Με τη συμμετοχή θρύλων όπως ο Keith Richards και ο Roger Daltrey, το «Don’t Forget Me» αφηγείται την ταραχώδη ζωή του πρωτοπόρου που επηρέασε τους πάντες, από τους Beatles μέχρι τους Sex Pistols, πριν το νήμα της ζωής του κοπεί απότομα στα είκοσι ένα του χρόνια.
Ξεχάστε το διαβόητο «Club 27». Πολύ πριν η μυθολογία της rock εστιάσει σε εκείνους που χάθηκαν στα είκοσι επτά τους, ο Eddie Cochran είχε ήδη προλάβει να αφήσει μία ανεξίτηλη σφραγίδα στην παγκόσμια μουσική σκηνή και να αποχωρήσει από τα εγκόσμια σε ηλικία μόλις 21 ετών.
Ο Cochran δεν ήταν απλώς ένας ακόμη όμορφος νεαρός με περιποιημένο μαλλί και μία κιθάρα στα χέρια, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες του οικοδομήματος που σήμερα ονομάζουμε rock ‘n’ roll. Με έναν αέρα αυτοπεποίθησης που ξεπερνούσε κατά πολύ την ηλικία του, συνέθεσε κλασικά κομμάτια, πρωταγωνίστησε στον κινηματογράφο και ενέπνευσε μία ολόκληρη γενιά μουσικών που αργότερα θα άλλαζαν τον κόσμο.
Σήμερα, έξι δεκαετίες μετά τον τραγικό θάνατο αυτού του πρωτοπόρου, το «Don’t Forget Me» έρχεται να αποκαταστήσει τη μνήμη του και να αφηγηθεί την ιστορία του με τον σεβασμό που της αρμόζει. Πρόκειται για το πρώτο επίσημο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Eddie Cochran, μία παραγωγή που φιλοδοξεί να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια της εικόνας του ειδώλου και να αναδείξει τον καλλιτέχνη, τον συνθέτη και τον οραματιστή.
Η σημασία του εγχειρήματος υπογραμμίζεται από την εντυπωσιακή λίστα των προσωπικοτήτων που έσπευσαν να καταθέσουν τη δική τους μαρτυρία για την επιρροή του Cochran.
Μεταξύ των κορυφαίων ονομάτων που συμμετέχουν με αποκλειστικές συνεντεύξεις στην κάμερα είναι οι Keith Richards, YUNGBLUD, Ronnie Wood, Roger Daltrey, Alice Cooper, Rod Stewart, Sting, Billy Idol, Peter Frampton, Brian Setzer και Suzi Quatro.
Η παρουσία προσωπικοτήτων όπως ο σκηνοθέτης John Waters και η Linda Perry, μαζί με τον Kiefer Sutherland και τον Stephen Sanchez, καταδεικνύει το εύρος της κληρονομιάς του Cochran, η οποία διαπερνά γενιές και διαφορετικά είδη τέχνης. Στο ντοκιμαντέρ συμμετέχουν επίσης μέλη της οικογένειας Cochran, προσφέροντας μία πιο προσωπική και οικεία ματιά στον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή του βραβευμένου με Emmy και Χρυσή Σφαίρα ηθοποιού Kiefer Sutherland. Πολλοί ίσως αναρωτηθούν τι συνδέει τον πρωταγωνιστή του «24» με έναν ροκά των 50s. Η απάντηση κρύβεται πίσω από μία κινηματογραφική σύμπτωση που παραλίγο να αλλάξει την πορεία της καριέρας του.
Μετά την τεράστια επιτυχία του στην ταινία με βαμπίρ «The Lost Boys» το 1987, ο Sutherland βρισκόταν σε προχωρημένες συζητήσεις για να ενσαρκώσει τον Cochran σε μία βιογραφική ταινία. Η παραγωγή αυτή θα ερχόταν σε μία εποχή που το Χόλιγουντ έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους πρωτοπόρους της μουσικής, λίγο μετά την ερμηνεία του Gary Busey ως Buddy Holly και λίγο πριν ο Dennis Quaid υποδυθεί τον Jerry Lee Lewis.
