Εννέα χρόνια μετά το ντεμπούτο που την έβαλε στον χάρτη της εναλλακτικής μουσικής, η Ecca Vandal επιστρέφει με το δεύτερο άλμπουμ της. Το «Looking For People To Unfollow» είναι ένας δίσκος που κινείται ανάμεσα σε punk, hip-hop, trap, reggaeton και τις προσωπικές της επιρροές, χτίζοντας την εικόνα μίας καλλιτέχνιδας που δεν ενδιαφέρεται να χωρέσει σε καμία κατηγορία. Η μεγάλη αναμονή, οι αλλαγές στη ζωή της και η απομάκρυνση από τον ψηφιακό θόρυβο αποτυπώνονται σε έναν δίσκο που μοιάζει με επανεκκίνηση.
Υπήρξε μία περίοδος που πολλοί πίστευαν ότι η Ecca Vandal θα αποτελούσε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα ονόματα της εναλλακτικής σκηνής. Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ της το 2017, η Αυστραλή καλλιτέχνιδα με καταγωγή από τη Σρι Λάνκα και τη Νότια Αφρική έδειχνε ικανή να συνδυάζει σχεδόν τα πάντα: punk ενέργεια, hip-hop ρυθμούς, pop ένστικτο και μία φωνή που μπορούσε να κινηθεί με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά περιβάλλοντα.
Ακολούθησαν εμφανίσεις δίπλα σε ονόματα όπως οι Incubus και οι Queens Of The Stone Age. Η πορεία έμοιαζε ανοδική. Έπειτα ήρθε η πανδημία και τα πράγματα επιβραδύνθηκαν. Αντί να επιστρέψει βιαστικά με νέο υλικό, η Vandal επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο. Απομακρύνθηκε από τον έξω κόσμο, έμεινε εκτός διαδικτύου για τέσσερα χρόνια και άρχισε να χτίζει το επόμενο κεφάλαιο της καριέρας της μαζί με τον στενό συνεργάτη και παραγωγό Richie Buxton.
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο παιδικό δωμάτιο του Buxton στη Μελβούρνη, το οποίο είχε μετατραπεί σε στούντιο. Εκεί γεννήθηκε το «Looking For People To Unfollow», ένας δίσκος που πήρε το όνομά του από τη διαδικασία «καθαρίσματος» που έκανε η ίδια στους λογαριασμούς της στα κοινωνικά δίκτυα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται σαν προσωπική δήλωση ανεξαρτησίας. Η ίδια είχε εξηγήσει τη φιλοσοφία πίσω από τον δίσκο λέγοντας: «Βρίσκω δύναμη στο να είμαι δυνατή και θορυβώδης, ειδικά ως γυναίκα σε αυτή τη σημερινή παγκόσμια συγκυρία, έχοντας μεγαλώσει σε μία κουλτούρα που μου έλεγε ότι δεν μπορούσα να είμαι αυτά τα πράγματα».
Αυτή η στάση διαπερνά σχεδόν κάθε τραγούδι. Ο δίσκος ανοίγει επιθετικά. Τα «Eyes Shut» και «Sorry! Crash!» βάζουν αμέσως τον ακροατή σε ένα περιβάλλον γεμάτο παραμορφωμένες κιθάρες, έντονα ντραμς και μία punk διάθεση που θυμίζει την εποχή όπου το MTV διαμόρφωνε μουσικές τάσεις.
Στο «Eyes Shut», η Vandal στρέφεται απέναντι στην εξουσία και τα προνόμια. «Παίζουν τον Θεό και λένε πως τίποτα δεν πάει στραβά», τραγουδά.
Το «Sorry! Crash!» συνεχίζει με παρόμοια ένταση. Ηχητικά φέρνει στο μυαλό την ωμή ενέργεια συγκροτημάτων όπως οι Idles, ενώ η ίδια κινείται ανάμεσα στον έλεγχο και το χάος. «Άναψε τον φόβο μου με νέον. Πρέπει να δω το όνομά μου να φωτίζει παντού», τραγουδά.
Όμως το ενδιαφέρον στο «Looking For People To Unfollow» βρίσκεται στο γεγονός ότι αρνείται να μείνει σε μία μόνο ταυτότητα. Η πρώτη εντύπωση είναι πως πρόκειται για ένα punk άλμπουμ. Λίγο αργότερα, οι κιθάρες υποχωρούν και δίνουν χώρο σε πιο βαριά μπάσα, ηλεκτρονικούς ρυθμούς και επιρροές που έρχονται από διαφορετικές γωνιές του μουσικού χάρτη.
