Ανάμεσα σε σπάνιες ηχογραφήσεις, ανεκτίμητα αρχεία θαυμαστών και μία σοβαρή περιπέτεια υγείας, ο Stephen Morris των Joy Division ανοίγει τα χαρτιά του για το παρελθόν, το παρόν και τις αγεφύρωτες διαφορές.
Λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Ian Curtis, τα εναπομείναντα μέλη των Joy Division —τα οποία ήδη περιόδευαν και ηχογραφούσαν υπό το όνομα New Order— κυκλοφόρησαν τη συλλογή «Still». Επρόκειτο για μία συλλογή από outtakes και ζωντανές ηχογραφήσεις, ανάμεσα στις οποίες βρισκόταν και η τελευταία συναυλία του συγκροτήματος.
«Νιώθαμε ότι αυτό ήταν όλο», δηλώνει σήμερα ο Stephen Morris στο Rolling Stone, καθισμένος στο γραφείο του σπιτιού του στο Ρέινοου της Αγγλίας. «Κλείναμε όλες τις εκκρεμότητες. Λέγαμε: “Σας ευχαριστούμε, δεν θα υπάρξει τίποτα άλλο”. Ήμασταν αφελείς, επειδή αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στην πραγματικότητα. Πάντα υπάρχει κάτι που παραμονεύει κάπου».
Πράγματι, έτσι συνέβη. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, παρότι οι New Order απαιτούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, κυκλοφόρησαν διάφορες συλλογές των Joy Division, ζωντανές ηχογραφήσεις, τα «BBC Recordings», τα «John Peel Sessions», καθώς και πολυτελείς επανεκδόσεις των ιστορικών δίσκων «Unknown Pleasures» του 1979 και «Closer» του 1980.
Αυτό ωστόσο δεν ήταν αρκετό για τους αφοσιωμένους θαυμαστές, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί για δεκαετίες μία ακμάζουσα μαύρη αγορά από bootleg ηχογραφήσεις συναυλιών, παρότι η ποιότητα του ήχου στις περισσότερες κασέτες κυμαινόταν από υποφερτή έως σχεδόν ακατάληπτη.
Αυτή η συνθήκη αλλάζει στις 25 Σεπτεμβρίου με την κυκλοφορία του box set 14 δίσκων υπό τον τίτλο «Eternal (Live)». Πρόκειται για μία συγκέντρωση 16 συναυλιών των Joy Division, συμπεριλαμβανομένων δύο εμφανίσεων που δεν έχουν ακουστεί ποτέ στο παρελθόν, οι οποίες έχουν υποστεί σημαντική ηχητική αναβάθμιση. Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης δύο DVD με δυόμισι ώρες συναυλιακού υλικού, καθώς και ένα νέο μοντάζ της ταινίας «Joy Division — A Malcolm Whitehead Film» του 1982.
Πολλές από αυτές τις ζωντανές ηχογραφήσεις προέρχονται από θαυμαστές που είχαν περάσει κρυφά μαγνητόφωνα στις αίθουσες των συναυλιών. Ακόμη και μετά τον εντοπισμό των πρωτότυπων κασετών και την εξαντλητική επεξεργασία από τους μηχανικούς ήχου στα Abbey Road Studios, υπήρχαν όρια στο τι μπορούσε να επιτευχθεί, δεδομένης της αρχικής ποιότητας.
Στη συνέντευξή του στο Rolling Stone, ο Stephen Morris μίλησε για αυτό το αρχειακό εγχείρημα, την επερχόμενη ένταξη των Joy Division και των New Order στο Rock & Roll Hall of Fame, τα ζητήματα προσωπικής υγείας που κρατούν τον ίδιο και τη σύζυγό του, την keyboardist των New Order Gillian Gilbert, μακριά από την επικείμενη περιοδεία στη Νότια Αμερική, καθώς και για την πολυετή διαμάχη με τον πρώην μπασίστα Peter Hook.
Ο Morris εξακολουθεί να μένει κοντά στο Μάκλεσφιλντ. «Δεν μετακόμισα ποτέ, στην πραγματικότητα. Έμεινα εδώ όλη μου τη ζωή. Είναι εύκολο, επειδή ξέρω πού είναι τα μαγαζιά», σχολιάζει χαμογελώντας.
Αναφερόμενος στη μακρά παράδοση των bootlegs, παραδέχεται τη δική του αδυναμία σε αυτά: «Μου αρέσουν τα bootlegs. Τα συλλέγω και κατανοώ τον λόγο ύπαρξής τους. Στην αρχή σκεφτόμουν ότι στον κόσμο πρέπει να αρέσαμε πολύ, αφού έμπαινε στον κόπο να φτιάχνει παράνομες κασέτες μας».
