Από τα «παρασκήνια» της indie σκηνής στην καρδιά της ψυχεδέλειας: Η ιέρεια του στυλ Chloë Sevigny μιλά για το ντοκιμαντέρ «Summer Tour», την απώλεια που σημάδεψε τη μουσική κοινότητα και τη δική της, αθόρυβη διαδρομή ως αμετανόητη Deadhead.
Η Chloë Sevigny αποτελούσε ανέκαθεν ένα σύμβολο αυθεντικότητας, ένα πρόσωπο που ισορροπούσε ιδανικά ανάμεσα στην underground αισθητική και την υψηλή ραπτική. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα του απόλυτου «It Girl» της Νέας Υόρκης, κρύβεται μία βαθιά, σχεδόν πνευματική σύνδεση με μία κουλτούρα που για χρόνια παρέμενε παρεξηγημένη από τους κύκλους της μόδας: τους Deadheads.
Η Sevigny είναι θαυμάστρια των Grateful Dead από τα μαθητικά της χρόνια. «Νομίζω ότι ίσως πρώτα ήρθαν τα ναρκωτικά και μετά το συγκρότημα», αστειεύεται η ίδια σε μία τηλεφωνική επικοινωνία με το Rolling Stone.
Αυτή η βιωματική της σχέση με τον κόσμο των Dead αποδεικνύεται τώρα πιο χρήσιμη από ποτέ, καθώς η Sevigny ανέλαβε ρόλο εκτελεστικού παραγωγού στο «Summer Tour», ένα νέο ντοκιμαντέρ που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Telluride τον περασμένο Αύγουστο και πρόσφατα αποκτήθηκε από τη Utopia.
Σε σκηνοθεσία του Mischa Richter, η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στους Deadheads που ακολούθησαν την τελευταία περιοδεία των Dead & Company το 2023, πριν από τις μετέπειτα εμφανίσεις τους στο Sphere του Λας Βέγκας.
«Η ταινία είναι τόσο όμορφη», αναφέρει η Sevigny. «Αυτά τα παιδιά είναι τόσο αγνά και η αγάπη τους για τους Dead είναι τόσο συναρπαστική». Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί σε μία περιοδεία πολλών πόλεων αυτό το καλοκαίρι, πλαισιωμένο από εμφανίσεις καλλιτεχνών εμπνευσμένων από το συγκρότημα.
Για την Chloë Sevigny, η ανάμειξη σε αυτό το εγχείρημα ήταν μία φυσική εξέλιξη μιας μακροχρόνιας φιλίας. Ο σκηνοθέτης Mischa Richter είναι φίλος της από το λύκειο. Οι δυο τους ξεκίνησαν ως σκληροπυρηνικοί οπαδοί της hip-hop, παρακολουθώντας μανιωδώς το «Yo! MTV Raps» μετά το σχολείο. Σταδιακά, η Chloë εξελίχθηκε σε Deadhead και ο Richter ακολούθησε το παράδειγμά της, ξεκινώντας τις κοινές τους εμφανίσεις σε συναυλίες γύρω στο 1990.
Οι δρόμοι τους χώρισαν για λίγο, με τον Richter να μετακομίζει στην Αγγλία και να δημιουργεί οικογένεια, αλλά η επιστροφή του στην Αμερική και η εγκατάστασή του στο Μπρούκλιν αναζωπύρωσε τη φιλία τους. Η επανασύνδεση έγινε, φυσικά, μέσω της μουσικής. Η Sevigny τον προσκάλεσε σε μία βραδιά αφιερωμένη στους Dead στο μπαρ Clem’s στο Γουίλιαμσμπεργκ, όπου και τον μύησε τον στη σύγχρονη σκηνή της Νέας Υόρκης. Μάλιστα, ταξίδεψαν μαζί στο Σικάγο και για τις τρεις βραδιές του «Fare Thee Well».
