Ο δικαστής τον χαρακτήρισε «άνδρα με υποσχέσεις», αλλά επέβαλε στον Kay Flock βαριά ποινή για μία σειρά ένοπλων επιθέσεων που διέκοψαν βίαια την πολλά υποσχόμενη καριέρα του.
Ο ράπερ από το Μπρονξ, Kay Flock, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Kevin Perez, καταδικάστηκε την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου σε κάθειρξη 30 ετών, κλείνοντας με δραματικό τρόπο ένα κεφάλαιο που τον είδε να εκτοξεύεται στη μουσική σκηνή, την ίδια στιγμή που βυθιζόταν σε έναν κύκλο βίας.
Η ποινή επιβλήθηκε από τον περιφερειακό δικαστή Lewis J. Liman, σηματοδοτώντας το τέλος μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας που ανακόπηκε απότομα μετά τη σύλληψή του το 2021. Η υπόθεσή του αποτελεί ένα τραγικό χρονικό της λεπτής γραμμής μεταξύ της ωμής πραγματικότητας των δρόμων και της καλλιτεχνικής της εξύμνησης.
Η δικαστική περιπέτεια του 22χρονου ράπερ ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2023, όταν κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του Hwascar Hernandez, ο οποίος πυροβολήθηκε θανάσιμα στις 16 Δεκεμβρίου 2021, στο Άνω Μανχάταν.
Αν και τον Μάρτιο αθωώθηκε για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προμελέτης, οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για μία σειρά άλλων σοβαρών αδικημάτων στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής του δίωξης. Συγκεκριμένα, καταδικάστηκε για συνωμοσία για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, απόπειρα ανθρωποκτονίας και επίθεση με φονικό όπλο προς όφελος εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και για αδίκημα που σχετίζεται με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Επιπλέον, κρίθηκε υπεύθυνος για απόπειρες δολοφονίας που έλαβαν χώρα στις 26 Ιουνίου 2020, στις 10 Αυγούστου 2020 και στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο Kay Flock ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι της drill, ενός επιθετικού υποείδους της hip-hop. Η μεγάλη του επιτυχία, το τραγούδι «Shake It» με τη συμμετοχή της Cardi B, κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2022, τέσσερις μήνες αφότου είχε ήδη προφυλακιστεί για τον φόνο του Hernandez.
Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2021, λίγο πριν τη σύλληψή του, το περιοδικό Billboard τον είχε αναδείξει «R&B/Hip-Hop Rookie of the Month», μετά την κυκλοφορία του πρώτου του άλμπουμ με τίτλο «The D.O.A. Tape». Η μουσική του, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο της δίκης, με τους εισαγγελείς να υποστηρίζουν ότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε την τέχνη του για να εξυμνεί τη βία.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Kay Flock ήταν ο αρχηγός της συμμορίας «Sev Side» ή «DOA», με έδρα το Μπρονξ. Η οργάνωση φέρεται να διέπραττε βίαιες επιθέσεις εναντίον αντίπαλων συμμοριών για την προστασία της περιοχής της, ενώ χρηματοδοτούσε τις δραστηριότητές της —και την καριέρα του ράπερ— μέσω τραπεζικών και διαδικτυακών απατών.
«Ο Kevin Perez χρησιμοποίησε τη βία και τη φήμη του για να τροφοδοτήσει τον φόβο και τον εκφοβισμό σε ολόκληρο το Μπρονξ. Ο Perez και τα μέλη της συμμορίας του πραγματοποίησαν μία σειρά από ένοπλες επιθέσεις που έπληξαν τόσο αντίπαλα μέλη συμμοριών όσο και αθώους περαστικούς», δήλωσε ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας Jay Clayton.
