Ο Mark Ronson μιλά τις ανασφάλειες, τις συνεργασίες του με τους Bruno Mars, Amy Winehouse και Lady Gaga, και την αδυναμία του να αποδεχτεί την επιτυχία του.
Ο Mark Ronson δεν είναι απλώς ένας παραγωγός με χρυσές επιτυχίες στο ενεργητικό του, είναι ένας από τους πιο καθοριστικούς δημιουργούς της pop και soul μουσικής του 21ου αιώνα. Ωστόσο, παρά τις διακρίσεις του, ο ίδιος παραδέχεται πως ένιωσε σαν «απατεώνας» τη στιγμή που βρισκόταν στην κορυφή.
Σε μία συνέντευξή του στους The Times, ο 50χρονος μουσικός παραγωγός αναφέρθηκε στις εσωτερικές του αμφιβολίες και την ανασφάλεια που ακολούθησαν την επιτυχία του «Uptown Funk», της θρυλικής συνεργασίας του με τον Bruno Mars, η οποία κυκλοφόρησε το 2014 και κέρδισε δύο Grammy το 2016: για την Ηχογράφηση της Χρονιάς και την Καλύτερη Pop Ερμηνεία από Ντουέτο ή Γκρουπ.
«Το πρωί μετά τα Grammy, καθόμουν δίπλα στην πισίνα στο Chateau Marmont στο Λος Άντζελες», θυμήθηκε ο Mark Ronson. «Δίπλα μου ήταν η The New York Times και στο εξώφυλλο είχε μία φωτογραφία του Bruno, της Beyoncé και εμένα πάνω στη σκηνή. Η πρώτη μου σκέψη ήταν: “Δεν μου έμεινε τίποτα. Θα καταλάβουν ότι είμαι απατεώνας.”».
Το«Uptown Funk» έγινε διαμαντένιο στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Οκτώβριο του 2016, επιβεβαιώνοντας την επιτυχία του, ενώ έχει πλέον εισαχθεί στη διάσημη λίστα με τα Κορυφαία Τραγούδια Όλων των Εποχών στο Billboard Hot 100, αναδεικνύοντας την ανθεκτικότητα και τη διαχρονικότητά του.
Ωστόσο, για τον ίδιο τον Mark Ronson, η εξωτερική επιτυχία δεν αντιστοιχούσε με την εσωτερική του βεβαιότητα. Παρόλο που, όπως δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη στο People, γνώριζε από την αρχή ότι το τραγούδι ήταν «κάτι ξεχωριστό», η διαδικασία δημιουργίας δεν ήταν απλή.
«Το “Uptown Funk” ήταν μία πραγματική πράξη αγάπης. Ήταν κάτι για το οποίο ήμασταν πολύ περήφανοι και δουλέψαμε τρομερά σκληρά επί επτά μήνες. Δουλεύαμε σε μία περίοδο που ο Bruno ήταν σε περιοδεία με το άλμπουμ “Unorthodox Jukebox”, και εγώ τον κυνηγούσα σε όλη τη χώρα με ένα μπάσο πέντε χορδών προσπαθώντας να τελειώσουμε το τραγούδι», θυμήθηκε.
«Όταν το τραγούδι άρχισε να παραμένει στο Νο. 1 για μία, δύο, τρεις εβδομάδες, του τηλεφώνησα επειδή είχε ξαναβρεθεί στο Νο. 1, κι εγώ είπε: “Αυτό είναι; Είναι απίστευτο”. Και μου είπε: “Φίλε, απόλαυσε κάθε στιγμή”. Και μετά από αυτό, βρεθήκαμε να το παίζουμε στο Super Bowl με τους Coldplay — δηλαδή… αυτό το τραγούδι, είναι παρανοϊκό», είπε.
Ο Mark Ronson τόνισε επίσης ότι δεν επιθυμεί να αναγνωριστεί ως ο πρωτεργάτης πίσω από άλλες συνεργασίες του που σάρωσαν παγκοσμίως, όπως το «Shallow», το οποίο συνυπέγραψε με τη Lady Gaga, τον Anthony Rossomando και τον Andrew Wyatt για την ταινία «A Star is Born» (Ένα Αστέρι Γεννιέται) του 2018.
«Ναι μεν το συνυπέγραψα, αλλά αν το είχα κάνει παραγωγή, θα τα είχα θαλασσώσει», δήλωσε με χαρακτηριστική ειλικρίνεια. «Θα είχα προσπαθήσει να του δώσω κάποια “έξυπνα” στολίδια ή έναν μοντέρνο ήχο».
Το «Shallow» δεν γνώρισε μόνο μία τεράστια εμπορική επιτυχία αλλά και καλλιτεχνική, κερδίζοντας το βραβείο Όσκαρ του Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού — όμως ο Ronson είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος για το ρόλο του στο τραγούδι, υποβαθμίζοντας τη συμβολή του και αποφεύγοντας την παγίδα της υπερεκτίμησης του ρόλου του.
«Ήταν όλα της Amy»: η συγκλονιστική ταπεινότητα για την εποχή του «Back To Black»
Η πιο αποκαλυπτική ίσως στιγμή της συνέντευξης ήρθε όταν ο Mark Ronson μίλησε για τη συνεργασία του με την αείμνηστη Amy Winehouse στο ιστορικό άλμπουμ «Back To Black» του 2006, το οποίο άλλαξε την πορεία της σύγχρονης soul μουσικής και καθιέρωσε τον Ronson ως έναν από τους πιο περιζήτητους παραγωγούς της εποχής.
Κι όμως, για τον ίδιο, το μεγαλύτερο μερίδιο ανήκει αποκλειστικά στην Amy Winehouse: «Ήταν όλα της Amy», είπε. «Θα μπορούσα να δουλεύω όλη μου τη ζωή στον ρυθμό που δουλεύω, αλλά αν δεν την είχα συναντήσει, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε νόημα».
Η δήλωση αυτή φωτίζει τη βαθιά του επίγνωση για το πώς η δημιουργικότητα και η επιτυχία δεν είναι πάντα θέμα ιδιοφυΐας του παραγωγού, αλλά αποτέλεσμα ενός αμοιβαίου καλλιτεχνικού συγχρονισμού.
Εκτός από τους Bruno Mars, Lady Gaga και Amy Winehouse, ο Mark Ronson έχει συνεργαστεί με μερικά από τα πιο ηχηρά ονόματα της σύγχρονης μουσικής: Miley Cyrus, Adele, Paul McCartney, Dua Lipa και πολλούς άλλους.
Οι εμπειρίες αυτών των συνεργασιών και η προσωπική πορεία του στο μουσικό τοπίο της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του 1990 θα αποτυπωθούν στο επερχόμενο βιβλίο του «Night People: How to Be a DJ in ’90s New York City», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 23 Σεπτεμβρίου.
Σε μία εποχή που η αυτοπεποίθηση και η εικόνα επιτυχίας προβάλλονται έντονα, οι δηλώσεις του Mark Ronson λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο επιτυχημένοι μπορεί να παλεύουν με εσωτερικές ανασφάλειες και σύνδρομα απάτης.
Με απόλυτη διαφάνεια, αποδεικνύει ότι η ταπεινότητα και η αυτοκριτική δεν είναι αδυναμίες, αλλά αναπόσπαστα κομμάτια της καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Μέσα από την ειλικρίνεια του, μας προσκαλεί να δούμε την επιτυχία όχι σαν έναν προορισμό, αλλά ως ένα πολύπλοκο – και συχνά αμφίβολο – ταξίδι.
