Ο Johnny Marr μιλά για το νέο του άλμπουμ «The Age Of Everything», τη συνήθεια να δοκιμάζει τα κομμάτια στις συναυλίες και την απελευθέρωση από τις παλιές του αναφορές.
Η συνάντηση δύο κορυφαίων μορφών της βρετανικής σκηνής μπορεί συχνά να γεννήσει απρόσμενες δημιουργικές διεξόδους. Για τον Johnny Marr, η συνύπαρξη στο στούντιο με τον Damon Albarn για το πρόσφατο άλμπουμ των Gorillaz, «The Mountain», λειτούργησε ως ένα πολύτιμο μάθημα δημιουργικής ελευθερίας λίγο πριν ξεκινήσει τη δουλειά για τον δικό του δίσκο.
Έχοντας μόλις κυκλοφορήσει το πέμπτο σόλο άλμπουμ του με τίτλο «The Age Of Everything», ο πρώην κιθαρίστας των The Smiths αναγνωρίζει ότι ο τραγουδιστής των Blur τον βοήθησε να προσεγγίσει τη σύνθεση με μεγαλύτερη ανοιχτοσύνη. Μέσα από τη συνεργασία τους, κατάλαβε ότι η μουσική δεν χρειάζεται πάντα υπερβολική πίεση για να λειτουργήσει.
«Έμαθα να έχω ανοιχτό μυαλό, να αφήνω ορισμένα πράγματα να συμβαίνουν φυσικά και να διατηρώ την εργασιακή μου πειθαρχία χωρίς να περιμένω άπραγος», εξήγησε ο ίδιος στο NME. Η εμπειρία αυτή του έδειξε έναν διαφορετικό δρόμο απέναντι στις απαιτήσεις της γραφής.
«Δεν πρέπει να πιέζεις τίποτα, απλώς να χαλαρώνεις πραγματικά», συμπλήρωσε ο Marr. Με αυτόν τον τρόπο προσέγγισε τις ηχογραφήσεις των δέκα νέων κομματιών του.
Ο Marr μπήκε στη διαδικασία ηχογράφησης του νέου δίσκου με μια απόλυτα ξεκάθαρη στόχευση. Αντί να επιδιώξει μια τεχνητή αλλαγή ύφους, προτίμησε να αγκαλιάσει τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το προσωπικό του παίξιμο.
«Υπήρχε μια αίσθηση: “Αν έχεις τον δικό σου ήχο, παίξ’ τον και παίξ’ τον δυνατά”», δήλωσε χαρακτηριστικά. «Υπάρχει σίγουρα η κατάλληλη στιγμή για κάτι τέτοιο».
«Υπάρχουν άλλοι παράγοντες που λαμβάνεις υπόψη όταν πρόκειται να περάσεις σε μια νέα φάση, όπως η επανεφεύρεση, το να κάνεις κάτι που δεν έχεις ξανακάνει, και το έχω κάνει αρκετές φορές στην καριέρα μου», πρόσθεσε ο κιθαρίστας. Αυτή τη φορά, όμως, προτίμησε να μείνει απόλυτα πιστός στον προσωπικό του ήχο.
Αυτή η αποφασιστικότητα τον οδήγησε σε μια σπάνια πρακτική για τα δεδομένα των ηχογραφήσεων. Ο Marr επέλεξε να παρουσιάσει ζωντανά στις συναυλίες του τα οκτώ από τα δέκα τραγούδια του άλμπουμ, πολύ πριν μπει να τα ηχογραφήσει οριστικά στο στούντιο.
«Συνήθως σκέφτομαι πολύ προσεκτικά τις κινήσεις μου και μπήκα σε αυτόν τον δίσκο με πραγματικό σκοπό, γι’ αυτό και παίξαμε τα οκτώ από τα δέκα κομμάτια ζωντανά στις περιοδείες», εξήγησε. Η δοκιμασία μπροστά στο κοινό ήταν το κλειδί για να καταλάβει τη δυναμική των νέων τραγουδιών.