«Χρησιμοποίησε, επίσης, την πλατφόρμα του ως επιφανής ράπερ για να γιορτάζει τη βία του: απειλώντας τους αντιπάλους του, καυχιόταν για τους πυροβολισμούς του και χλεύαζε τα θύματά του. Οι θρασύτατες ενέργειές του πυροδότησαν μία σειρά από αντίποινα που σκότωσαν και τραυμάτισαν πάρα πολλούς ανθρώπους», συνέχισε.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο βοηθός εισαγγελέα Patrick R. Moroney ζήτησε την επιβολή ποινής 50 ετών, τονίζοντας πως ο Kay Flock «ήταν πολύ καλός στο να γιορτάζει τη βία του και να μπαίνει στο πετσί των αντιπάλων του».
Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι, αφού υπέγραψε συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία, χρησιμοποίησε τη βία για να προωθήσει την καριέρα του. «Η μουσική που εξυμνούσε τη συμμοριακή βία τον έκανε διάσημο και πλέον πλούσιο», έγραψαν στο υπόμνημά τους, κατηγορώντας τον ότι ενθάρρυνε τη βία ακόμη και μέσω προσωπικών μηνυμάτων.
Στην αγόρευσή του, ο δικαστής Liman επέκρινε τον Kay Flock για το μήνυμα που έστελνε στους νέους θαυμαστές του.
«Χλεύαζες, γιόρταζες και βοήθησες να δημιουργηθεί ένας κύκλος βίας», είπε, σημειώνοντας ότι ο ράπερ καυχιόταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την αθώωσή του από την κατηγορία της δολοφονίας και έγραψε «KILL ALL RATS» στο Instagram μετά τη δίκη, στην οποία κατέθεσαν εναντίον του μέλη της συμμορίας.
Παράλληλα, ο δικαστής αναγνώρισε τις δυνατότητες του νεαρού καλλιτέχνη, χαρακτηρίζοντάς τον «άνδρα με υποσχέσεις». Ωστόσο, τόνισε ότι η βαριά ποινή ήταν αναγκαία. «Μέχρι σήμερα, δεν έχεις δείξει καμία πραγματική μεταμέλεια για τη συμπεριφορά σου», είπε, προσθέτοντας ότι η ζημιά που προκάλεσε «ήταν τεράστια».
Από την πλευρά του, ο Kay Flock επέμεινε ότι έχει αλλάξει. «Αυτό που ήμουν στα 18 μου δεν είναι αυτό που είμαι σήμερα», δήλωσε στο δικαστήριο. «Ήμουν απλώς ένα παιδί. Δεν ήξερα πραγματικά τι έκανα», πρόσθεσε, λέγοντας ότι όλοι αξίζουν μία δεύτερη ευκαιρία.
Ο συνήγορός του, Michael Ashley, ζήτησε την επιβολή της ελάχιστης υποχρεωτικής ποινής των 10 ετών, υποστηρίζοντας ότι ο πελάτης του μεγάλωσε σε μία από τις πιο επικίνδυνες γειτονιές της χώρας και επηρεάστηκε από έναν μεγαλύτερο άνδρα που τον ενθάρρυνε να ενταχθεί στη συμμορία.
Ο δικαστής Liman δήλωσε ότι έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι τα εγκλήματα διαπράχθηκαν ενώ ο εγκέφαλος του ράπερ «εξελισσόταν και ωρίμαζε ακόμη», καθώς και το ότι έξι από τους φίλους του είχαν πεθάνει από ένοπλη βία πριν καν κλείσει τα 18. «Η ζωή του δρόμου, μου φαίνεται, είναι το μόνο που γνώρισες ποτέ», είπε απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο.
Η υπόθεση του Kay Flock αποτελεί μία τραγική υπενθύμιση της σκληρής πραγματικότητας που κρύβεται πίσω από τη λάμψη της drill σκηνής της Νέας Υόρκης. Μιας σκηνής όπου οι στίχοι για τη βία και οι απειλές συχνά αντλούν έμπνευση από αληθινά γεγονότα, με τους ίδιους τους καλλιτέχνες να παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο που τελικά καταστρέφει τόσο τις ζωές των άλλων όσο και τις δικές τους.
Η πορεία του Kay Flock από ανερχόμενο ταλέντο σε κατάδικο είναι η απόδειξη ότι η τέχνη που μιμείται τη βία μπορεί, εν τέλει, να καταλήξει να την υπηρετεί.
