Σαράντα επτά χρόνια μετά το θρυλικό σχόλιο του Τρίτου Προγράμματος, η φωνή του Μάνου Χατζιδάκι επιστρέφει για να μας υπενθυμίσει πως η λάμψη των ημερών συχνά δεν είναι παρά το προσωπείο της βαθιάς μας μοναξιάς.
Είναι μία παράξενη γοητεία αυτή που ασκεί η μελαγχολία πάνω στο εορταστικό φως. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, η Αθήνα φοράει τα «καλά» της, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της πως η ευτυχία είναι μία κατάσταση που αγοράζεται, στολίζεται και καταναλώνεται. Όμως, πίσω από τις φωταγωγημένες βιτρίνες και τους συνωστισμένους δρόμους, η ηχώ της φωνής του Μάνου Χατζιδάκι παραμένει ενοχλητικά επίκαιρη.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1978, όταν από τις συχνότητες του Τρίτου Προγράμματος, η γνώριμη, βελούδινη αλλά και αιχμηρή φωνή του Μάνου Χατζιδάκι διέκοψε τη γιορτινή ραστώνη. Δεν επέλεξε να προσφέρει τα συνηθισμένα καθησυχαστικά λόγια, αλλά μία ελεγεία για την πνευματική ένδεια μιας πόλης που προσπαθούσε να ανακαλύψει τον δυτικότροπο εαυτό της μέσα από τα λαμπιόνια και τον καταναλωτισμό. Δεν ήταν απλώς μία ραδιοφωνική εκπομπή, ήταν μία ανατομία της συλλογικής μας ψευδαίσθησης, ένας καθρέφτης που μας δείχνει πως, κάτω από το χιόνι και τα λαμπιόνια, η αγιότητα των ημερών συχνά βιώνεται «σκυθρωπά, άχαρα και κουρασμένα».
Σήμερα, καθώς εμείς περιφερόμαστε σε μία Αθήνα που μοιάζει να έχει γιγαντώσει εκείνες τις παθογένειες, το κείμενό του ηχεί σαν προφητεία. Γιατί, αλήθεια, πότε επιτρέψαμε στην ουσία της γιορτής να μετατραπεί σε μία διεκπεραιωτική διαδικασία; Γιατί εμείς, ως κοινωνία, επιτρέψαμε στον μύθο να γίνει εμπόρευμα;
Ο Μάνος Χατζιδάκις, με εκείνη την αιχμηρή, σχεδόν προφητική του ευγένεια, είχε αντιληφθεί νωρίς πως τα Χριστούγεννα έπαψαν να είναι μία εσωτερική γέννηση και μετατράπηκαν σε μία «ευρωπαϊκή παράσταση».
Ξεκινούσε το σχόλιό του με μία διαπίστωση που μοιάζει να γράφτηκε σήμερα το πρωί: «Ο μύθος των Χριστουγέννων κρατιέται με τη βία απ’ τα παράθυρα και από τις πόρτες, κρεμασμένος σε πανύψηλα κι αφιλόξενα σύγχρονα σκυθρωπά κτίρια. Τον συντηρούν οι δραστηριότητες της αγοράς, τα συμφέροντα των εμπόρων, οι ανελεύθερες κυβερνήσεις και οι ακόμη πιο ανελεύθερες θρησκευτικές οργανώσεις, τέλος, οι αστοί και οι εργατικοί, πρόσφατοι μετανάστες στην αστική τάξη, που κατ’ ουσίαν κυβερνάν τον κόσμο μας, και που επιθυμούν θρησκευτικές αιτιολογίες και παραδόσεις για διασκέδαση, απόλαυση κι’ αμεριμνησία.»
