Ένα τραγούδι φτιαγμένο από δημητριακά, κούραση και ιδιοφυΐα: η άβολη αλήθεια πίσω από το «Good Morning Good Morning» των Beatles.
Υπάρχουν στιγμές που η ιστορία της μουσικής φωτίζεται όχι από τις μεγαλύτερες θριαμβολογίες της, αλλά από τις μικρές, σχεδόν ανεπιτήδευτες παραφωνίες που επιμένουν. Στο πανόραμα μιας εποχής που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ακούμε, ντυνόμαστε και ερωτευόμαστε, ένα τραγούδι γεννήθηκε από την τηλεόραση που ψιθύριζε χαμηλά στο σαλόνι και από έναν άνθρωπο που ένιωθε, για λίγο, μικρότερος από τον μύθο του.
Ο John Lennon, σε μία σπάνια στιγμή αυστηρής αυτοκριτικής, παραδεχόταν για το «Good Morning Good Morning» πως «ποτέ δεν ήμουν περήφανος γι’ αυτό. Το ξεπέταξα απλώς για να υπάρχει ένα τραγούδι. Μα έγραφε για το παρελθόν μου, γι’ αυτό αγγίζει τα παιδιά: ήμουν εγώ στο σχολείο, όλο μου το πράγμα». Κι όμως, ο παλμός αυτού του τραγουδιού εξακολουθεί να χτυπά σαν ξυπνητήρι που σε πετάει, με μία δόση ειρωνείας και τρυφερότητας, μέσα στη μέρα.
Από την πρώτη στιγμή, οι The Beatles δεν μπήκαν στη μουσική για να ανακηρυχθούν οι καλύτεροι στον κόσμο. Ήθελαν να κοιτάξουν στα μάτια τους ήρωές τους – τον Elvis Presley, τον Little Richard – και να τους φτάσουν, ίσως να τους πλησιάσουν, ποτέ όμως δεν φαντάστηκαν πως θα γίνουν σώμα-πρότυπο, ένα σύνολο τραγουδιών που θα διαβάζεται, δεκαετίες μετά, σαν λειτουργία.
Κι όμως, πίσω από τις αφίσες και τα αριστουργήματα, παρέμεναν άνθρωποι, με κουρασμένα βλέμματα, σπασμένες προτάσεις, εκείνη την αμηχανία που κάνει την ιδιοφυΐα να κατεβαίνει από το βάθρο και να κάθεται στην κουζίνα, με μία κούπα τσάι.
Η στροφή ήρθε όταν οι συναυλίες, ο εκκωφαντικός ίλιγγος της περιοδείας, σταμάτησαν. Η κραυγή των κοριτσιών, που κάποτε ήταν βενζίνη, είχε γίνει θόρυβος που έκρυβε τη μουσική. Στο στούντιο, μακριά από τον βιτρινάτο πανικό, άρχισε να γεννιέται κάτι διαφορετικό. Το «Revolver» είχε ήδη ανοίξει πόρτες.
Και τότε, ο Paul McCartney πρότεινε να ντυθούν κάτι άλλο: μία φανταστική μπάντα, ένα εναρκτήριο ψέμα που θα τους απελευθέρωνε από το παρελθόν τους. Αν δεν ήταν πια οι The Beatles, θα μπορούσαν να είναι τα πάντα. Το concept δεν έγινε ποτέ απόλυτα κτήμα όλων. Ο John Lennon, όπως συχνά συνέβαινε, έφερε στο τραπέζι ιδέες που μύριζαν ονειρικό κολάζ, θραύσματα που έπρεπε να συναρμολογηθούν με μία τρέλα που μόνο ο ίδιος μπορούσε να καθοδηγήσει.
Έτσι, στο άλμπουμ-ορόσημο «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band», οι εικόνες άρχισαν να γλιστρούν η μία μέσα στην άλλη: ο παιδικός ψευδοπαράδεισος του «Lucy in the Sky With Diamonds», το παζάρι και το τσίρκο του «Being for the Benefit of Mr. Kite!», κι έπειτα το μικρό άγριο σύνθημα της καθημερινότητας, το «Good Morning Good Morning».
