Πέθανε σε ηλικία 78 ετών Bob Weir, ο άνθρωπος που, στη σκιά του Jerry Garcia, δημιούργησε την αρχιτεκτονική του ήχου μιας ολόκληρης γενιάς. Η ανακοίνωση της οικογένειας και η κληρονομιά των 300 ετών.
Ο Bob Weir, ο τραγουδιστής, συνθέτης, κιθαρίστας και συνιδρυτής των Grateful Dead, δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Ο μουσικός που καθόρισε τον ήχο της αμερικανικής αντικουλτούρας και λειτούργησε ως η «άγκυρα» σε ένα από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα της ιστορίας, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 78 ετών.
Η είδηση του θανάτου του σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την κλασική rock και την ψυχεδέλεια. Σε ανακοίνωσή της, η οικογένεια του Weir επιβεβαίωσε το γεγονός, αποκαλύπτοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μουσικός αποχαιρέτησε τα εγκόσμια, έχοντας δώσει μία γενναία μάχη με την υγεία του.
«Με βαθιά θλίψη μοιραζόμαστε τον θάνατο του Bobby Weir», αναφέρει η ανακοίνωση. «Έφυγε ειρηνικά, περιτριγυρισμένος από αγαπημένα πρόσωπα, αφού νίκησε θαρραλέα τον καρκίνο όπως μόνο ο Bobby θα μπορούσε. Δυστυχώς, υπέκυψε σε υποκείμενα πνευμονικά προβλήματα».
Η δήλωση σκιαγραφεί στη συνέχεια το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που έβλεπε τη μουσική όχι ως επάγγελμα, αλλά ως κοινωνική λειτουργία.
«Ο Bobby θα είναι για πάντα μία καθοδηγητική δύναμη της οποίας η μοναδική καλλιτεχνική δημιουργία αναδιαμόρφωσε την αμερικανική μουσική. Το έργο του έκανε περισσότερα από το να γεμίζει δωμάτια με μουσική· ήταν ζεστό φως του ήλιου που γέμιζε την ψυχή, χτίζοντας μία κοινότητα, μία γλώσσα και μία αίσθηση οικογένειας που γενιές θαυμαστών κουβαλούν μαζί τους. Κάθε συγχορδία που έπαιζε, κάθε λέξη που τραγουδούσε ήταν αναπόσπαστο μέρος των ιστοριών που ύφαινε. Υπήρχε μία πρόσκληση: να νιώσεις, να αμφισβητήσεις, να περιπλανηθείς και να ανήκεις», σημειώνεται.
Ως συν-τραγουδιστής, συνθέτης και κιθαρίστας δίπλα στον εμβληματικό Jerry Garcia, ο Bob Weir υπήρξε ένα συστατικό στοιχείο των Grateful Dead, τόσο κατά τη διάρκεια της ακμής τους όσο και μετά τη διάλυσή τους το 1995, έπειτα από τον θάνατο του Garcia.
Συχνά υποτιμημένος σε σύγκριση με τον «larger-than-life» Garcia, ο Weir είχε τον δικό του, διακριτικό αλλά ουσιαστικό ρόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε για την μπάντα ονομαζόταν «The Other One» (Ο Άλλος). Ωστόσο, ο μπασίστας του συγκροτήματος, Phil Lesh, είχε χαρακτηρίσει τη συμβολή του Weir ως αυτή μιας «αόρατης μηχανής» (stealth machine).
Τα ελλειπτικά του riff, οι εκκεντρικές δομές των τραγουδιών και η ελαφρώς ιδιόρρυθμη σκηνική του παρουσία ήταν αυτά που έδιναν στη rock των Dead την τζαζ απόχρωσή της. Ο ίδιος ο Weir, άλλωστε, ανέφερε συχνά το αριστερό χέρι του πιανίστα της τζαζ McCoy Tyner ως τη μεγαλύτερη επιρροή του, παρά κάποιον άλλον κιθαρίστα της rock.

Γεννημένος ως Robert Hall Weir στο Σαν Φρανσίσκο στις 16 Οκτωβρίου 1947, δόθηκε για υιοθεσία από τη βιολογική του μητέρα, φοιτήτρια τότε. Μεγάλωσε σε ένα εύπορο προάστιο του Bay Area, αλλά η συμβατική ζωή δεν ήταν για εκείνον: αποβλήθηκε τόσο από το νηπιαγωγείο όσο και από τους Προσκόπους, ενώ ταλαιπωρήθηκε από αδιάγνωστη δυσλεξία. Στο Fountain Valley, ένα σχολείο στο Κολοράντο για αγόρια με προβλήματα συμπεριφοράς, γνώρισε τον John Perry Barlow, ο οποίος έμελλε να γίνει ο συχνότερος στιχουργός του.