Αυτή η «αμεριμνησία» που περιγράφει, δεν είναι η ξενοιασιά της παιδικής ηλικίας, αλλά μία ηθελημένη τύφλωση. Εμείς, οι κάτοικοι του σήμερα, έχουμε αναγάγει το «φαίνεσθαι» των εορτών σε απόλυτο σκοπό, λησμονώντας πως η «αγιότητα των ημερών» απαιτεί μία εσωτερική σιωπή, μία κατάνυξη που δεν πωλείται στα πολυκαταστήματα.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν έκανε μία απλή «γκρίνια» για την αλλαγή των καιρών, αλλά ανέλυε το πώς η νέα κοινωνική δομή χρησιμοποιεί την παράδοση ως ένα τουριστικό αξεσουάρ. Σήμερα, η ανάλυση αυτή δεν φαντάζει ως η γκρίνια ενός πεσιμιστή, αλλά ως η αγωνία ενός ανθρώπου που έβλεπε το πνευματικό βάθος να θυσιάζεται στον βωμό της «συναλλαγής και της αυτοϊκανοποίησης».
Συνεχίζοντας την ανατομία του, ο συνθέτης εστίαζε στα παιδιά, τα τραγικά θύματα αυτής της ακατάσχετης προβολής προτύπων:
«Ούτε για τα παιδιά, δεν έμειναν τα σύμβολα ανέγγιχτα. Κι αυτά ακόμη προσπαθούν να ονειρεύονται μέσα από τις εφιαλτικές ειδικές εκπομπές της τηλεόρασης, κι από ένα σπίτι που τις μέρες αυτές, δεν έχει να προσθέσει κανένα αληθινό αγαθό, ούτε υποδομή για μία γενναία ονειροπόληση -ονειροπόληση ενός κόσμου ιδανικού, που να τον κυβερνάει ο Χριστός και οι Άγιοι του, με αρχηγό τον Αη Βασίλη. Ιδιαίτερα στον τόπο μας, τα Χριστούγεννα γίνανε μέρες συναλλαγής και αυτοϊκανοποίησης. Ευκαιρία για μία ευρωπαϊκή παράσταση…»
Η «ευρωπαϊκή παράσταση» είναι ίσως η πιο εύστοχη περιγραφή της ελληνικής αστικής αγωνίας. Πασχίζουμε να μοιάσουμε σε μία εικόνα που δεν μας ανήκει, χάνοντας την επαφή με το δικό μας βίωμα. Τα σύμβολα δεν έμειναν ανέγγιχτα ούτε για τα παιδιά. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την εικόνα και την ταχύτητα, η «γενναία ονειροπόληση» ενός ιδανικού κόσμου μοιάζει με πολυτέλεια που δεν αντέχουμε. Ο μύθος έγινε «δίσκος τουρισμού» και «αυτοκόλλητο σύνθημα».
Η Αθήνα του τότε, όπως και η Αθήνα του σήμερα, περιγράφεται σαν ένα «καπνιστό τσουκάλι οινομαγειρείου χωρίς φωτιά». Είναι η πόλη που, παρά τον τεχνητό φωτισμό, φαντάζει σκοτεινή επειδή οι δρόμοι της κατοικούνται από την αναπηρία των συναισθημάτων και την ανανδρία της αδιαφορίας.
«Η γέννηση του Χριστού παραμένει πια μία επέτειος άγονη και χωρίς αίσθημα. Και η Αθήνα, σαν καπνιστό τσουκάλι οινομαγειρείου χωρίς φωτιά και θέρμανση, ζει την αγιότητα των ημερών, σκυθρωπά, άχαρα και κουρασμένα. Οι δρόμοι σκοτεινοί, φαντάζουν απείρως σκοτεινότεροι έτσι καθώς περιέχουν ολοένα και περισσότερο, αναίδεια, αναπηρία και ανανδρία. Η δυστυχία ολοφάνερη στα μάτια των γερόντων, που φεύγουν κάθε μέρα από κοντά μας θλιμμένοι κι απροστάτευτοι, γνωρίζοντας καλά πια πως γεννήσανε λειψούς ανθρώπους και πολύ χιόνι, που ατέλειωτα θα τους σκεπάζει στους αιώνες. Τα κάλαντα, τα δώρα και οι αγιασμοί, δεν πείθουνε κανένα ότι προσφέρουνε αγάπη και παράδοση. Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται θλιμμένες, είναι ό,τι διαθέτει ο κόσμος μας για να αγαπάς τις μέρες τούτες.», γράφει ο μουσουργός
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του κειμένου. Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν στρέφεται κατά της θρησκείας, αλλά κατά της υποκρισίας. Η αναφορά του στους ηλικιωμένους που νιώθουν πως γέννησαν «λειψούς ανθρώπους» είναι μία γροθιά στο στομάχι κάθε γενιάς που θεωρεί την πρόοδο μόνο υλική. Η δυστυχία δεν κρύβεται εύκολα. Την βλέπουμε στα μάτια των γερόντων που φεύγουν θλιμμένοι — η μοναξιά του γεροντικού προσώπου και η αγνή προσδοκία στο βλέμμα ενός παιδιού είναι ίσως τα μόνα αυθεντικά στοιχεία που μας έχουν απομείνει για να αγαπάμε αυτές τις μέρες. Η μοναξιά των Χριστουγέννων δεν είναι η έλλειψη παρέας, αλλά η έλλειψη νοήματος.