«Σχεδόν κάθε συγκρότημα στο οποίο συμμετείχα, και τα περισσότερα κιθαριστικά συγκροτήματα που γνωρίζω, λένε κάποια στιγμή: “Ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε πριν ηχογραφήσουμε τον επόμενο δίσκο; Να παίξουμε τα τραγούδια στις συναυλίες”», συνέχισε ο Marr. Όπως σημείωσε, παρότι όλοι συμφωνούν με αυτή την ιδέα, σχεδόν κανείς δεν την υλοποιεί στην πράξη.
Όταν όμως ο ίδιος πιστέψει σε μια μέθοδο, δεν κάνει πίσω με τίποτα. «Όταν μου κολλήσει μια ιδέα που θεωρώ καλή, γίνομαι σαν σκύλος που δεν αφήνει το κόκαλο», παραδέχθηκε με χιούμορ.
«Θυμάμαι ότι ο Brian Eno λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Δεν είμαι παρορμητικός, αλλά είμαι αποφασιστικός, και αν δεν βρεθεί κάτι να με βγάλει από αυτή την πορεία, θα το ολοκληρώσω μέχρι τέλους, όπως ακριβώς κάνει και ο Damon», συμπλήρωσε. Αυτή η προσήλωση στον στόχο αποτέλεσε τον οδηγό του σε κάθε στάδιο της παραγωγής.
Παράλληλα, ο Marr θέλησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε τραγούδια με έντονο ρυθμό και ανεβαστική διάθεση, αποφεύγοντας την εύκολη παγίδα της μελαγχολίας. «Με τους δικούς μου δίσκους ξεκίνησα με στόχο να έχω ενέργεια», παρατήρησε.
«Είναι σχεδόν υπερβολικά εύκολο να γράφεις εσωστρεφή, μελαγχολικά τραγούδια, ενώ αποτελεί πραγματική πρόκληση να φτιάξεις κάτι με θετικό ρυθμό. Αυτή η πρόκληση μου ταιριάζει απόλυτα», εξήγησε ο καλλιτέχνης.
«Νιώθω σχεδόν ότι κάθε δίσκος μου ακούγεται σαν πρώτο άλμπουμ, κάτι που δεν το λέω για να καυχηθώ, ενώ σε κάποιους μπορεί να μοιάζει με κριτική», ανέφερε. Για τον ίδιο, αυτή η αίσθηση σημαίνει ότι υπάρχει ακόμα γνήσιο πάθος και διακυβεύονται πολλά σε κάθε τραγούδι.
Ένας φίλος του τού έκανε αυτό το σχόλιο για το «The Age Of Everything», και ο ίδιος το εξέλαβε ως κομπλιμέντο, καθώς περιγράφει την υψηλή ενέργεια και τις μελωδίες που μένουν εύκολα στη μνήμη. «Έχω την ικανότητα να γράφω τραγούδια που μένουν στον ακροατή και δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό, θα υπάρξει χρόνος στο μέλλον για ένα ακουστικό άλμπουμ όπου θα είμαι δυστυχισμένος», σχολίασε χαμογελώντας.
Όσο για τα σχόλια που δέχεται κατά καιρούς ότι τα νέα του κομμάτια θυμίζουν το παρελθόν του στους The Smiths ή τη δουλειά του με τους Electronic, ο Marr δεν δείχνει να ενοχλείται καθόλου. «Πήρα την ελευθερία να ακούγομαι σαν άλλα πράγματα με τα χρόνια και πάντα ακούω ότι κάτι θυμίζει Electronic ή The Smiths, αλλά στο τέλος αναρωτιέσαι: “Γιατί να μην το κάνεις;”», κατέληξε.
Μέσα από το «The Age Of Everything», ο Johnny Marr αποδεικνύει ότι η δημιουργική ωριμότητα συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία να αγκαλιάζει κανείς την ιστορία του χωρίς φόβο. Αντλώντας πολύτιμα διδάγματα από συνοδοιπόρους όπως ο Damon Albarn, ο κιθαρίστας συνεχίζει να παίζει δυνατά, πιστός στη μοναδική φωνή των οργάνων του.
