Μετά από δύο δεκαετίες μουσικών πειραματισμών, η Madonna συνεργάζεται ξανά με τον Stuart Price για την κυκλοφορία του «Confessions II». Το νέο άλμπουμ της, εμπνευσμένο από την τελευταία περιοδεία της, λειτουργεί ως μία συνειδητή επιστροφή στον ήχο της house και της club μουσικής. Η βασίλισσα της pop επιχειρεί να κερδίσει ξανά το κοινό με έναν δίσκο γεμάτο αναφορές στην ιστορία της.
Η Madonna παρουσιάζει το «Confessions II», μία άμεση συνέχεια του επιτυχημένου dance δίσκου «Confessions On A Dance Floor» από το 2005, επιχειρώντας να συνδέσει το παρόν της με τις πιο ένδοξες στιγμές της καριέρας της. Αυτή η νέα κυκλοφορία προκύπτει ως φυσική εξέλιξη μετά την περιοδεία «The Celebration Tour» που πραγματοποίησε το 2023 και το 2024, όπου μαζί με τον μουσικό διευθυντή Stuart Price έχτισαν μία αφήγηση που κάλυπτε ολόκληρη την καριέρα της.
Εκείνη η περιοδεία περιλάμβανε εντυπωσιακά σκηνικά που αναπαριστούσαν εμβληματικά βίντεο για παλαιότερα τραγούδια της, όπως το «Don’t Tell Me» και το «Human Nature». Αυτή η διαδικασία οδήγησε την τραγουδίστρια σε βαθύτερες σκέψεις γύρω από την προσωπική της ιστορία.
«Ρώτα τον εαυτό σου αυτό – για ποιον το κάνεις; / Είναι για σένα; Είναι για εκείνους;», αναρωτιέται η Madonna στο τραγούδι «Bring Your Love», μία συνεργασία με τη Sabrina Carpenter. Αυτό το ερώτημα μοιάζει να αντανακλά την απόφασή της να κυκλοφορήσει μία συνέχεια του «Confessions On A Dance Floor» μετά από 21 ολόκληρα χρόνια.
Οι πιο κακόπιστοι παρατηρητές ίσως υποστηρίξουν ότι ο δίσκος απευθύνεται στους θαυμαστές που απομακρύνθηκαν από την πορεία της κατά τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Το «Confessions On A Dance Floor» αποτέλεσε τον τελευταίο της απόλυτο θρίαμβο, καθώς κάθε επόμενο άλμπουμ είχε τις μισές πωλήσεις από το προηγούμενο.
Συγκεκριμένα, το «Madame X» του 2019 πούλησε μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Η επίδοση αυτή έρχεται σε τεράστια αντίθεση με τα 10 εκατομμύρια αντίτυπα που είχε καταγράψει η κυκλοφορία του «Confessions On A Dance Floor» το 2005.
Με διάρκεια 63 λεπτών, ο δίσκος είναι δομημένος σαν ένα ενιαίο DJ set, χωρίς καμία διακοπή ανάμεσα στα τραγούδια. Η Madonna συνυπέγραψε τα τραγούδια και την παραγωγή στο μεγαλύτερο μέρος του «Confessions II» με τον Stuart Price.
Παράλληλα, η avant-pop μουσικός Arca και ο παραγωγός των Rolling Stones, Andrew Watt, συνεισφέρουν σημαντικά στον δίσκο. Αυτή η ομάδα αποφεύγει τις εφήμερες τάσεις της σύγχρονης χορευτικής μουσικής, προτιμώντας πιο δοκιμασμένες συνταγές.
Κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης ακρόασης του δίσκου ο Stuart Price εξήγησε ότι το «Confessions II» βασίζεται λιγότερο στον disco-house ήχο της πρώτης κυκλοφορίας. Αντίθετα, ο ρυθμός χαρακτηρίζεται από τα πιο στιβαρά beats της house σκηνής του Ντιτρόιτ και του Σικάγο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εναρκτήριο τραγούδι «I Feel So Free», ένα δυναμικό deep house κομμάτι, το οποίο χρησιμοποιεί ένα έξυπνο sample από το κλασικό club τραγούδι «French Kiss» του Lil Louis, που κυκλοφόρησε το 1989.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η νέα αυτή δουλειά σφύζει από αναφορές στις προηγούμενες δεκαετίες της Madonna, όπως ο trip-hop ήχος της περιόδου του «Bedtime Stories» του 1994, που εμφανίζεται στο κλείσιμο του άλμπουμ. Υπάρχουν επίσης ηχητικές αναφορές στα κλασικά singles «Justify My Love» του 1990 και «Bedtime Story» του 1994, μέσα από τα τραγούδια «Everything» και «My Sins Are My Savior» αντίστοιχα.
Την ίδια στιγμή, οι συχνές απαγγελίες θυμίζουν την ατμόσφαιρα του υποτιμημένου και σκοτεινού δίσκου «Erotica» του 1992. Στους στίχους εμφανίζεται συχνά και η γεμάτη φιλοδοξία Madonna του 1982, η οποία αναζητούσε τη φήμη στα club της εποχής.
Το γεμάτο ζωντάνια disco house τραγούδι «Danceteria» αποτίει φόρο τιμής στο ομώνυμο θρυλικό νυχτερινό κέντρο της Νέας Υόρκης, όπου η ίδια ανακάλυψε τον ήχο της. Εκεί η Madonna αναφέρει ονομαστικά τον Mark Kamins, τον DJ που έκανε την παραγωγή στο πρώτο της single «Everybody» το 1982.
Στους στίχους του συναντάμε επίσης τους εικαστικούς Jean-Michel Basquiat και Keith Haring, καθώς και τον πορτιέρη Haoui Montaug. Επιπλέον, χρησιμοποιεί αποσπάσματα από το «Walk On The Wild Side» του Lou Reed, συνδέοντας αριστοτεχνικά διαφορετικούς κόσμους του Μανχάταν.
Ανασύροντας μνήμες από το παρελθόν, το «LES Girl» διαθέτει ένα κλασικό drum machine και περιγράφει έναν πρώην σύντροφό της που έπαιζε κιθάρα. Εκείνος απομακρύνθηκε γρήγορα από τη ζωή της, όταν έγινε σαφές ότι δεν μοιραζόταν τις ίδιες καλλιτεχνικές της φιλοδοξίες.
Ίσως η πιο φορτισμένη στιγμή να είναι το «Fragile», μία μπαλάντα με έντονη ακουστική κιθάρα και στοιχεία rave μουσικής, αφιερωμένη στον εκλιπόντα αδελφό της Christopher. Η σχέση τους υπήρξε πάντα ταραχώδης, κάτι που αποτυπώνεται στους γεμάτους ευαισθησία στίχους της.
«Μοιραζόμασταν έναν εύθραυστο δεσμό… μην με ξεχάσεις, μην ξεχάσεις να είσαι ευτυχισμένος», τραγουδά με ειλικρίνεια η Madonna. Αυτή η σπάνια ευάλωτη πτυχή της προσδίδει μία ιδιαίτερη συναισθηματική βαρύτητα στον δίσκο.
Σε ανάλογο ύφος κινείται και το «The Test», ένα ντουέτο με την κόρη της Lourdes «Lola» Leon, που κινείται σε trip-hop ρυθμούς. Το τραγούδι αποτελεί μία πιο ώριμη συνέχεια του νανουρίσματος «Little Star» από τον δίσκο «Ray of Light» του 1998, ο οποίος είχε έντονο πνευματικό και μητρικό χαρακτήρα.
«Δεν ζήτησες όλα αυτά τα φώτα που αναβοσβήνουν», αναφέρει η τραγουδίστρια, εκφράζοντας τη μητρική της μεταμέλεια για τη δημοσιότητα που περιέβαλλε το παιδί της. Η εισαγωγή αυτού του τραγουδιού παραπέμπει άμεσα στους πρώτους στίχους εκείνου του παλαιότερου νανουρίσματος.