Σε ένα προχωρημένο απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ, ο Sutherland αναπολεί εκείνη την περίοδο: «Είμαι 18-19 ετών και μου δόθηκε ένα σενάριο που θα αφηγούνταν τη ζωή του Eddie Cochran — τραγικά τη σύντομη ζωή του Eddie Cochran. Το διάβασα και μου έδωσε κάποιες ιστορίες για εκείνον που πραγματικά εκτίμησα. Πίστευα ότι ήταν τόσο κουλ, επειδή ήταν τόσο νέος και όμως άνοιγε αυτό το απίστευτο έδαφος δημιουργικά και μουσικά. Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από τον χαρακτήρα του».
Παρά τη βραχύβια πορεία του, ο γεννημένος στη Μινεσότα Cochran υπήρξε μία καταλυτική δύναμη. Η πορεία του ξεκίνησε δυναμικά το 1956, όταν έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ταινία «The Girl Can’t Help It» με πρωταγωνίστρια την Jayne Mansfield. Εκεί, στάζοντας επαναστατικότητα, ερμήνευσε το rockabilly κομμάτι «Twenty Flight Rock», μία στιγμή που έμεινε στην ιστορία.
Η μοίρα, ωστόσο, είχε άλλα σχέδια. Στις 17 Απριλίου 1960, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στην Αγγλία μαζί με τον έτερο θρύλο Gene Vincent, οι δύο μουσικοί ενεπλάκησαν σε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Ο Vincent επέζησε, αλλά ο Cochran υπέκυψε στα τραύματά του, βυθίζοντας τον μουσικό κόσμο στο πένθος.
Τα τραγούδια του παραμένουν διαχρονικά σημεία αναφοράς. Το «Twenty Flight Rock» ήταν το κομμάτι που ο Paul McCartney τραγούδησε στον John Lennon την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, πείθοντάς τον για τις ικανότητές του και θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία των Beatles. Επιτυχίες όπως τα «C’Mon Everybody», «Teenage Heaven» και «Somethin’ Else» (το οποίο αργότερα διασκεύασαν οι Led Zeppelin και οι Sex Pistols) επιβεβαιώνουν τη συνθετική του δεινότητα.
Κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας του παραμένει το «Summertime Blues», ένα απόλυτο κλασικό κομμάτι που έχει διασκευαστεί από δεκάδες καλλιτέχνες, από τον Buck Owens και τους Blue Cheer μέχρι τους The Who, τον Alan Jackson και τους Rush.
Ο Cochran δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής. ήταν ένας καλλιτέχνης που συμμετείχε ενεργά στην παραγωγή και τη σύνθεση, κάτι σπάνιο για την εποχή του, ενώ η παρουσία του σε ταινίες όπως το «Untamed Youth» του 1957 δίπλα στη Mamie Van Doren, τον καθιέρωσε ως το πρόσωπο της «άγριας» νεολαίας που το σύστημα προσπαθούσε μάταια να δαμάσει.
Το «Don’t Forget Me», σε σκηνοθεσία της Kirsty Bell και παραγωγή της Goldfinch Entertainment, δημιουργήθηκε σε στενή συνεργασία με το Cochran Family Estate, με τη συμμετοχή του Rock & Roll Hall of Fame και της Universal Music Enterprises. Οι λεπτομέρειες για την ημερομηνία κυκλοφορίας αναμένεται να ανακοινωθούν τους επόμενους μήνες, όμως η προσμονή είναι ήδη μεγάλη.
Σε μία εποχή που η μουσική βιομηχανία αναζητά διαρκώς το επόμενο μεγάλο φαινόμενο, η επιστροφή στις ρίζες και στην ακατέργαστη ενέργεια του Eddie Cochran μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Το ντοκιμαντέρ δεν υπόσχεται μόνο μία αναδρομή στο παρελθόν, αλλά και μία βαθιά κατανόηση του πώς ένας νεαρός από τη Μινεσότα κατάφερε, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, να δώσει φωνή στην εφηβική ανησυχία και να καθορίσει τον ήχο του μέλλοντος.
Η ιστορία του Cochran είναι μία υπενθύμιση ότι η δημιουργικότητα δεν γνωρίζει ηλικιακά όρια και ότι η πραγματική επιρροή δεν μετριέται σε δεκαετίες ζωής, αλλά στην ένταση των στιγμών που χαράσσονται στη συλλογική μνήμη.
