Η Kim Gordon επιστρέφει με το νέο άλμπουμ «Play Me», αποδεικνύοντας πως η καλλιτεχνική περιέργειά της παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ, αψηφώντας τις συμβάσεις και τις προσδοκίες του κοινού.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, το όνομα Kim Gordon αποτελεί συνώνυμο της αυθεντικής ανεξάρτητης σκηνής. Από τις πρώτες μέρες της στο υπόγειο punk κύκλωμα της Νέας Υόρκης με τους Sonic Youth, η Gordon δεν περιορίστηκε στον ρόλο της μουσικού. Μετέτρεψε τη σκηνική της παρουσία και την αισθητική της σε σύμβολο για ολόκληρες γενιές, ενσαρκώνοντας μία ιδεολογία που ενέπνευσε το κίνημα riot grrrl τη δεκαετία του ’90.
Με μία ιστορία γεμάτη θριάμβους και έναν μύθο που θα μπορούσε εύκολα να την οδηγήσει σε μία εφησυχασμένη καλλιτεχνική διαδρομή, η Gordon επιλέγει τον δύσκολο δρόμο. Το νέο της δισκογραφικό εγχείρημα, «Play Me», αναγκάζει τον ακροατή να θέσει ένα καίριο ερώτημα: μήπως η Kim Gordon τώρα αρχίζει να αποκαλύπτει τον πραγματικό της εαυτό;
Μετά τη διάλυση των Sonic Youth το 2011, η Gordon στράφηκε αρχικά στα εικαστικά, που αποτέλεσαν και την πρώτη της ενασχόληση, ενώ παράλληλα συμμετείχε στο πειραματικό σχήμα Body/Head. Ωστόσο, το 2016 έκανε μία αναπάντεχη κίνηση, συνεργαζόμενη με τον παραγωγό Justin Raisen από το Λος Άντζελες. Η επιλογή αυτή ξάφνιασε πολλούς, καθώς ο Raisen ήταν γνωστός κυρίως για τη δουλειά του σε πιο εμπορικές παραγωγές. Παρά την έκπληξη, η συνέργεια αποδείχθηκε ιδανική για την αισθητική της Gordon.
«Δεν είχα καμία επιθυμία να ηχογραφήσω σόλο δίσκο», εξομολογείται η ίδια στο Rolling Stone. «Επί πολλά χρόνια ασχολήθηκα με τη μουσική κιθάρας και μπάσου. Δεν είχα σκοπό να κάνω κάτι άλλο πέρα από τους Body/Head και τη δημιουργία εικαστικών έργων όταν μετακόμισα πίσω στο Λος Άντζελες. Ο Justin ήταν εκείνος που με έπεισε να δοκιμάσω έναν σόλο δίσκο».
Παρά τις αρχικές της επιφυλάξεις, η διαδικασία αποδείχθηκε μία ευχάριστη αποκάλυψη. «Ήταν ένα είδος ευτυχούς σύμπτωσης το ότι είναι ένας τόσο ικανός συνεργάτης. Διατηρεί τη μηχανή σε κίνηση».
Η χημεία τους κορυφώθηκε στο εντυπωσιακό άλμπουμ «The Collective» του 2024, το οποίο αποτελεί ίσως την πιο τολμηρή και διασκεδαστική δουλειά της εδώ και πολλά χρόνια. Πρόκειται για έναν δίσκο που παραμένει βαθιά ριζωμένος στη rock παράδοση, όμως ηχητικά ξεδιπλώνεται πάνω σε trap ρυθμούς, συμπεριλαμβανομένου ενός τραγουδιού που προοριζόταν αρχικά για τον Playboi Carti. Ακόμη και οι πιστοί ακόλουθοί της βρέθηκαν προ εκπλήξεως.
Το νέο άλμπουμ της «Play Me», που κυκλοφορεί στις 13 Μαρτίου από τη Matador Records, ανεβάζει τον πήχη ακόμη ψηλότερα, στηριζόμενο σε ηλεκτρονικά παραμορφωμένους ρυθμούς και τη χαρακτηριστική, γεμάτη ένταση φωνή της Gordon. Ο δίσκος λειτουργεί ως ένας καυστικός σχολιασμός της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας. «Υπάρχει πολύ χιούμορ σε αυτό. Αλλά και πολύς εκνευρισμός», παραδέχεται.
Στο ομώνυμο κομμάτι, απαριθμεί ονομασίες από λίστες του Spotify, από το «rich popular girl» μέχρι το «jazz in the background» και το «chilling after work». Στο «Busy Bee», η Gordon χρησιμοποιεί ένα ηχητικό απόσπασμα μιας συνομιλίας της με τη συνεργάτιδά της στους Free Kitten, Julia Cafritz, από τη δεκαετία του ’90, με τον Dave Grohl να συνοδεύει στα ντραμς. Το απόσπασμα προέρχεται από την εκπομπή «Beach House» του MTV όπου η Gordon και η Cafritz ήταν καλεσμένες. «Έστειλα στον Justin εκείνο το κλιπ όπου μιλάμε και εκείνος το επιτάχυνε», λέει η Gordon. «Η Kennedy ήταν η VJ. Για κάποιο λόγο μας ζήτησαν να παρουσιάσουμε, οπότε καθόμασταν και συζητούσαμε για τη διακόσμηση».
