Ένα νέο ντοκιμαντέρ ρίχνει φως στον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του Jeff Buckley και την τραγική του μοίρα.
Όταν ο άγνωστος ακόμη Jeff Buckley ανέβηκε στη σκηνή για την πρώτη του εμφάνιση στη Νέα Υόρκη, σε ένα αφιέρωμα του 1991 στον πατέρα του, τον θρύλο της folk-rock Tim Buckley, η Rebecca Moore δεν περίμενε πολλά.
Η Moore, μέλος της ομάδας παραγωγής εκείνο το βράδυ, είχε μεγαλώσει στην αβανγκάρντ σκηνή της πόλης και δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα από φιλόδοξους καλλιτέχνες.
Τότε ο Buckley άνοιξε το στόμα του: «Έμοιαζε να παραδίνεται σε μία ανώτερη δύναμη», λέει η Moore, η οποία αργότερα έγινε σύντροφος και μούσα του Buckley. «Η ουσία του ήταν η μουσική. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ τη μουσική να ρέει από κάποιον σαν ένα ανεξέλεγκτο πνεύμα».
Η φωνή του Buckley, ένας στοιχειωτικός, υπερβατικός τενόρος με εύρος σχεδόν τεσσάρων οκτάβων, είναι περισσότερο γνωστή από την εμβληματική του ερμηνεία στο «Hallelujah» του Leonard Cohen, η οποία μετρά πάνω από 407 εκατομμύρια streams στο Spotify.
Όμως, για έναν καλλιτέχνη που κυκλοφόρησε μόλις ένα άλμπουμ στη ζωή του, η επιρροή του υπήρξε δυσανάλογα μεγάλη: η Adele, οι Radiohead, η Lana Del Rey και ο Chris Martin των Coldplay (ο οποίος δήλωσε ότι η μουσική του Buckley «είναι ο λόγος που γίναμε συγκρότημα») τον αναφέρουν όλοι ως πηγή έμπνευσης.
«Ο Jeff σε αγγίζει κατευθείαν στην καρδιά», δηλώνει η σκηνοθέτιδα Amy Berg, της οποίας το νέο ντοκιμαντέρ «It’s Never Over, Jeff Buckley», αποκαλύπτει τον τρυφερό, εκπληκτικά αστείο άνθρωπο πίσω από τον εσωστρεφή καλλιτέχνη και εξερευνά την περίπλοκη σχέση του τραγουδιστή με τον τραγουδοποιό πατέρα του — και με τη δική του φήμη, που διακόπηκε απότομα από τον σοκαριστικό θάνατό του το 1997, σε ηλικία μόλις 30 ετών.
«Είχε αυτό το πανέμορφο χάρισμα και θριάμβευσε απέναντι σε πολλά προσωπικά ζητήματα για να το μοιραστεί», σημειώνει η Moore. «Γι’ αυτό, είμαστε τυχεροί».
Γεννημένος στο Anaheim της Καλιφόρνια το 1966 και γνωστός με το μεσαίο του όνομα, Scottie, ο Buckley μεγάλωσε με τη Mary Guibert, η οποία τον απέκτησε όταν ήταν ακόμα έφηβη. Τον θυμάται να τραγουδά ακούγοντας ραδιόφωνο όταν ήταν βρέφος: «Στεκόμουν στην πόρτα και έκλαιγα». Ο πατέρας του, Tim Buckley, τον οποίο η Guibert γνώρισε στο λύκειο, την εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τη μουσική πριν γεννηθεί ο Jeff.
Στα 8 του, είχε τη μοναδική του συνάντηση με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν πλέον ένας folk τραγουδιστής με μεγάλο κοινό. Τον είδε να παίζει ζωντανά μία φορά (μια «μαγική στιγμή», όπως λέει η Guibert) και έμεινε μαζί του για λίγες μέρες. «Αλλά αντί να είναι παρών για τον γιο που μόλις είχε γνωρίσει, έκανε κοκαΐνη όλη νύχτα και κοιμόταν όλη μέρα», αποκαλύπτει η Guibert.
