Από τα δύσκολα χρόνια της Θεσσαλονίκης μέχρι την αποθέωση στις πίστες και το σινεμά, η Μαρινέλλα υπήρξε μία καλλιτεχνική δύναμη της φύσης που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με τίποτα λιγότερο από το απόλυτο.
Η Ελλάδα αποχαιρέτησε το Σάββατο 28 Μαρτίου τη «Μεγάλη Κυρία», του τραγουδιού, μία γυναίκα που δεν υπήρξε μία σπουδαία ερμηνεύτρια, αλλά το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής που μεταμορφωνόταν μαζί της. Η Μαρινέλλα, κατά κόσμον Κυριακή Παπαδοπούλου, έκλεισε τον κύκλο της ζωής της στα 87 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μία ασύγκριτη κληρονομιά που όμοιά της δύσκολα θα ξαναβρεί το ελληνικό πεντάγραμμο.
Τραγούδησε τον έρωτα, την απώλεια και τον πόνο με μία θεατρικότητα που έκοβε την ανάσα, κάνοντας τον κάθε στίχο να μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση προς τον θεατή. Είναι ίσως τραγικό, αλλά και απόλυτα ταιριαστό στον μύθο της, ότι η αντίστροφη μέτρηση για εκείνη ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2024, τη στιγμή που κατέρρευσε πάνω στη σκηνή του Ηρωδεόυ, κάνοντας αυτό ακριβώς που γεννήθηκε να κάνει: να τραγουδά μέχρι την τελευταία ρανίδα της ενέργειάς της.
Οι καλλιτέχνες αυτού του βεληνεκούς γίνονται συχνά πιο οικείοι όταν οι ίδιοι μοιράζονται τις αθέατες πλευρές της διαδρομής τους. Η Μαρινέλλα δεν φοβήθηκε ποτέ τις λέξεις της, μιλώντας για τη ζωή της με μία ντομπροσύνη που σπάνια συναντά κανείς σε πρόσωπα τέτοιας προβολής, πριν αναχωρήσει για τη μεγάλη μπάντα του παραδείσου.
Μία από τις πιο χαραγμένες μνήμες της ήταν η επιστροφή του πατέρα της από το μέτωπο της Αλβανίας το 1941. «Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Ήταν άνοιξη του ’41. Ήμουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Τον περίμενα», είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Καθημερινή.
«Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας, μπλέχτηκα μες στον κόσμο κι όπως περνούσαν οι φαντάροι, τους κοίταζα μέσα στα μάτια. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου; Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. “Μπαμπά!” φώναξα. Εκείνος πέταξε το σακίδιό του και με σήκωσε στην αγκαλιά του», περιέγραφε με συγκίνηση.
«Ξωπίσω ερχόταν η μάνα μου αλαφιασμένη. “Γιώργο! Πώς σε γνώρισε το παιδί;”. Είχαν σαστίσει. Αφού βρέφος ήμουν όταν είχε φύγει, ούτε φωτογραφία του δεν είχα δει, πώς ήξερα ότι ήταν εκείνος; Ένστικτο θα μου πεις. Μάλλον», κατέληγε η ίδια, αναλύοντας εκείνη την πρωταρχική σύνδεση που καθόρισε τον ψυχισμό της.
Η σχέση της με τον Στέλιο Καζαντζίδη υπήρξε το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της, ένας έρωτας που τη διαμόρφωσε καλλιτεχνικά και την εισήγαγε στον σκληρό κόσμο της νύχτας. Παρά τον χωρισμό τους, η Μαρινέλλα δεν έπαψε ποτέ να μιλά για εκείνον με μία βαθιά, σχεδόν παιδική νοσταλγία, αναγνωρίζοντας το μέγεθος της απώλειάς του από τα μουσικά δρώμενα.
«Πολλές φορές του ζήτησα να επιστρέψει. Αλλά δεν ήθελε να το κάνει. “Να τραγουδήσω για ποιον;” έλεγε. Δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα το κοινό. Στα χρόνια της απουσίας του όλα είχαν αλλάξει. Είχε αφήσει τη νύχτα στο Άλφα κι είχε πλέον φτάσει στο Ωμέγα…», ανέφερε χαρακτηριστικά στην ίδια συνέντευξη, ασκώντας μία τρυφερή κριτική στον άνθρωπο που αγάπησε.
«Αυτό, πάντως, το λάθος τού το χρεώνω: ότι στέρησε τη χαρά τού να τον ακούσουν live, από όσους τον αγαπούσαν αλλά και από τις νέες γενιές, που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν μέσω των μανάδων, των πατεράδων, των παππούδων τους. Μου λείπει ο Στέλιος, ξέρεις. Είχε καρδιά μικρού παιδιού. Νοσταλγώ τα πρώτα μας χρόνια, τα αγαπησιάρικα», εξομολογήθηκε.