Είναι εύκολο να απορρίψουμε τον καταναλωτισμό ως «σκουπίδι», αλλά η πρόκληση είναι να καταλάβουμε γιατί τον έχουμε ανάγκη. Το κλείσιμο του σχολίου του, με τον τίτλο «Η γέννηση του Χριστού και οι αμαρτίες των νεαρών μαθητών όταν παραβιάζουν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας», περιγράφει με ειρωνεία την έξοδο των μαζών προς μία υποτιθέμενη διασκέδαση:
«Κι έτσι που ο μύθος των Χριστουγέννων έγινε δίσκος τουρισμού, ζωγραφική σε λαϊκή αγορά, σύνθημα αυτοκόλλητο σε πρακτορείο Προ-Πό, βγήκανε για σεργιάνι χιλιάδες αυτοκίνητα, να πουν τα κάλαντα τα εθνικά, τα θρησκευτικά και τα καταναλωτικά. Πόσο μας ξεκουράζει αυτό το ράντισμα πετρελαίου εις τας οδούς, για να στολίσουμε το σπίτι, για να φωτογραφίσουμε το στολισμένο κέντρο της πόλης, ν’ αφήσουμε τα δώρα μας στους τροχονόμους αστυνομικούς και τέλος να επιστρέψουμε κατάκοποι την μεσημβρία σπίτι μας, για το απαραίτητο και παραδοσιακό γεύμα παραμονής…»
Σήμερα, στην εποχή του Instagram και της ψηφιακής επίδειξης, αυτό το «ράντισμα πετρελαίου» έχει αντικατασταθεί από τα pixel και τα φίλτρα, όμως η κόπωση παραμένει η ίδια. Αυτό το κυνήγι της τέλειας φωτογραφίας στο στολισμένο κέντρο και η επιστροφή στο σπίτι κατάκοποι, δεν είναι τίποτα άλλο από μία προσπάθεια να γεμίσουμε ένα κενό που η «άγονη επέτειος» δεν μπορεί πλέον να καλύψει. Επιστρέφουμε στα σπίτια μας κατάκοποι από την προσπάθεια να δείξουμε ότι περνάμε καλά, ενώ η ψυχή μας παραμένει το ίδιο «σκυθρωπή» όσο και τότε.
Το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, σαράντα επτά χρόνια μετά, δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Είναι μία πρόσκληση να κοιτάξουμε πέρα από τη βιτρίνα. Κι όμως, η ανάγκη για το αληθινό αγαθό, για μία σύνδεση που δεν θα βασίζεται σε δώρα και αγιασμούς που δεν πείθουν κανέναν, παραμένει η κρυφή μας επιθυμία.
Καθώς οι μέρες αυτές έφτασαν και πάλι, αξίζει να αναρωτηθούμε: Μήπως η μελαγχολία που ένιωθε ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν τελικά η μόνη ειλικρινής αντίδραση απέναντι στην υποκρισία της γιορτής; Μήπως η δική μας «αμαρτία» είναι ότι ξεχάσαμε πώς να αγαπάμε χωρίς να καταναλώνουμε; Και τελικά, είμαστε διατεθειμένοι να αναζητήσουμε την ουσία της αγιότητας πίσω από τον θόρυβο της πόλης ή θα συνεχίσουμε να στολίζουμε την κούρασή μας με χρυσόσκονη;