Δύο μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1975, ο Tim Buckley πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών σε ηλικία 28 ετών. Ο Scottie, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε το επίθετο του πατριού του, Moorehead, άρχισε να συστήνεται ως Jeff Buckley. Μέχρι το λύκειο, η μουσική ήταν το κυρίαρχο πάθος του.
Αν και ο Buckley ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του (και του έμοιαζε εκπληκτικά), «αυτό το φάντασμα τον στοίχειωνε», λέει η Berg. Όταν τον ρωτούσαν για το μουσικό «χάρισμα» που κληρονόμησε από τον πατέρα του, ο Buckley απαντούσε κοφτά: «Το μόνο πράγμα που μου έδωσε ποτέ ο πατέρας μου ήταν μία φευγαλέα ματιά».
Ήταν διχασμένος για το αν έπρεπε να έρθει στη Νέα Υόρκη το 1991 για το αφιέρωμα στον πατέρα του, αλλά εκείνη η εμφάνιση, μαζί με τις βραδιές που έπαιζε διασκευές της Nina Simone, της Edith Piaf και των Led Zeppelin, καθώς και δικά του τραγούδια στο καφέ Sin-é του East Village, οδήγησαν σε ένα συμβόλαιο εκατομμυρίων με την Columbia Records.
Η εταιρεία φιλοξενούσε γίγαντες όπως η Billie Holiday και ο Miles Davis, που αποτελούσαν πρότυπα για τον Buckley. «Είχες τον Bob Dylan, τον Bruce Springsteen και μετά τον Jeff Buckley», δηλώνει ο πρώην tour manager του, Gene Bowen, για το ρόστερ της εταιρείας. «Υπήρχε μεγάλη πίεση».
Ο Buckley παρέδωσε το ντεμπούτο του, «Grace», το οποίο απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Ακόμα και τα είδωλα του Buckley το λάτρεψαν. Ο κιθαρίστας των Led Zeppelin, Jimmy Page, το αποκάλεσε ένα από τα αγαπημένα του άλμπουμ της δεκαετίας, ενώ ο David Bowie είπε ότι ήταν το άλμπουμ που θα ήθελε να πάρει μαζί του σε ένα ερημικό νησί.
Ωστόσο, ο τραγουδιστής ήταν απογοητευμένος που η εμφάνισή του φαινόταν να λαμβάνει σχεδόν τόση προσοχή όση και η μουσική του. «Νομίζω ότι ήταν μία πρόκληση για εκείνον», σχολιάζει η Berg.
«Η εταιρεία προωθούσε το μάρκετινγκ αυτού του πανέμορφου νεαρού που μόλις είχαν υπογράψει, και εκείνος ήθελε απλώς να είναι γνωστός ως μουσικός». Μια φορά που του παρουσίασαν τη φωτογραφία του στο τεύχος του People για τους «Πιο Όμορφους Ανθρώπους» του 1995 για να την υπογράψει, ο τραγουδιστής «πήρε τον μαρκαδόρο και μούντζουρωσε το πρόσωπό του», θυμάται η μητέρα του.
Οι απαιτήσεις της φήμης και των περιοδειών διέλυσαν τη σχέση του με τη Moore, η οποία είχε ερωτευτεί το ανοιχτό πνεύμα του Buckley. Η παιχνιδιάρικη διάθεση του Buckley —συμπεριλαμβανομένης της συνήθειάς του να ηχογραφεί ωριαίους εξερχόμενους τηλεφωνητές στο ύφος παλιών ραδιοφωνικών θεατρικών έργων— αποτυπώνεται στο ντοκιμαντέρ της Berg, το οποίο περιλαμβάνει αυτές τις ηχογραφήσεις.