Σε μουσικό επίπεδο, ο δίσκος εμπλουτίζεται με διακριτικά στοιχεία από την UK garage στα «Fragile» και «Good for the Soul». Στην EDM παραπέμπει η βαριά μπασογραμμή του «Everything», ενώ το «Read My Lips» συνδυάζει ευρωπαϊκό pop-dance ρυθμό με ισπανική κιθάρα και batucada ντραμς.
Επιπλέον, το «Bring Your Love» χρησιμοποιεί στοιχεία από το κλασικό τραγούδι «Good Life» των Inner City. Στο «Love Without Words» ξεπηδά ξαφνικά ένας έντονος acid ήχος στη μέση του τραγουδιού, ενώ το «One Step Away» ξεχωρίζει για το διακριτικό πιάνο του που θυμίζει το deep house ύφος του Mr Fingers.
Όσον αφορά τα τραγούδια με χαμηλότερο τέμπο, ο δίσκος υιοθετεί μία ατμόσφαιρα που παραπέμπει στην εταιρεία Mo’ Wax της δεκαετίας του ’90, γεμάτη breakbeats, ορχηστρικά περάσματα και τον ήχο από το γρατζούνισμα του βινυλίου. Σε αυτό το ομιχλώδες περιβάλλον, το «Betrayal» περιλαμβάνει μία απαγγελία από τον Βέλγο ράπερ Stromae που θυμίζει το ύφος του Serge Gainsbourg, καθώς και μία έξυπνη ενσωμάτωση του «Gnossienne No 1» του Erik Satie.
Η συγκεκριμένη ενσωμάτωση λειτουργεί πολύ καλύτερα από το απόσπασμα του Τσαϊκόφκσι που είχε χρησιμοποιηθεί στο «Dark Ballet» του 2019. Σε αυτόν τον δίσκο, η Madonna δείχνει πολύ πιο άνετη σε σχέση με τις trap προσπάθειες του «Rebel Heart» ή το ντουέτο με τον Maluma στο «Madame X», όπου προσπαθούσε να ακολουθήσει τη μόδα της λατινοαμερικάνικης pop.
Παραδόξως, η σιγουριά της αποδεικνύεται και από την επιλογή να αφήσει μεγάλης διάρκειας οργανικά περάσματα χωρίς φωνητικά, θυμίζοντας remixes των 12 ιντσών. Παράλληλα, οι στίχοι της ισορροπούν ανάμεσα στη γνωστή της δυναμική στάση και σε μία ειλικρινή διάθεση αυτοκριτικής.
Παρά την απουσία ενός απόλυτου χορευτικού τραγουδιού που να συγκρίνεται με τη σαρωτική επιτυχία του «Hung Up», το «Danceteria» πλησιάζει αρκετά σε αυτή τη δυναμική. Η συνεισφορά των Andrew Watt και Cirkut στην παραγωγή του συγκεκριμένου τραγουδιού δημιουργεί ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Αίσθηση προκαλεί και το επίσης δυναμικό «Everything», όπου η Madonna δηλώνει με ένταση: «δεν είναι εντάξει, δεν παίζω με αυτό!». Αυτή η έκρηξη κάνει τον ακροατή να αναρωτιέται χιουμοριστικά αν κάποιος της έστειλε ξανά τις μισητές της ορτανσίες.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Madonna φέρει τον τίτλο της βασίλισσας της pop, υποστηρίζοντας αυτή τη θέση με την ανάλογη μεγαλοπρέπεια. Μόνο τα τελευταία χρόνια όμως δείχνει να αποδέχεται πλήρως τον ρόλο μιας μεγάλης κυρίας που επιμελείται την ίδια της την κληρονομιά.
Τελικά, με αυτό το άλμπουμ καταφέρνει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν της και να ανοίξει έναν νέο δρόμο για το μέλλον. Αν και δεν ξεπερνά το πρώτο μέρος, το «Confessions II» αποτελεί αναμφίβολα την πιο ουσιαστική κυκλοφορία της εδώ και είκοσι χρόνια, αποδεικνύοντας ότι αυτή η μεγάλη κυρία ξέρει ακόμα να μας κάνει να χορεύουμε.
