Η νέα βιογραφία «Joy Division and New Order: Album by Album» ενώνει τους Bernard Sumner και Peter Hook σε μία αναδρομή που ξεπερνά τις προσωπικές διαφορές τους.
Η μουσική ιστορία του Μάντσεστερ δεν είναι απλώς μία καταγραφή κυκλοφοριών και συναυλιών, αλλά ένα ζωντανό δράμα που συνεχίζει να εξελίσσεται, να προκαλεί και να εμπνέει. Στο επίκεντρο αυτού του δράματος βρίσκονται δύο από τις πιο επιδραστικές μπάντες όλων των εποχών, οι Joy Division και οι New Order, των οποίων η κληρονομιά έρχεται ξανά στο προσκήνιο μέσα από μία σπάνια και αναπάντεχη λογοτεχνική συνάντηση.
Υπάρχουν στιγμές στην pop κουλτούρα όπου η καλλιτεχνική αξία επιβάλλεται πάνω από τις προσωπικές έριδες, και η κυκλοφορία του νέου βιβλίου «Joy Division and New Order: Album by Album» αποτελεί ακριβώς μία τέτοια περίπτωση.
Σε μία σπάνια ευθυγράμμιση, οι Bernard Sumner και Peter Hook, οι δύο εμβληματικές φυσιογνωμίες που εδώ και χρόνια βρίσκονται σε μία παγωμένη αντιπαράθεση, παραχώρησαν εκτενείς συνεντεύξεις για αυτή την οριστική βιογραφία. Το έργο αυτό έρχεται σε μία περίοδο όπου η γοητεία που ασκούν οι θρύλοι του Μάντσεστερ παραμένει αμείωτη, προσφέροντας μία λεπτομερή «νεκροψία» κάθε τραγουδιού μιας διαδρομής που υπήρξε όσο επηρεαστική, άλλο τόσο και τραυματισμένη.
Η σχέση μεταξύ των ιδρυτικών μελών, μετά την αποχώρηση του Hook το 2007, έχει υπάρξει παροιμιωδώς ψυχρή, γεμάτη νομικές διενέξεις και δημόσιες αντεγκλήσεις.
Παρόλα αυτά, και οι δύο επέλεξαν να ανοιχτούν για τις ανάγκες αυτού του εγχειρήματος, αναλύοντας την εξέλιξη από τον τραχύ post-punk ήχο των Joy Division στην ηλεκτρονική πρωτοπορία των New Order. Είναι μία σπάνια ευκαιρία για το κοινό να δει τις δύο πλευρές μιας διχοτομημένης ιστορίας να συγκλίνουν, τουλάχιστον μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου.
Αναλογιζόμενος την τραυματική μετάβαση που ακολούθησε τον θάνατο του Ian Curtis, ο Bernard Sumner περιγράφει με γλαφυρότητα εκείνη την εποχή της αβεβαιότητας. Ο ίδιος δηλώνει χαρακτηριστικά: «Ξαφνικά χάσαμε τον Ian, οπότε ήταν ένας αγώνας… Μετά οι κουρτίνες άνοιξαν σταδιακά μέσα από την ίδια την εξέλιξη της μουσικής».
Αυτή η δήλωση αποτυπώνει την εσωτερική πάλη μιας ομάδας ανθρώπων που έπρεπε να διαχειριστεί το πένθος της ενώ ταυτόχρονα ανακάλυπτε μία νέα καλλιτεχνική ταυτότητα μέσα από τα συνθεσάιζερ και τους ρυθμούς των κλαμπ.
Από την άλλη πλευρά, ο Peter Hook προσφέρει μία πιο ωμή και άμεση εκτίμηση για τις εσωτερικές δυναμικές του συγκροτήματος, παρομοιάζοντας την εμπειρία με ένα περιβάλλον υψηλής πίεσης.
«Ήταν σαν ένα διαστημόπλοιο από το οποίο δεν μπορούσες να βγεις. Βάλε τέσσερις ανθρώπους σε ένα δωμάτιο να κάνουν οτιδήποτε και αναπόφευκτα, κάτι θα συμβεί», σημειώνει ο Hook, δίνοντας μία γεύση από την ένταση που τροφοδότησε τη δημιουργικότητά τους αλλά τελικά οδήγησε και στη ρήξη τους.
Πέρα όμως από το κεντρικό δίδυμο, η βιογραφία λειτουργεί ως μία προφορική ιστορία από τους αρχιτέκτονες του ήχου και της αισθητικής της Factory Records.
Το βιβλίο περιλαμβάνει μακροσκελείς συνεντεύξεις με πρόσωπα – κλειδιά που διαμόρφωσαν το μύθο της μπάντας. Ο Peter Saville, ο θρυλικός γραφίστας πίσω από τα εμβληματικά εξώφυλλα, προβαίνει σε μία αποκάλυψη που ρίχνει φως στον τρόπο λειτουργίας της τότε σκηνής, λέγοντας ότι η Factory Records «δεν κατάφερε ποτέ να λειτουργήσει ως εταιρεία», αλλά αντιθέτως αποτελούσε ένα μέσο για την επίτευξη καλλιτεχνικών σκοπών.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο παραγωγός Stephen Street συγχαίρει το συγκρότημα για τη σθεναρή του στάση, επισημαίνοντας ότι δεν «λύγισαν» μετά το 1980, παρά το βάρος της απώλειας και τις προσδοκίες του κόσμου. Η Ana Matronic, η τραγουδίστρια των Scissor Sisters, προσθέτει τη δική της οπτική, αναλύοντας τη βαθιά συναισθηματική απήχηση που είχαν και συνεχίζουν να έχουν οι New Order στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες του Michael Johnson, του μηχανικού ήχου που έζησε από κοντά τη στιγμή που η μπάντα αποφάσισε να ρισκάρει. Ο Johnson περιγράφει πώς «λύθηκαν τα δεσμά» τους καθώς αγκάλιαζαν τις μηχανές τυμπάνων και τα synthesizers για τις ανάγκες του άλμπουμ «Power, Corruption & Lies», μία κίνηση που άλλαξε την πορεία της σύγχρονης μουσικής για πάντα.
Ίσως το πιο κρίσιμο σημείο για τους θαυμαστές είναι το πώς το βιβλίο διαχειρίζεται το «αγκάθι» της πιθανής επανένωσης. Παρόλο που οι New Order συνεχίζουν την επιτυχημένη πορεία τους από το 2011 με τον μπασίστα Tom Chapman, η δομή του «Album by Album» αναγκάζει τους Sumner και Hook να αξιολογήσουν αν η κοινή τους ιστορία ζυγίζει τελικά περισσότερο από τις δεκαετίες των δικαστικών και προσωπικών συγκρούσεων.
Το συμπέρασμα που προκύπτει δεν είναι απαραίτητα μία υπόσχεση συμφιλίωσης, αλλά μία αναγνώριση του μεγέθους αυτού που δημιούργησαν μαζί. Η βιογραφία αυτή δεν είναι απλώς ένα χρονικό, αλλά μία κατάθεση ψυχής από ανθρώπους που, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονται το ίδιο DNA μιας μουσικής επανάστασης.
Το αν θα τους ξαναδούμε ποτέ στην ίδια σκηνή παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα, όμως μέσα από αυτό το έργο, η κοινή τους φωνή αντηχεί ξανά με μία δύναμη που μόνο η τέχνη μπορεί να επιτύχει. Είναι μία υπενθύμιση ότι, ακόμα και όταν οι άνθρωποι απομακρύνονται, η μουσική παραμένει ο συνδετικός ιστός που αρνείται να κοπεί.
