το πρώτο τους άλμπουμ μετά το «Generation Rx» του 2018 — οι Good Charlotte επανέρχονται από μία περίοδο εσωστρέφειας. Μετά τον δίσκο και την επακόλουθη περιοδεία, οι βετεράνοι της pop-punk από το Μέριλαντ είχαν επιλέξει έναν ηθελημένο χαμηλό τόνο.
Η νέα δουλειά σηματοδοτεί όχι μόνο δημιουργική ανανέωση, αλλά και μία ευρύτερη τοποθέτηση απέναντι στο είδος που τους ανέδειξε: η pop-punk δεν είναι νοσταλγία, είναι συνέχεια. Η θέση αυτή αποκρυσταλλώνεται στις δηλώσεις του Benji Madden, που ακούγονται ταυτόχρονα ποιητικές και τελεσίδικες.
«Αν πρέπει να ονοματίσω τον σημαντικότερο κιθαρίστα του είδους, πηγαίνω κατευθείαν στον Billie Joe Armstrong των Green Day», δηλώνει.
«Πήραν την pop-punk από τα μικρά κλαμπ και την οδήγησαν στα στάδια — και τώρα μία ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων εμφανίζεται ή θα εμφανιστεί σε στάδια. Δεν έχετε δει το τελευταίο pop-punk συγκρότημα που θα γεμίζει γήπεδα. Οι Green Day θα είναι οι επόμενοι Rolling Stones, συνεχίζοντας να παίζουν στάδια σε όλο τον κόσμο», συνεχίζει.
Η υπεράσπιση του Billie Joe Armstrong δεν είναι μία κίνηση θαυμασμού για τον ήχο ή την τεχνική δεξιοτεχνία. Έχει να κάνει με κάτι βαθύτερο, σχεδόν φιλοσοφικό: τη μελωδία και τη μνήμη.
«Ξαναγυρνάμε πάντα στο ίδιο ερώτημα: “Πώς γίνεσαι ένας κιθαριστικός ήρωας; Πώς γίνεσαι ένας κιθαρίστας που θα θυμούνται στον χρόνο;”», λέει ο Madden.
«Όλα είναι τα τραγούδια. Ο Billie Joe Armstrong έχει το δικό του αισθητικό αποτύπωμα, τη δική του διαδρομή. Για μένα είναι το πρόσωπο-σύμβολο, γιατί αποτελεί σταθερά στην κουλτούρα — σε όσα οι άνθρωποι αγαπούν, θυμούνται και συνδέουν με στιγμές της ζωής τους. Αυτό τον καθιστά εξαιρετικά σημαντικό κιθαρίστα της pop-punk», προσθέτει.
Όταν ένας καλλιτέχνης μιλά για «τραγούδια» αντί για τεχνικές ή εφέ, προκρίνει το στοιχείο εκείνο που έχει τη δύναμη να διαρρήξει εποχές, ρεύματα και πλατφόρμες. Το τραγούδι ως φορέας μνήμης, ως κοινός παρονομαστής ανάμεσα σε γενιές, ως κάτι που σιγοτραγουδιέται σε κερκίδες και σε υπνοδωμάτια.
Αυτή η λογική εξηγεί γιατί ο Benji Madden βλέπει στους Green Day μία κληρονομικότητα αντίστοιχη με εκείνη των Rolling Stones: όχι απλώς επειδή γεμίζουν στάδια, αλλά επειδή συνδυάζουν την ενέργεια της σκηνής με τραγουδοποιία που γράφει πολιτισμικά αποτυπώματα.
Η επιστροφή των Good Charlotte, εν τω μεταξύ, δεν έρχεται ως μεμονωμένο επεισόδιο αλλά ως μέρος μίας ευρύτερης κυκλικής αναζωπύρωσης του είδους.