Παρόλο που υπάρχουν πολλές ταινίες για τους Grateful Dead, το «Summer Tour» επιλέγει μία διαφορετική αφηγηματική οδό. Δεν πρόκειται για μία απλή καταγραφή συναυλιών, αλλά για μία ιστορία ενηλικίωσης και έρωτα. Η ταινία ακολουθεί ένα νεαρό ζευγάρι εφήβων που ερωτεύεται, λειτουργώντας ως ένα road movie και ταυτόχρονα ως μία ερωτική επιστολή προς την Αμερική — ή τουλάχιστον προς εκείνα τα στοιχεία της που παραμένουν άξια λόγου.
Το ενδιαφέρον στοιχείο της σκηνοθετικής προσέγγισης είναι η παντελής απουσία πλάνων του ίδιου του συγκροτήματος. Η κάμερα εστιάζει αποκλειστικά στο τι σημαίνει η περιοδεία για τους ανθρώπους που την ακολουθούν: μία πράξη εξέγερσης, μία κοινότητα αφοσίωσης.
Μέσα από το φιλμ παρελαύνουν διαφορετικές γενιές και φίλοι που έκανε ο Mischa Richter κατά τη διάρκεια της δικής του περιοδείας, προσφέροντας πολλαπλές οπτικές για το φαινόμενο της λατρείας που έχει αναπτυχθεί γύρω από την μπάντα.
Η παραγωγή κατάφερε να εξασφαλίσει πρόσβαση εκεί που άλλοι απέτυχαν. Με την άδεια του management των Dead & Company, ο Richter, συνοδευόμενος από ένα ελάχιστο συνεργείο δύο ατόμων και μία μικροσκοπική κάμερα 16 χιλιοστών, κατάφερε να κινηματογραφήσει μέσα στους χώρους των συναυλιών αλλά και στα πάρκινγκ, καταγράφοντας στιγμές που σπάνια βλέπουν το φως της δημοσιότητας.
Η σχέση της Chloë Sevigny με τις ζωντανές εμφανίσεις έχει περάσει από διάφορα στάδια. Αν και έχει χάσει το μέτρημα των συναυλιών που έχει παρακολουθήσει, διατηρεί ακόμη πολλά από τα αποκόμματα των εισιτηρίων της. Μετά τον θάνατο του Jerry Garcia, βυθίστηκε στη σκηνή των διασκευών, παρακολουθώντας συχνά τους Dark Star Orchestra και τους High Time — οι οποίοι μάλιστα έπαιξαν στον γάμο της. Ωστόσο, οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις στις συναυλίες αποτελούν πλέον πρόκληση για την ίδια.
Η ηθοποιός ομολογεί πως δυσκολεύεται με τον φωτισμό LED των σταδίων. «Είδα τους Depeche Mode στο MSG (Madison Square Garden) και τόσα άλλα συγκροτήματα και είναι απλώς πολύ δύσκολο για μένα να βρίσκομαι σε τέτοιου είδους φωτισμό», εξηγεί, αρνούμενη ωστόσο να φορέσει γυαλιά ηλίου σε εσωτερικό χώρο για να μην φανεί σνομπ.
Η προοπτική του Sphere στο Λας Βέγκας αποτελεί για εκείνη τον χειρότερο εφιάλτη λόγω της αισθητηριακής της ευαισθησίας, αν και η αγάπη της για τη σκηνή, τη χαρά των οπαδών και την εμβυθιστική εμπειρία της μουσικής την ωθεί να προσπαθεί πάντα.
Μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της πρόσφατης πορείας της ήταν η βράβευση των Grateful Dead στο Kennedy Center το 2024. Εκεί είχε την ευκαιρία να συναντήσει μέλη της ευρύτερης οικογένειας του συγκροτήματος. Η συνάντηση με την Trixie Garcia ήταν ιδιαίτερα συγκινητική για τη Sevigny, καθώς ο Jerry Garcia ήταν ο λόγος που αγάπησε την μπάντα. Η παρουσία της Trixie, την οποία η Sevigny περιγράφει ως μία γυναίκα με χάρη, ομορφιά και ζεστασιά, ήταν μία εμπειρία βαρύνουσας σημασίας.