Το «Do It Anyway» ακουμπά το reggaeton. Το «Came Here For The Loot» αντλεί στοιχεία από την trap και το nu metal. Το «Then There’s One» φέρνει στην επιφάνεια αναφορές στη νοτιοασιατική καταγωγή της. Παρά τις συνεχείς αλλαγές, η φωνή της Vandal λειτουργεί σαν συνεκτικός κρίκος. Η χαρακτηριστική ένταση με την οποία τραγουδά κρατά τον δίσκο ενωμένο ακόμη και στις πιο απρόβλεπτες στροφές του.
Τα 17 τραγούδια δίνουν χώρο στις ιδέες να αναπτυχθούν χωρίς να εγκλωβίζονται σε μία υπερβολικά αυστηρή δομή. Δέκα τραγούδια δεν ξεπερνούν καν τα τρία λεπτά. Αυτό κάνει τον δίσκο να κινείται γρήγορα, σχεδόν νευρικά.
Στιχουργικά, η Vandal προτιμά την αμεσότητα. Στο «Do It Anyway» εξετάζει τις κακές της συνήθειες. Στο «Bleed But Never Die» απαντά με πείσμα στις δυσκολίες που αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια. Το «Cruising To Self Soothe», που ήδη έχει αποκτήσει ιδιαίτερη απήχηση, λειτουργεί σαν ένας ύμνος αυτοπεποίθησης με έντονες αναφορές στην κουλτούρα του skateboarding. «Ακόμα πετάω γιατί είμαι καλύτερα από ποτέ», τραγουδά.
Η σχέση της με τη σκηνή του skate είναι εμφανής σε αρκετά σημεία του δίσκου. Τα τραγούδια έχουν συχνά αυτή την αίσθηση διαρκούς κίνησης, σαν να συνοδεύουν κάποιον που κατεβαίνει έναν δρόμο πάνω σε σανίδα χωρίς να ξέρει ακριβώς πού θα καταλήξει.
Στο μέσο περίπου του άλμπουμ έρχεται μία αλλαγή διάθεσης. Το «Okay Not To Be Okay» χαμηλώνει τους τόνους και στρέφεται προς ένα πιο synth περιβάλλον. «Φωνάζω γεια για να βρω την ηχώ μου, γιατί ακόμα κυνηγάμε το συναίσθημα ότι νιώθουμε», ακούγεται να λέει.
Λίγο μετά ακολουθεί το «Then There’s One», ίσως η πιο ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου. Παρότι διαρκεί λίγο περισσότερο από ένα λεπτό, αφήνει έντονο αποτύπωμα και δημιουργεί την αίσθηση ότι θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο.
Το δεύτερο μισό του άλμπουμ γίνεται πιο πολιτικό. Στο «Ghosts», η Vandal καταπιάνεται με τη διαστρέβλωση της ιστορίας, τις ψεύτικες υποσχέσεις και τη διεκδίκηση χώρου για κοινότητες που παραμένουν στο περιθώριο. «Θα γκρεμίσουμε τα αγάλματα από πέτρα. Ζούμε την αλήθεια ότι το καφέ και το μαύρο είναι χρυσός», δηλώνει.
Το φινάλε έρχεται με το «Came Here For The Loot», ένα τραγούδι που στρέφεται απέναντι στην απληστία, τις θεωρίες συνωμοσίας και τις μορφές εξουσίας που λειτουργούν καταπιεστικά. Καθώς ο δίσκος κλείνει, η τελευταία φράση της ακούγεται σαν δήλωση προθέσεων: «Δεν θα περιμένω».
Παράλληλα με την κυκλοφορία του άλμπουμ, η Vandal βρίσκεται ξανά σε έντονη συναυλιακή δραστηριότητα. Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί στο Coachella, ενώ έχει μοιραστεί τη σκηνή με τους Deftones και τους Limp Bizkit, των οποίων ανοίγει τη συναυλία στο Release Athens 2026 στην Ελλάδα.
Το «Looking For People To Unfollow» δεν ακούγεται σαν δίσκος που προσπαθεί να καλύψει χαμένο χρόνο. Ακούγεται σαν δίσκος ανθρώπου που πέρασε χρόνια σκεπτόμενος ποιος θέλει να είναι. Η Ecca Vandal κρατά το χάος που χαρακτήριζε πάντα τη μουσική της, αλλά πλέον το διαχειρίζεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καθαρότερη κατεύθυνση. Εννέα χρόνια είναι μεγάλο διάστημα για έναν δεύτερο δίσκο. Στην περίπτωσή της, όμως, η αναμονή έδωσε χώρο σε μία πιο ξεκάθαρη καλλιτεχνική ταυτότητα να αναδυθεί. Και αυτό είναι το στοιχείο που μένει περισσότερο από οποιοδήποτε είδος ή επιρροή ακούγεται μέσα στον δίσκο.