«Είναι ένα δίκοπο μαχαίρι», συμπληρώνει ο ίδιος. «Από τη μία λες ότι είναι υπέροχο που ο κόσμος αφιερώνει χρόνο για να κάνει αυτά τα bootlegs. Μετά όμως σκέφτεσαι: “Μισό λεπτό, εμείς δεν βγάζουμε απολύτως τίποτα από αυτό”».
Μιλώντας για τις επίσημες ζωντανές κυκλοφορίες, θυμήθηκε τη συναυλία του Παρισιού στο «Les Bains Douches» που κυκλοφόρησε το 2001. «Ηχητικά είναι πραγματικά πολύ καλή. Δουλεύω πάνω σε αυτό το box set εδώ και χρόνια και επιτέλους έρχεται τον Σεπτέμβριο. Τι θα κάνω με τη ζωή μου μετά από αυτό;», αναρωτιέται.
Η διαδικασία αδειοδότησης και συγκέντρωσης των υλικών για το «Eternal (Live)» έκρυβε τεράστιες δυσκολίες. Όπως εξηγεί ο μουσικός, οι εταιρείες φοβούνται τις δικαστικές διαμάχες, σε αντίθεση με τους παράνομους διακινητές που δρουν ανενόχλητοι.
«Για τη συναυλία στο Παρίσι, την οποία είχε βγάλει αρχικά ο Tony Wilson, διαπραγματευόμασταν τα δικαιώματα», αφηγείται. «Όταν συμφωνήσαμε, τους είπαμε να μας δώσουν την ταινία κι εκείνοι απάντησαν: “Δεν έχουμε ταινία, νομίζαμε ότι την είχατε εσείς”».
Τελικά βρέθηκε μία μαγνητοταινία από ραδιοφωνική μετάδοση, η οποία όμως είχε τη φωνή ενός ραδιοφωνικού παραγωγού πάνω από τη μουσική. Χρειάστηκε εκτεταμένη επεξεργασία για να καθαριστεί το υλικό και να αφαιρεθούν τα σχόλια, ώστε να παραδοθεί ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα.
Η αναζήτηση των αρχικών κασετών από το κοινό ήταν εξίσου απαιτητική υπόθεση. «Ανακαλύπτεις ότι οι άνθρωποι που έχουν αυτά τα αρχεία είναι εξαιρετικά παθιασμένοι», εξηγεί ο Morris. «Ορισμένες από αυτές τις κασέτες φυλάσσονται με απίστευτη προσοχή, καθώς είναι πολύτιμες για εκείνους».
Μάλιστα, πολλοί θαυμαστές είχαν προσπαθήσει να κάνουν δικές τους παρεμβάσεις στον ήχο. «Μας έλεγαν ότι η δική τους εκδοχή ακουγόταν καλύτερη από την αρχική επειδή είχαν ενισχύσει τις συχνότητες στα 4K κάνοντας τον Ian να ζωντανεύει», σημειώνει ο ντράμερ. «Εμείς όμως θέλαμε την πρώτη γενιά της κόπιας για να μπορέσουμε να την επεξεργαστούμε σωστά στα Abbey Road Studios».
Στην τελική έκδοση του box set, οι άνθρωποι που κατέγραψαν τις συναυλίες αναφέρονται ονομαστικά στα credits, όπως ο Jonathan Crabb και ο Duncan Haysom. «Είναι το ελάχιστο που μπορούσαμε να κάνουμε, καθώς δεν θα τα είχαμε καταφέρει χωρίς τη συνεργασία τους», αναφέρει ο Morris.
Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου οι κάτοχοι ήταν υπερβολικά προστατευτικοί. Για την ηχογράφηση στο Hope and Anchor, ο ιδιοκτήτης της κασέτας αρνήθηκε να την παραδώσει και ταξίδεψε ο ίδιος στα στούντιο του Abbey Road για να επιβλέψει τη μεταφορά του ήχου.
Η κατάσταση των υλικών μετά από 45 χρόνια ήταν συχνά οριακή. Ο Morris θυμάται ότι βρήκε μία δική του κασέτα χωρίς ετικέτα, η οποία έγραφε απλώς «πρόβα». «Την έβαλα στο κασετόφωνο και συνειδητοποίησα ότι ήταν οι Joy Division το 1976. Και ξαφνικά, η ταινία κόπηκε», αναφέρει, προσθέτοντας ότι αναγκάστηκε να θυμηθεί την παλιά τέχνη της χειροκίνητης επιδιόρθωσης ταινιών.