Ωστόσο, η συζήτηση αναπόφευκτα οδηγείται στην πρόσφατη και τεράστια απώλεια του Bob Weir, ένα γεγονός που συγκλόνισε την κοινότητα. «Είναι απλώς τρελό να σκέφτεσαι ότι πάντα έπαιζαν», λέει η Sevigny με εμφανή συγκίνηση.
«Πάντα υπήρχε μία ευκαιρία με κάποιο σχήμα… Τώρα υπάρχει απλώς ένα κενό». Η αβεβαιότητα για το μέλλον του θεσμού των Dead είναι διάχυτη, και η Sevigny δηλώνει σοκαρισμένη που ο κόσμος δεν συζητά περισσότερο για αυτή τη βαθιά απώλεια, αποδίδοντάς το ίσως στους ταχύτατους ρυθμούς της ειδησεογραφίας.
Παρά το πένθος, η κληρονομιά των Dead δείχνει να ανθίζει στις νέες γενιές, περισσότερο από 60 χρόνια μετά την ίδρυσή τους. Οι πωλήσεις εισιτηρίων είναι υψηλότερες από ποτέ και η μουσική τους έχει διεισδύσει σε κάθε γωνιά της hipster κοινότητας. Η Sevigny θυμάται πως κάποτε ένιωθε ντροπή για την αγάπη της προς τους Dead, έχοντας μεγαλώσει μέσα στην punk σκηνή, και αναγκαζόταν να το κρύβει από φίλους. Σήμερα, υπάρχει μία συλλογική κατανόηση και αποδοχή που απουσίαζε στο παρελθόν.
Η μουσική παιδεία περνάει πλέον και στον γιο της, ο οποίος αν και μόλις πέντε ετών, έχει ήδη ακούσει αρκετά Grateful Dead. Βέβαια, προς το παρόν δείχνει μία προτίμηση προς τους High on Fire και τους Black Sabbath, γοητευμένος κυρίως από τα εξώφυλλα των δίσκων. Η οικογενειακή καθημερινότητα περιλαμβάνει επίσης καραόκε, με τον μικρό να εκπλήσσει τη μητέρα του ερμηνεύοντας σωστά τονικά το «White Flag» της Dido, χάρη σε μία babysitter που είναι τραγουδίστρια.
Όταν η συζήτηση φτάνει στα αγαπημένα της κομμάτια, η Sevigny είναι συγκεκριμένη. Το αγαπημένο της τραγούδι για χορό είναι το «Terrapin Station», ενώ το «Bird Song» είναι η επιλογή της όταν θέλει να κλάψει. Οι προτιμήσεις της κλίνουν προς τα πιο συναισθηματικά κομμάτια, τα τραγούδια του Jerry.
Η ίδια Θθμάται χαρακτηριστικά μία στιγμή στο «Fare Thee Well», όταν έπαιξαν το «Terrapin» σε μία από τις τρεις βραδιές.
«Θυμάμαι να τρελαίνομαι τελείως. Μιλούσα σε γλώσσες, βασικά. Είχα μεταφερθεί, είχα μεταμορφωθεί», περιγράφει. Και όταν γύρισε πίσω της μέσα σε αυτή την έκσταση; Ο John Mayer και η Katy Perry στέκονταν εκεί και την κοιτούσαν. «Ήμουν σε φάση: “Ω, γεια!”», καταλήγει γελώντας, αποδεικνύοντας πως ακόμη και μέσα στην απόλυτη μέθη της μουσικής, η ζωή μπορεί να φέρει τις πιο απρόσμενες συναντήσεις.