Η αφοσίωσή της στον Στέλιο παρέμεινε ακλόνητη ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του. «Όταν νοσηλευόταν στο Όφενμπαχ της Γερμανίας είχα πάει να τον δω. Έμεινα δεκαπέντε ημέρες. Του μιλούσα, του τραγουδούσα, τον τάιζα. Έχω πάντα στην κρεβατοκάμαρά μου μία φωτογραφία από τότε που ήμασταν πολύ νέοι και πολύ ερωτευμένοι. Την κοιτάω και του μιλάω», έλεγε.
«“Γιατί έπρεπε να φύγεις τόσο γρήγορα, χριστιανέ μου; Γιατί δεν πρόσεξες τον εαυτό σου; Είναι καλύτερα εκεί που είσαι τώρα;”, του λέω και καμιά φορά του θυμώνω», συμπλήρωνε, δείχνοντας πως για εκείνη ο Καζαντζίδης δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από την καθημερινότητά της.
Η συνεργασία τους ήταν ένα «μεγάλο σχολείο», όπως το αποκαλούσε η ίδια. «Ο Καζαντζίδης δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στη διαδρομή μου, ούτε στην ανέλιξή μου. Απεναντίας, με βοήθησε πάρα πολύ. Απ’ αυτόν έμαθα πάρα πολλά στα δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Μεγάλο σχολείο ο άνθρωπος αυτός», τόνιζε με ευγνωμοσύνη.
Θυμόταν ακόμα την πρόταση που της άλλαξε τη ζωή: «Όταν πρωτομιλήσαμε, μου ζήτησε να κατέβω στην Αθήνα μαζί του για να του κάνω σεγόντο. “Θα γίνουμε ντουέτο”, τον θυμάμαι να μου λέει, και φυσικά δέχθηκα αμέσως. Είχε χωρίσει από την Καίτη Γκρέυ και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι του, στη Νέα Ιωνία, μαζί με τη μητέρα του, Γεσθημανή, την οποία λάτρευε».
Παραδόξως, οι δυο τους δεν βγήκαν ποτέ ένα συμβατικό ραντεβού. Η πρώτη τους ουσιαστική επαφή έγινε μέσα σε μία βάρκα στον Θερμαϊκό, με τον πατέρα της παρόντα. «Μπήκαμε στη βάρκα και βγήκαμε στον Θερμαϊκό. Το καλύτερο δόλωμα ήταν το μαμούνι, όπως το λέγαμε. “Να έχεις υπομονή και παρακαλώ μη ρίξετε στάχτη μέσα στη βάρκα”, έλεγε ο πατέρας μου. Τρέλα με την καθαριότητα!», θυμόταν.
«Είχαμε αφήσει τα παπούτσια κάτω από την κουπαστή. Περπατούσαμε ξυπόλυτοι σε έναν ωραίο μουσαμά και μετά, πριν βγούμε έξω, καθαρίσαμε τη βάρκα από τα λέπια. Αυτά ήταν τα ραντεβού μας», περιέγραφε, δίνοντας μία εικόνα αγνότητας που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μετέπειτα λάμψη των προβολέων.
Η Μαρινέλλα υπήρξε επίσης η γυναίκα που έσπασε τα στερεότυπα της εποχής με την εμφάνισή της. Όταν ρωτήθηκε για το κοντό μαλλί και τα παντελόνια, η απάντησή της ήταν αφοπλιστικά πρακτική. «Ναι, τα παντελόνια τα έβαλα, γιατί μου πετούσαν πιάτα και μου μάτωναν τα πόδια. Κάτι πήγαν να μου πουν τότε, ότι είμαι λεσβία», απαντούσε χωρίς περιστροφές.
Τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αν και δύσκολα, τα θυμόταν με μία ζεστασιά που πήγαζε από το ήθος των γονιών της. «Στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, στη γωνία Παλαιών Πατρών και Παύλου Μελά, δεν είχαμε να φάμε, αλλά ποτέ δεν μας έλειψε το φαγητό. Ποτέ δεν μείναμε νηστικοί. Κι όποιον περνούσε απέξω ο πατέρας μου τον καλούσε να φάει μαζί μας», έλεγε.
«“Μα, Γιώργο μου, δεν έχουμε τίποτα. Τι θα τους ταΐσω τόσους ανθρώπους;” απελπιζόταν η μαμά. “Μη στενοχωριέσαι, Δομνίτσα μου – έτσι την έλεγε. Έντεκα δεν θα είμαστε; Περίμενε και θα δεις”, απαντούσε εκείνος. Κι έπειτα γυρνούσε προς το μέρος μου. “Πάμε”, μου έλεγε», θυμόταν η Μαρινέλλα για τον πατέρα της.