Το box set ξεκινά χρονολογικά από τον Μάρτιο του 1979, αφήνοντας εκτός υλικό από την περίοδο του 1977, όταν το συγκρότημα ονομαζόταν ακόμα Warsaw. Παρότι υπήρχε η σκέψη να συμπεριληφθεί το «Live at the Electric Circus», όπου περιλαμβανόταν και το τραγούδι «Novelty», η ιδέα εγκαταλείφθηκε επειδή βασικό κριτήριο ήταν να παρουσιάζονται ολόκληρες οι συναυλίες και όχι μεμονωμένα κομμάτια.
Η εναρκτήρια συναυλία στο Hope and Anchor, την 1η Μαρτίου 1979, αποτυπώνει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο άκουσε το συγκρότημα ο παραγωγός Martin Hannett πριν από την ηχογράφηση του «Unknown Pleasures». «Έτσι ακουγόμασταν τότε και έτσι πιστεύαμε ότι θα ακουγόταν και ο δίσκος», σχολιάζει ο Morris γελώντας.
Ανακαλώντας τις ηχογραφήσεις εκείνου του κλασικού άλμπουμ, ο ντράμερ περιγράφει τον εαυτό του ως το «θύμα» του παραγωγού. «Πέρασα πάρα πολύ χρόνο δουλεύοντας πάνω σε αυτά τα ντραμς. Όταν πρωτοακούς τον εαυτό σου, νιώθεις ένα σοκ, δεν αναγνωρίζεις τον ήχο σου», εξηγεί.
«Ο κόσμος νόμιζε ότι θα ακουγόμασταν σαν τους Stooges, κάτι που δεν επρόκειτο να συμβεί ποτέ με τον Martin», συμπληρώνει. «Δεν υπήρχαν χρήματα για να το ξανακάνουμε. Ηχογραφούσαμε στον χρόνο που περίσσευε από τις συνεδρίες του ποιητή John Cooper Clarke».
Παράλληλα, ο Morris αποκάλυψε ότι ολοκλήρωσε πρόσφατα μία μίξη Atmos για το «Unknown Pleasures» μαζί με τον Steven Wilson. «Είναι απολύτως συναρπαστικό να επιστρέφεις στα αρχικά πολυκάναλα αρχεία. Ακούγεται σαν μία εντελώς διαφορετική μπάντα», σχολιάζει, ενώ σημειώνει ότι ανάλογη επεξεργασία έχει γίνει σχεδόν και για το «Closer».
Ανάμεσα στα ντοκουμέντα του box set βρίσκεται και η συναυλία στο Factory από τις 13 Ιουλίου 1979, η οποία δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ. Η μαγνητοταινία εντοπίστηκε στη σοφίτα του εκλιπόντος μάνατζερ του συγκροτήματος, Rob Gretton.
Αντίθετα, η ποιότητα της ιστορικής συναυλίας στο Plan K παραμένει προβληματική. «Είχε γραφτεί με μία βιντεοκάμερα VHS και ο ήχος θυμίζει πλυντήριο ρούχων», παραδέχεται ο Morris. «Δοκιμάσαμε τα πάντα, επιστρατεύσαμε ακόμη και τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και την τεχνολογία διαχωρισμού καναλιών που χρησιμοποίησε ο Peter Jackson στους Beatles. Το μόνο που πήραμε ήταν έξι κανάλια που ακούγονταν σαν πλυντήριο».
Ιδιαίτερη σημασία για τους συλλέκτες έχει η πλήρης εκτέλεση του «Ceremony» από τη συναυλία στο Μπέρμιγχαμ, η οποία ακούγεται για πρώτη φορά ολόκληρη. Επειδή το μικρόφωνο του Curtis δεν λειτουργούσε σωστά, οι στίχοι παρέμεναν δυσνόητοι, αναγκάζοντας αργότερα τα μέλη των New Order να αποκρυπτογραφήσουν με δυσκολία τα λόγια μέσα από κασέτες προβών.
Μιλώντας για την επιδείνωση της υγείας του Ian Curtis και τις κρίσεις επιληψίας προς το τέλος, ο Morris θυμάται την αγωνία εκείνων των ημερών. «Ο Ian έλεγε πάντα ότι είναι καλά, επειδή φοβόταν μήπως μας απογοητεύσει. Ήταν αρκετά τρομερό μερικές φορές», εξομολογείται.