Η μοίρα του σφραγίστηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1965. Ο Weir και η παρέα του άκουσαν ήχους μπάντζο να βγαίνουν από το κατάστημα μουσικών ειδών Dana Morgan. Μπαίνοντας μέσα, βρήκε τον Jerry Garcia. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισαν να φτιάξουν μία μπάντα. Οι ακουστικοί «Mother McCree’s Uptown Jug Champions» εξελίχθηκαν στους ηλεκτρικούς «Warlocks», οι οποίοι τελικά μετονομάστηκαν σε «Grateful Dead».
Στη σκιά και στο φως: Η ζωή στο δρόμο
Ως το νεότερο και πιο εμφανίσιμο μέλος των «μάτσο» Dead, ο Weir έπρεπε να αποδείξει την αξία του.
«Ήμουν σίγουρα ο τελευταίος τροχός της αμάξης», είχε δηλώσει στο Rolling Stone το 1989. «Ειδικά στην αρχή. Και για πολύ καιρό έπρεπε απλά να το βουλώνω και να το δέχομαι».
Η υπερβολική χρήση LSD κατά τη διάρκεια της θητείας του συγκροτήματος ως «house band» για τα θρυλικά Acid Tests του Ken Kesey, τον έκανε κάπως αποτραβηγμένο, την ώρα που ο Garcia και ο μπασίστας Phil Lesh συνδέονταν βαθύτερα σε μουσικό επίπεδο.
Μάλιστα, το 1968, ο Weir και το ιδρυτικό μέλος Ron «Pigpen» McKernan απολύθηκαν προσωρινά από το συγκρότημα λόγω μουσικών ελλείψεων, αν και αμφότεροι επέστρεψαν μέσα σε λίγους μήνες. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ο Weir άνθισε. Ήταν παρών στα αριστουργήματα του 1970, «Workingman’s Dead» και «American Beauty», τραγουδώντας τις country διασκευές και το δικό του πρωτότυπο υλικό.
Με τον θάνατο του «Pigpen» το 1972, ο Weir ανέλαβε ομαλά τον ρόλο του δεύτερου τραγουδιστή. Το πρώτο του σόλο άλμπουμ, «Ace», τον καθιέρωσε ως τη δεύτερη πιο παραγωγική πηγή τραγουδοποιίας της μπάντας. Δημιούργησε ένα ρεπερτόριο που κυμαινόταν από country-rock κομμάτια μέχρι ρυθμικά ανορθόδοξες συνθέσεις και την φιλόδοξη σουίτα «Weather Report Suite».
Καθώς ο Garcia βυθιζόταν στον εθισμό στα ναρκωτικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, ο Weir αναγκάστηκε να καλύψει το κενό στη σκηνή. Αργότερα παραδέχτηκε μάλιστα ότι μερικές φορές λειτουργούσε ως ο άνθρωπος που μετέφερε τα ναρκωτικά για τον κιθαρίστα. Όταν ο Garcia ανέκαμψε προσωρινά προς το τέλος της δεκαετίας, ο Weir θεώρησε εκείνη την περίοδο ως την καλύτερη των Dead.
«Για μένα, αυτή ήταν η κορυφή μας», είχε πει το 2013. «Μπορούσαμε να ακούσουμε και να νιώσουμε ο ένας τη σκέψη του άλλου και μπορούσαμε να διαισθανθούμε τις κινήσεις του άλλου. Ο Jerry, ο Brent και εγώ φτάσαμε σε νέα επίπεδα ως τραγουδιστές. Είχαμε δύναμη».
Η επόμενη ημέρα και οι Dead & Company
Μετά τον θάνατο του Garcia, ο Weir δεν σταμάτησε ποτέ. Συνέχισε με το συγκρότημά του, τους RatDog, και αργότερα συμμετείχε σε διάφορους σχηματισμούς με πρώην μέλη των Dead, όπως οι The Other Ones, οι The Dead και οι Furthur. Δεν έλειψαν και οι προσωπικές μάχες, καθώς το 2014 παραδέχτηκε τον δικό του εθισμό στα παυσίπονα, αφού κατέρρευσε στη σκηνή.