«Παίρναμε το βαρκάκι μας, ανοιγόμασταν έξω από τον Λευκό Πύργο και πιάναμε ακριβώς έντεκα τσιπούρες. “Βρε, Γιώργο μου, δεν μπορούσες να φέρεις δώδεκα;” διαμαρτυρόταν η μαμά μου όταν γυρίζαμε. “Γιατί, κοριτσάκι μου; Έντεκα δεν είμαστε; Τα ψάρια εκεί θα είναι και αύριο. Μπορεί να μην την τρώγαμε τη δωδέκατη τσιπούρα. Γιατί να την πετάξουμε;”», ανέφερε.
«Πώς το λέτε σήμερα, οικολογική συνείδηση; Ε, αυτό είχε ο πατέρας μου, ήταν μπροστά από την εποχή του. Και ήταν ο καλύτερος ψαράς που υπάρχει! Είδες; Ενεστώτα χρησιμοποιώ…», συμπλήρωνε, υπογραμμίζοντας πως οι αξίες που πήρε από την οικογένειά της ήταν αυτές που την κράτησαν όρθια στην κορυφή.
Η ειλικρίνεια ήταν για εκείνη το κλειδί της επιτυχίας της. «Τα λέω σταράτα. Η ντομπροσύνη μου και η ειλικρίνεια μου μού χάρισαν πολλά αλλά την ίδια στιγμή έκαναν πολλούς να εκνευριστούν. Θα ήθελε ο κόσμος να νιώθει και να αισθάνεται αγάπη. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Με την αγάπη μόνο θα έρθει ειρήνη στον κόσμο, αλλά δυστυχώς δεν αγαπάμε, έχουμε μέσα μας πολλές κακίες», είχε δηλώσει με τη σοφία της εμπειρίας.
Η εκτόξευσή της σε επίπεδο εθνικής σταρ ήρθε μέσα από τη μεγάλη οθόνη. «Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης ήθελε να τραγουδήσω σε κάποια σκηνή της ταινίας “Γοργόνες και Μάγκες”. Τελικά, ερμήνευσα το “Άνοιξε, Πέτρα” που έγραψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε μουσική του Μίμη Πλέσσα. Ένα τραγούδι που ακόμη αντέχει και έχει ριζώσει στις καρδιές των ανθρώπων», θυμόταν.
«Κάθε φορά, όπου και να βρίσκομαι, μου ζητούν να το πω. Καμιά φορά, αν δεν το κάνω, γίνεται χαμός. Αλλά δεν χαλάω χατίρι. Και η κατάληξη; Τόσα χρόνια, το ίδιο παρατεταμένο χειροκρότημα», έλεγε, περιγράφοντας μία σχέση λατρείας με το κοινό που δεν ξεθώριασε ποτέ.
Η δεκαετία του ’70 έφερε την ιστορική συνεργασία με τον Κώστα Χατζή. «Μια ωραία συνεργασία, πάντως, ήταν κι εκείνη με τον Κώστα Χατζή στην Πλάκα της δεκαετίας του ’70. Τότε παρουσιάσαμε το πρόγραμμα “Ρεσιτάλ” με 52 καινούργια τραγούδια, τα “Τρελός ή Παλικάρι”, “Γλυκό Της Νιότης Μου Πουλί”, “Όλος Ο Κόσμος Είσαι Εσύ”, “Σ’ Αγαπώ”, “Σύνορα Η Αγάπη Δε Γνωρίζει”, “Η Αγάπη Όλα Τα Υπομένει”», ανέφερε.
Ο τριπλός δίσκος που κυκλοφόρησε το Πάσχα του ’76 πούλησε 500.000 αντίτυπα. «Με τον Κώστα συνεργαστήκαμε ξανά το 1980 στον δίσκο “Το Ταμ-Ταμ” και το 1987 στον δίσκο “Συνάντηση”», σημείωνε για την πορεία της.
Η Μαρινέλλα έφυγε όπως έζησε: με το κεφάλι ψηλά, έχοντας κατακτήσει κάθε κορυφή που της δόθηκε η ευκαιρία να αντικρίσει. Η φωνή της θα συνεχίσει να ακούγεται στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στα σοκάκια της Πλάκας και στις οθόνες που θα προβάλλουν για πάντα εκείνη τη γυναίκα με τα παντελόνια και το καθηλωτικό βλέμμα που άλλαξε το πρόσωπο της ελληνικής μουσικής.