Αναλογιζόμενος ένα υποθετικό σενάριο για τη ζωή του Curtis αν είχε επιζήσει, ο Morris μοιράζεται μία προσωπική σκέψη: «Μου αρέσει να πιστεύω ότι ίσως είχε εγκαταλείψει τη μουσική για να ακολουθήσει μία λογοτεχνική καριέρα ως συγγραφέας ή ποιητής. Ήταν πολύ καλλιεργημένος και αυτό θα ήταν ένα πολύ λιγότερο απαιτητικό μονοπάτι από το να είσαι τραγουδιστής σε μία μπάντα».
Απορρίπτει επίσης τον μύθο ότι ο Curtis ήταν ένας διαρκώς καταθλιπτικός άνθρωπος. «Οι άνθρωποι κρίνουν από μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Στην πραγματικότητα ήταν ένας κανονικός άνθρωπος που γελούσε, χαμογελούσε και έκανε αστεία τις περισσότερες φορές», τονίζει.
«Επίσης, πολλοί νέοι νομίζουν ότι στα τέλη των 70s παίζαμε σε γεμάτα στάδια», προσθέτει. «Στην πραγματικότητα παίζαμε κάθε βράδυ μπροστά σε διακόσια άτομα».
Όσο για τη διάσημη εικόνα του παλμικού σήματος από το εξώφυλλο του «Unknown Pleasures», που σχεδίασε ο Peter Saville και έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο φαινόμενο πάνω σε μπλουζάκια, ο Morris δηλώνει εντυπωσιασμένος: «Έχει γίνει ένα είδος meme. Ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία και αυτό ακριβώς μας άρεσε πάντα».
Σχετικά με την επερχόμενη ένταξη στο Rock & Roll Hall of Fame τον Νοέμβριο, ο Morris εκφράζει τον σκεπτικισμό του για τα βραβεία. «Ποτέ δεν κατάλαβα το νόημα αυτών των τελετών», δηλώνει. «Νιώθω λίγο σαν το τραγούδι της Peggy Lee: “Αυτό είναι όλο;”».
Ο ίδιος δεν γνωρίζει ακόμη αν θα καταφέρει να παραστεί στην τελετή, εξαιτίας ενός σοβαρού προβλήματος υγείας που δεν του επιτρέπει να ταξιδεύει στο εξωτερικό. Μια πρόσφατη διήμερη επίσκεψη στη Νέα Υόρκη για μία έκθεση αφιερωμένη στους στίχους του Ian Curtis κατέληξε σε σωματική ταλαιπωρία.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος και η σύζυγός του, Gillian Gilbert, δεν θα συμμετάσχουν στις συναυλίες των New Order στη Νότια Αμερική τον Νοέμβριο. «Δεν θέλω να επεκταθώ στις λεπτομέρειες της ασθένειας, αλλά είναι αρκετά σοβαρή και δεν υπάρχει θεραπεία για αυτήν», αποκαλύπτει.
«Δεν μπορώ όμως να σταματήσω να παίζω μουσική, αυτό θα ήταν σαν να χάνω ένα άκρο», τονίζει. «Εξακολουθώ να βλέπω τον Bernard Sumner, τον Phil Cunningham και τον Tom Chapman, είμαστε όλοι φίλοι. Απλώς δεν μπορώ να ακολουθήσω τα μακρινά ταξίδια».
Συνεχίζει να εξασκείται στα ντραμς στο σπίτι του, παρακολουθώντας μάλιστα βίντεο εκμάθησης στο διαδίκτυο. «Βλέπω βίντεο που λένε “παίξτε ντραμς σαν επαγγελματίες” και συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα από αυτά», λέει γελώντας.
Όσο για τη μακροχρόνια ρήξη με τον πρώην μπασίστα Peter Hook, ο Morris διατηρεί συγκρατημένη στάση. «Ο Peter είναι ένας αρκετά θυμωμένος άνθρωπος. Δεν μου φαίνεται ευτυχισμένος με τίποτα, ούτε με τους New Order, ούτε παίζοντας τα τραγούδια του συγκροτήματος. Δεν ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ συμφιλίωση, αλλά η ζωή είναι πολύ μικρή», καταλήγει.
Το αρχειακό ταξίδι των μελών του συγκροτήματος δεν σταματά εδώ, καθώς μετά το «Eternal (Live)» σειρά έχει η οριστική έκδοση για το άλμπουμ «Technique» των New Order. Παρά τις σωματικές αντιξοότητες και τα ανεξίτηλα τραύματα του παρελθόντος, ο Stephen Morris συνεχίζει να διαφυλάσσει την κληρονομιά δύο εκ των πιο επιδραστικών συγκροτημάτων της βρετανικής μουσικής ιστορίας.