Ήταν ο πρώτος που υποστήριξε την επανένωση για την 50ή επέτειο των Grateful Dead το 2015. «Αν υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να ξεπεράσουμε, νομίζω ότι οφείλουμε στους εαυτούς μας να φανούμε άντρες και να τα ξεπεράσουμε. Αν υπάρχουν τσεκούρια που πρέπει να θαφτούν, τότε ας στρωθούμε στη δουλειά. Ας αρχίσουμε να σκάβουμε», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Η κληρονομιά του συνεχίστηκε μέσω των Dead & Company, όπου στρατολόγησε τον John Mayer, διατηρώντας το πνεύμα των Dead ζωντανό για άλλη μία δεκαετία, με αποκορύφωμα την περιοδεία «Final Tour» του 2023 και τις εμφανίσεις στο Sphere του Λας Βέγκας.
Ο επίλογος ανήκει στην οικογένειά του, που με τα λόγια της περιγράφει την ουσία ενός ανθρώπου που έζησε για τη μουσική συνέχεια:
«Δεν υπάρχει τελική αυλαία εδώ, όχι πραγματικά», καταλήγει η ανακοίνωση. «Μόνο η αίσθηση κάποιου που ξεκινά ξανά. Μιλούσε συχνά για μία κληρονομιά 300 ετών, αποφασισμένος να εξασφαλίσει ότι το βιβλίο των τραγουδιών θα διαρκέσει πολύ μετά από αυτόν. Είθε αυτό το όνειρο να συνεχίσει να ζει μέσα από τις μελλοντικές γενιές των Dead Heads. Και έτσι τον αποχαιρετούμε με τον τρόπο που έστειλε τόσους πολλούς από εμάς στο δρόμο μας: με έναν αποχαιρετισμό που δεν είναι τέλος, αλλά ευλογία. Μια ανταμοιβή για μία ζωή που άξιζε να τη ζεις».
Με την απώλεια του Bob Weir, η rock χάνει έναν από τους τελευταίους αρχιτέκτονες μιας ουτοπίας που, κόντρα στους νόμους της μουσικής βιομηχανίας, κατάφερε να παραμείνει ζωντανή για πάνω από μισό αιώνα. Δεν ήταν απλώς ο «συνοδοιπόρος» του Garcia, αλλά ο άνθρωπος που μετέτρεψε την ηλεκτρική κιθάρα σε ένα όργανο ρυθμικής γεωμετρίας, αρνούμενος να ακολουθήσει την πεπατημένη των guitar heroes της εποχής του.
Σήμερα, ο κόσμος των Dead Heads αισθάνεται πιο ορφανός, αλλά ίσως και πιο δικαιωμένος. Ο Weir δεν επιδίωξε ποτέ την αποθέωση του ειδώλου, προτίμησε να γίνει ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ο άνθρωπος που πήρε το χέρι του John Mayer και μιας νέας γενιάς μουσικών για να τους δείξει ότι το «The Music Never Stopped» δεν είναι μόνο ένας τίτλος τραγουδιού, αλλά μία υπαρξιακή υπόσχεση.
Φεύγει έχοντας καταφέρει το ακατόρθωτο: να κάνει το περιθώριο να μοιάζει με το πιο φιλόξενο σπίτι του κόσμου. Η κληρονομιά του δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία των συναυλιών ή στις ηχογραφήσεις του «Sugar Magnolia» και του «Cassidy»· βρίσκεται σε εκείνη την αόρατη κοινότητα ανθρώπων που έμαθαν να αναζητούν την ελευθερία μέσα από έναν αυτοσχεδιασμό που δεν τελειώνει ποτέ.
Ίσως τελικά η «κληρονομιά των 300 ετών» που οραματιζόταν να μην ήταν μία υπερβολή ενός παλιού rocker, αλλά η βαθιά πίστη ενός καλλιτέχνη που ήξερε ότι η αληθινή μουσική δεν πεθαίνει, απλώς αλλάζει συχνότητες.
Ο Bob Weir πέρασε πλέον στην αντίπερα όχθη, αλλά ο απόηχος από το τελευταίο του riff θα συνεχίσει να δονεί κάθε γωνιά όπου η τέχνη συναντά την απόλυτη ελευθερία.