Ένα κομμάτι σαν πρωινό τρέξιμο: ασύμμετρο, λαχανιασμένο, με ανορθόδοξο μέτρημα και μελωδικότητα που δεν κάνει χατίρια. Ο ήρωάς του ξυπνά, ντύνεται, κοιτάζει πίσω προς την παλιά του σχολική αυλή, κατηφορίζει για τσάι. Δεν συμβαίνει τίποτε και συμβαίνουν όλα: αυτό είναι η καθημερινότητα όταν τη βλέπεις με μάτια που έχουν γευτεί τη δόξα και την ανία της.
Η καταγωγή του τραγουδιού μοιάζει αστεία και σχεδόν προσβλητική για το κύρος μιας εποχής που γέννησε αποκαλυπτικές συμφωνίες: ο Lennon, καθισμένος στο πιάνο, με την τηλεόραση να αναβοσβήνει, άκουσε μία διαφήμιση για κορν-φλέικς. Η φράση «Good morning, good morning» κόλλησε στο κεφάλι του. Εκείνο το μεσημέρι ξεκίνησε να γράφει.
Δεν ήταν ένα τραγούδι που τον κυνηγούσε χρόνια, ήταν ένα τραγούδι που επιβλήθηκε σκαιά από μία καθημερινή, σχεδόν ντροπιαστική, στιγμή. Η παρόρμηση που έγινε σύνθεση – κι έπειτα, μέσα στο στούντιο, ένα σμήνος ήχων.
Ο Paul McCartney θα θυμόταν αργότερα: «Ήταν η πρώτη μεγάλη χρήση ηχητικών εφέ από μέρους μας, νομίζω. Είχαμε άλογα και κότες και σκυλιά και κάθε λογής πλάσματα να τρέχουν μέσα στο κομμάτι». Η διάθεση παιχνιδιού έγινε τεχνική, το γκάρισμα μιας καθημερινής αγέλης μπλέχτηκε σε ένα rock κρεσέντο. Ένας πετεινός ανοίγει το τραγούδι – μία πρόζα της εξοχής μέσα στον πιο αστικό δίσκο της δεκαετίας.
Κι όμως, ο Lennon δεν το συγχώρησε ποτέ στον εαυτό του. Η σκληρότητα με την οποία έκρινε το έργο του ήταν μέρος του χαρακτήρα του – μία εσωτερική μονομαχία που ηχούσε πίσω από κάθε θαυμασμό που δεχόταν. Στις συνεντεύξεις, το έλεγε καθαρά: «Δεν ήμουν ποτέ περήφανος». Είχε την αίσθηση πως «το ξεπέταξα» – σαν να έφτιαξε ένα πρωινό στο πόδι, ενώ γνώριζε πώς μοιάζει ένα δείπνο τελειότητας.
Αυτό το δίπολο ανάμεσα στην επιτηδειότητα και στην αναγκαιότητα ίσως έγινε πιο έντονο εξαιτίας της διακριτικής, πλην αμείλικτης, άμιλλας με τον McCartney. Ο Paul έφερνε τραγούδια που έμοιαζαν να προσγειώνονται ήδη ολόκληρα – ραφιναρισμένα, ευρηματικά, ευθύβολα. Ο John αντιδρούσε με σπασμένες γραμμές και εκρήξεις. Κι ανάμεσα στους δύο, ένα σώμα μουσικής που γινόταν κάθε εβδομάδα πιο τολμηρό.
Το «Good Morning Good Morning» ανασαίνει αυτή την ένταση. Στις γωνίες του κρύβεται μία σχεδόν απεγνωσμένη ενέργεια, η λαχτάρα να φύγεις από την ίδια τη δομή του τραγουδιού, να τσαλακώσεις το τετράδιο και να ξεκινήσεις από την αρχή. Το μέτρημά του πηδά, οι φράσεις του δαγκώνουν και τραβιούνται πίσω.
Μα ακριβώς εκεί, στο αμφίθυμο σχήμα του, αναγνωρίζει κανείς τον Lennon να θυμάται: το σχολείο, τη ρουτίνα, τον μικρό εαυτό που ζητά να γίνει κάτι άλλο. Είναι μία αυτοπροσωπογραφία χωρίς γυαλιστερό φως – ιδρώτας πρωινός, όχι φώτα σκηνής.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, στο ίδιο άλμπουμ, η μπάντα θα άγγιζε μία κορυφή που ακόμη λειτουργεί ως ορισμός του τι μπορεί να είναι ένα rock φινάλε. Το «A Day in the Life» έκλεισε το «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band» σαν να κατέβαζε την αυλαία της δεκαετίας και να άνοιγε μία νέα. Ο Lennon το ήξερε: εκεί είχε επιτευχθεί μία υπέρβαση.