Παρά τη δημόσια εικόνα της, η Kim Gordon παραμένει άνθρωπος χαμηλών τόνων. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας της με το Rolling Stone, δεν αποχωρίστηκε ούτε στιγμή τα γυαλιά ηλίου της. Όπως είχε περιγράψει στα απομνημονεύματά της, «Girl in a Band», αυτή ήταν πάντα η φύση της. Παρά τη συστολή της, κατάφερε να αποτυπωθεί στη μνήμη του κοινού μέσα από κλασικά κομμάτια όπως τα «Flower», «Shadow of a Doubt», «Bull in the Heather» και «The Sprawl».
Αναφερόμενη σε παλαιότερο δοκίμιό της για το Artforum, όπου υποστήριζε ότι οι άνθρωποι πληρώνουν για να βλέπουν καλλιτέχνες που πιστεύουν στον εαυτό τους, η Gordon παραμένει σταθερή στην άποψή της. «Σίγουρα, ο κόσμος λατρεύει κάποιον που εκπέμπει αυτοπεποίθηση. Αλλά, παραδόξως, ισχύει και το αντίθετο. Μπορεί να είσαι κάποιος απίστευτα άβολος πάνω στη σκηνή, χωρίς την τυπική παρουσία κάποιου που έχει τον έλεγχο. Αυτό το βρίσκω πιο ενδιαφέρον. Παίρνεις πράγματα που δεν λειτουργούν και τα κάνεις να δουλέψουν».
Η ίδια αντλεί έμπνευση από καλλιτέχνες όπως ο Mark E. Smith των Fall, ο οποίος ήταν πάντα απρόβλεπτος, ή η Chan Marshall, γνωστή ως Cat Power.
«Είχε τόσο αφοσιωμένο κοινό που ακόμη και όταν δεν μπορούσε να ολοκληρώσει ένα τραγούδι, εκείνοι επέστρεφαν πάντα. Υπάρχει μία αίσθηση ότι όλα καταρρέουν σε μία ζωντανή εμφάνιση, κάτι που το κάνει ενδιαφέρον. Ακόμη και οι Nirvana, αν και ήταν μία αρκετά μηδενιστική πλευρά των συναυλιών, μου άρεσε εκείνο το στοιχείο. Κάτι τέτοιο μπορεί να σπάσει τις προσδοκίες», αναφέρει.
Ένα από τα πιο ανέλπιστα δώρα της στην κουλτούρα είναι ένα T-shirt που φορούσε τη δεκαετία του ’90 με το σλόγκαν «Girls Invented Punk Rock, Not England». «Είναι αστείο, το είχα πει σε μία συνέντευξη στην Αγγλία και μετά κάποιος έφτιαξε αυτό το μπλουζάκι και το πέταξε στη σκηνή. Και το φόρεσα».
Το «Play Me» διατηρεί αυτό το punk πνεύμα, ακόμη και μέσα από τις industrial ηχητικές υφές. «Αυτό που απολαμβάνω στη συνεργασία με τον Justin είναι ότι του αρέσει να φτιάχνει κάτι “σκουπιδιάρικο”», σχολιάζει. «Δεν χρησιμοποιώ τα κλασικά στοιχεία του rock με τον παραδοσιακό τρόπο. Δεν βασίζομαι σε δυνατά power chords».
Η προσέγγισή της αναδεικνύει την hip-hop οπτική στη φωνή της, κάτι που θυμίζει το «Kool Thing» των Sonic Youth. «Δεν διαθέτω τη φωνή για να γίνω “τραγουδίστρια με την παραδοσιακή έννοια” και εμπνέομαι πραγματικά από τον ρυθμό και τα beats. Περιστασιακά, μία μελωδία εμφανίζεται κατά λάθος, αλλά αυτός ο τρόπος ερμηνείας μου φαίνεται ο πιο φυσικός».
Η Gordon ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό της περισσότερο εικαστικό καλλιτέχνη παρά μουσικό. Αυτή η οπτική διατρέχει όλη τη μουσική της, συνδυάζοντας την αισθητική του κολάζ.
«Με τους Sonic Youth, κάναμε συνεχώς χιούμορ με αυτό στις συνεντεύξεις μας. Όταν μας έλεγαν ότι κάνουμε τέχνη, απαντούσαμε ότι “ναι, σμιλεύουμε”. Αλλά στην πραγματικότητα, είμαι απλώς ένας άνθρωπος που σκέφτεται οπτικά και αντιλαμβάνεται τη μουσική ως μία αίσθηση χώρου», λέει.
Αυτή η προσέγγιση παραμένει ο πυρήνας της δημιουργίας της. «Βλέπω τη μουσική που κάνω τώρα ως τέχνη, χωρίς να θέλω να ακουστώ πομπώδης. Δεν στοχεύει να γίνει κάτι άλλο». Και ίσως αυτή η έλλειψη συγκεκριμένου σκοπού είναι που διατηρεί την αίσθηση της ανακάλυψης ζωντανή. Όπως συνοψίζει η ίδια, «είμαι απλώς περίεργη για το τι θα προκύψει».
Η Kim Gordon συνεχίζει την πορεία της, όχι ως ένα είδωλο του παρελθόντος, αλλά ως ένας καλλιτέχνης που συνεχώς επαναπροσδιορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού.