«Ήθελε να συνδεθεί με όλους», αναφέρει η Moore. Ακόμα και με τα σκυλιά που συναντούσε στον δρόμο: «Το επόμενο πράγμα που καταλάβαινα ήταν ότι κυλιόταν στο βρώμικο πεζοδρόμιο με αυτό το σκυλί».
Μέχρι το 1997, το άγχος της δημιουργίας ενός δεύτερου άλμπουμ τον βάραινε πολύ. «Δυσκολευόταν», τονίζει η Moore, η οποία θυμάται ότι ο Buckley άρχισε να αναρωτιέται αν μπορεί να ήταν διπολικός. Μετακόμισε στο Μέμφις για να γράψει σε απομόνωση και ανακάλυψε ξανά τη φωνή του.
Αλλά την ημέρα που επρόκειτο να ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις, τον Μάιο του 1997, σταμάτησε σε έναν παραπόταμο δίπλα στον Μισισιπή και, τραγουδώντας το «Whole Lotta Love» των Led Zeppelin που έπαιζε σε ένα κοντινό στερεοφωνικό, μπήκε στο νερό, νηφάλιος και πλήρως ντυμένος. Ήταν «μια στιγμή χαράς που ήταν 100% μία κίνηση “τύπου Jeff”», λέει η Moore.
Ένα κύμα από ένα διερχόμενο ποταμόπλοιο τον τράβηξε κάτω. Οι αρχές βρήκαν το σώμα του έξι ημέρες αργότερα, και η νεκροψία διαπίστωσε αργότερα ότι είχε πιει μία μπύρα και δεν υπήρχαν ναρκωτικά στον οργανισμό του. Ο θάνατός του κρίθηκε ατύχημα.
«Μία φορά στη ζωή σου, αν είσαι τυχερός, εμφανίζεται ένας καλλιτέχνης που λειτουργεί ως δίαυλος για κάτι ανώτερο», σχολιάζει η Moore. «Δεν είναι απλώς ένας καταξιωμένος άνθρωπος ή μία σπουδαία προσωπικότητα ή εξαιρετικά όμορφος, ή οτιδήποτε άλλο. Το να βρίσκεσαι στην παρουσία ενός καλλιτέχνη που ήταν ένας τέτοιος αγωγός πνεύματος μέσα από το έργο του είναι τεράστιο προνόμιο. Ήταν απλά ένας πολύ γλυκός, ζωντανός άνθρωπος».
Και ο ίδιος ο Buckley φανταζόταν να μοιράζεται τη μουσική του για πολλά χρόνια ακόμα, λέει η μητέρα του. «Ήθελε να ζήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα», υποστηρίζει η Guibert για τον γιο της. «Ονειρευόταν να βρίσκεται στη σκηνή σε αναπηρικό καροτσάκι.
Οραματιζόταν μία ζωή στην οποία θα μπορούσε να βάλει την κιθάρα στον ώμο του, και ο κόσμος θα ήθελε να τον ακούει να τραγουδά, και θα μπορούσε να γράφει οτιδήποτε υπήρχε στην ψυχή του. Και αυτό θα ήταν το μόνο που θα του ζητούσε η ζωή».
Η ιστορία του Jeff Buckley παραμένει ένα από τα πιο μελαγχολικά και ταυτόχρονα φωτεινά κεφάλαια της μουσικής. Ένας καλλιτέχνης που με έναν μόνο ολοκληρωμένο δίσκο κατάφερε να αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα, επηρεάζοντας γενιές μουσικών που ακολούθησαν.
Η κληρονομιά του δεν είναι απλώς η απόκοσμη φωνή του ή οι σπαρακτικές του μελωδίες, αλλά η απόδειξη ότι η αληθινή τέχνη δεν μετριέται με τον χρόνο, αλλά με το βάθος της ψυχής που καταφέρνει να αγγίξει. Ο θάνατός του άφησε ένα κενό, αλλά η μουσική του εξασφαλίζει ότι το πνεύμα του δεν θα σιγήσει ποτέ.