Από το στιλιστικό λεξιλόγιο που επιστρέφει στη μόδα — το πάθος για καρό, τις μεταλλικές λεπτομέρειες, την άγρια ρομαντικότητα — έως τις playlist που ανασύρουν από το συλλογικό ασυνείδητο τους ύμνους των ’00s, η pop-punk ξαναβρίσκει τη θέση της, λιγότερο ως ρετρό και περισσότερο ως σύγχρονη γλώσσα ενέργειας.
Σε αυτό το περιβάλλον, ένα συγκρότημα με την εμπειρία και το τραγούδι των Good Charlotte μπορεί να ξαναπροτείνει τρόπους με τους οποίους η κιθάρα σημαίνει κάτι σήμερα, σαν γέφυρα ανάμεσα σε ιδέες, ρυθμούς και συναισθήματα.
Ο Madden, με αυτή τη νηφαλιότητα που διακρίνει όσους έχουν δει κύκλους ακμής και κάμψης, καταρρίπτει την πρόχειρη αφήγηση ότι τα μεγάλα γήπεδα είναι υπόθεση του παρελθόντος.
Η διατύπωσή του — πως «δεν έχουμε δει το τελευταίο pop-punk συγκρότημα των σταδίων» — λειτουργεί σαν προφητεία και σαν πρόκληση για μία νέα γενιά μουσικών που μεγάλωσε μέσα σε κώδικες do-it-yourself, αλλά πλέον έχει τα εργαλεία να μιλήσει σε ακροατήρια παγκόσμια.
Και πράγματι, όταν τα τραγούδια είναι ο πυρήνας, ο τόπος διεξαγωγής — κλαμπ ή στάδιο — είναι απλώς διαφορετική κλίμακα του ίδιου φαινομένου.
Επιστρέφοντας στους ίδιους, οι Good Charlotte δείχνουν να κατανοούν άριστα αυτή την ισορροπία ανάμεσα στην ωριμότητα και τη φρεσκάδα. Το «Motel Du Cap» δεν είναι μόνο ένας τίτλος – στιγμιότυπο, είναι μία υπόσχεση ατμόσφαιρας: μία στάση στο ταξίδι ενός συγκροτήματος που αρνείται να μείνει στην αναμνηστική φωτογραφία του παρελθόντος.
Με την ανακοίνωση της συμμετοχής τους στο «Slam Dunk Festival» τον ερχόμενο Μάιο, το σχήμα επιβεβαιώνει ότι δεν επιστρέφει απλώς για μία υπόκλιση, εισέρχεται ξανά στον διάλογο του σήμερα.
Το δημοσιογραφικό διακύβευμα εδώ δεν είναι αν συμφωνεί κανείς με τη «στέψη» των Green Day ως διαδόχων των Rolling Stones, αλλά η καθαρότητα με την οποία ο Benji Madden ορίζει τι έχει σημασία.
Στην αέναη συζήτηση περί τεχνικής υπεροχής, εξοπλισμού και ακροβασιών, η απάντησή του είναι σχεδόν αφοπλιστική: τραγούδια.
Τραγούδια που μπορούν να ζήσουν πέρα από τις κυκλοφορίες, τα charts και τους αλγόριθμους, που μπορείς να τα φωνάξεις σε ένα φεστιβάλ ή να τα ψιθυρίσεις στην κουζίνα σου. Τραγούδια που, όπως θα έλεγε ο ίδιος, «γίνονται μέρος αυτού που οι άνθρωποι αγαπούν και θυμούνται και συνδέουν».
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πραγματικό νόημα της σύγκρισης με τους Rolling Stones: η διάρκεια δεν είναι επιβράβευση της επιμονής, αλλά της συγκολλητικής δύναμης των τραγουδιών.
Αν ο Billie Joe Armstrong — με το δικό του «feel» και την ιδιοσυγκρασία που ποτέ δεν προσποιήθηκε κάτι άλλο — είναι το παράδειγμα, τότε η pop-punk δεν κλείνει τον κύκλο της, απλώς αλλάζει πίστα.