Το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο έργο συνυπάρχει το τραγούδι που «ξεπέταξε» και εκείνο που θεωρούσε κορυφαίο, δεν είναι αντίφαση, είναι η ουσία της δημιουργικότητας. Καμιά δισκογραφία δεν γράφεται αποκλειτικά με έξαρση. Χρειάζονται και οι ανάσες, οι γωνίες, οι «μικρές» στιγμές που δίνουν στους θριάμβους τους σωστούς αντίχειρες.
Αν το ερώτημα είναι αν το «Good Morning Good Morning» είναι τραγούδι για να καμαρώνεις, η απάντηση εξαρτάται από το τι ζητάς από τη μουσική. Ο ίδιος ο Lennon το χαρακτήρισε αργότερα ως κάτι σαν «λίγο μπούρδες», κι όμως εκεί, ανάμεσα στα ζώα που παρελαύνουν και στους ρυθμούς που σκοντάφτουν, συμβαίνει η χαρά.
Μια από τις μεγάλες χαρές του «Sgt. Pepper» ήταν πως μπορούσε να πάρει τα πιο απλά υλικά – μία καθημερινή φράση από μία διαφήμιση, ένα παιδικό σκίτσο, τις αναμνήσεις ενός προαυλίου – και να τα μετατρέψει σε στιγμές που χαράσσονται στο σώμα σου προτού χαραχτούν στο μυαλό σου.
Αυτό κάνει και το «Good Morning Good Morning»: χωρίς να ζητά συγγνώμη, χωρίς να επιδεικνύει την ευφυΐα του, σε βάζει να χαμογελάσεις προτού προλάβεις να σκεφτείς γιατί. Άλλωστε, η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από έργα που οι δημιουργοί τους δεν εκτίμησαν όσο οι άλλοι.
Η απόσταση ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα σε αυτό που θέλαμε να φτιάξουμε και σε αυτό που τελικά παραδώσαμε, είναι γεμάτη από παρεξηγήσεις. Ο Lennon, με τη δική του αυστηρότητα, μας γλιτώνει από την αγιογραφία: θυμίζει ότι πίσω από την πορσελάνινη λάμψη του μύθου κρύβονται αβέβαια χέρια, μελαγχολίες, στιγμές βαρεμάρας. Και ότι ακόμα και μέσα από αυτά μπορεί να περάσει μία ακτίνα ακρίβειας.
Ίσως γι’ αυτό το «Good Morning Good Morning» αντέχει. Δεν φοράει το σακάκι της τελειότητας, φοράει το πουκάμισο που τσαλακώνεται όταν σηκώνεσαι απότομα. Είναι η φωνή που λέει «σήκω» χωρίς να υπόσχεται ότι η μέρα θα είναι καλύτερη, μα σου τη δείχνει με έναν τρόπο που δεν μπορείς να αγνοήσεις.
Και στο τέλος, όταν ο θόρυβος των ζώων ξεθωριάζει και η βελόνα του δίσκου τρίζει, καταλαβαίνεις πως αυτό που έκανε ο Lennon δεν ήταν λιγότερο γενναίο από τα μεγάλα του άλματα: πήρε ένα κοινότοπο πρωινό και το μεταμόρφωσε σε καθρέφτη.
Δεν είναι όλες οι στιγμές για να τις κορνιζάρεις. Μερικές είναι για να θυμάσαι πώς μοιάζει η ζωή όταν κανείς δεν σε κοιτάζει. Το «Good Morning Good Morning» είναι αυτή ακριβώς η στιγμή: το βήμα πριν την πρόβα, το βλέμμα στον καθρέφτη πριν από το κοστούμι, το χαμόγελο που βγαίνει σχεδόν κατά λάθος.
Και μέσα στον λαβύρινθο του «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band», αυτό το ταπεινό ξυπνητήρι υπενθυμίζει πως ακόμη και οι πιο μεγάλες επαναστάσεις ξεκινούν με μία απλή χειρονομία: να ανοίξεις τα μάτια σου.
