Η προσπάθεια της παραγωγής του «Melania» να επενδύσει μουσικά το ντοκιμαντέρ για την Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ προσέκρουσε σε ένα τείχος αρνήσεων από τους Guns N’ Roses, την Grace Jones και διαχειριστές της περιουσίας του Prince, αναδεικνύοντας μία βαθιά πολιτισμική σύγκρουση.
Όταν η τέχνη συναντά την πολιτική, οι ισορροπίες διαταράσσονται συχνά, αλλά στην περίπτωση του ντοκιμαντέρ «Melania», η σύγκρουση μεταφέρθηκε στο πεδίο των πνευματικών δικαιωμάτων. Ο Marc Beckman, παραγωγός της ταινίας που ακολουθεί τη Melania Trump κατά τη διάρκεια των 20 ημερών πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του συζύγου της, Donald Trump, τον περασμένο Ιανουάριο, προχώρησε σε αποκαλύψεις που φωτίζουν τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η παραγωγή.
Παρά την προσπάθεια των συντελεστών να παρουσιάσουν το φιλμ ως ένα μη πολιτικό πορτρέτο, κορυφαία ονόματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής αρνήθηκαν κατηγορηματικά να παραχωρήσουν τα τραγούδια τους. Ανάμεσά τους, οι Guns N’ Roses, η εμβληματική Grace Jones και οι διαχειριστές της κληρονομιάς του Prince, οι οποίοι έθεσαν σαφή όρια ανάμεσα στο έργο τους και την οικογένεια Trump.
Η συζήτηση γύρω από τις μουσικές επιλογές του ντοκιμαντέρ είχε ήδη ξεκινήσει με εντάσεις, όταν ο Jonny Greenwood των Radiohead και ο σκηνοθέτης Paul Thomas Anderson ζήτησαν την αφαίρεση της μουσικής από την ταινία Phantom Thread, ένα αίτημα που απορρίφθηκε από την παραγωγή. Τώρα, ο Beckman φέρνει στο προσκήνιο νέες λεπτομέρειες για το πώς η πολιτική στάση των καλλιτεχνών καθόρισε το τελικό soundtrack.
Σε ερώτηση του Variety σχετικά με το αν υπήρξαν τραγούδια που ήταν δύσκολο να αδειοδοτηθούν, ο Beckman ήταν σαφής: «Θα σας πω on the record, αν θέλετε να μάθετε. Υπήρχε μουσική που προσπαθήσαμε να πάρουμε, αλλά δυστυχώς, υπήρχαν πολιτικά ζητήματα σε αυτό».
Η περίπτωση των Guns N’ Roses παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποκάλυψε ένα ρήγμα στο εσωτερικό του συγκροτήματος. Σύμφωνα με τον Beckman, τα μέλη της μπάντας διχάστηκαν πολιτικά αναφορικά με το αίτημα.
«Υπήρχε ένα πανέμορφο τραγούδι που θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε και ο ένας από τους δύο — δεν θέλω να αναφέρω όνομα, δεν είναι δίκαιο — είπε: “Το έχετε. Προχωρήστε”. Και ο άλλος ήταν ουσιαστικά στη λογική: “Δεν υπάρχει καμία περίπτωση”».
Ο παραγωγός εξήγησε πως απαιτούνταν η έγκριση όλων για να συμπεριληφθεί το κομμάτι στην ταινία.
«Επομένως, οι Guns N’ Roses ήταν σίγουρα μία απογοήτευση για εμάς. Όλοι τρέφουμε μεγάλο σεβασμό για τους Guns N’ Roses».
Η άρνηση αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν τη στάση του Axl Rose την τελευταία δεκαετία. Ο frontman του συγκροτήματος έχει εκφράσει την αντίθεσή του προς τον Donald Trump επανειλημμένα. Ήδη από το 2016, μέσω των social media, αναρωτιόταν αν ο τότε εκλεγμένος πρόεδρος «σταματάει ποτέ να γκρινιάζει;», ενώ δύο χρόνια αργότερα κατηγόρησε την εκστρατεία του Trump ότι χρησιμοποιούσε «παραθυράκια» για να παίζει μουσική σε συγκεντρώσεις χωρίς τη συγκατάθεση των καλλιτεχνών.
Το 2020, ο Axl Rose επέστρεψε στα social media μετά από μήνες απουσίας, δημοσιεύοντας ένα tweet που φαινόταν να διακωμωδεί τον Donald Trump και τα καπέλα με το σύνθημα «Make America Great Again».
Η λίστα των αρνήσεων συνεχίστηκε με την Grace Jones. Ο Beckman ανέφερε πως υπήρχε ένα τραγούδι της που ήθελαν πολύ να χρησιμοποιήσουν, τρέφοντας τεράστιο σεβασμό για την καλλιτεχνική της πορεία. Ωστόσο, η απάντηση ήταν αρνητική.
«Προφανώς δεν μπορούσε να ξεπεράσει το πολιτικό εμπόδιο, παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι μία πολιτική ταινία. Οπότε αυτό ήταν απογοητευτικό, επίσης. Είναι απογοητευτικό όταν οι άνθρωποι βάζουν την πολιτική τόσο μπροστά, και αυτό συνέβη λίγο με την ταινία, σίγουρα».
Η στάση της Grace Jones ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις δηλώσεις της το 2017, όταν είχε καλέσει τον Trump να «ωριμάσει». Σε συνέντευξή της στον Guardian, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:
«Κάνει μεγάλο θέμα για τους αθλητές που γονατίζουν, αλλά δεν κάνει μεγάλο θέμα για την KKK που παρελαύνει με φωτιά. Τους αποκαλεί “καλούς ανθρώπους”».
Στην ίδια συνέντευξη είχε προσθέσει: «Δεν μας έχει δείξει τους φόρους του. Πώς μπορεί να κάνει σχέδιο για τη φορολογία αν κρύβει τους φόρους του από εμάς; Πιστεύω ότι κάθε υποψήφιος πρόεδρος θα έπρεπε να βλέπει ψυχίατρο πριν του επιτραπεί να κατέβει στις εκλογές. Πιστεύω πραγματικά ότι έχει φέρει ένα ολόκληρο μαύρο σύννεφο πάνω από τον κόσμο. Κλίμα, μετανάστευση, τα πάντα… Είμαστε σε μία σκοτεινή περίοδο».
Εξίσου κατηγορηματική ήταν και η απάντηση από τους διαχειριστές της περιουσίας του Prince. Η παραγωγή σκεφτόταν αρχικά να ενσωματώσει ένα τραγούδι του θρυλικού καλλιτέχνη, μέχρι που επικοινώνησε μαζί τους ένας δικηγόρος που εκπροσωπεί το ίδρυμα.
Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: «Ο Prince δεν θα ήθελε ποτέ το τραγούδι του να συνδεθεί με τον Donald Trump».
Η αντίδραση του Beckman ήταν έντονη: «Ήμασταν σε φάση: “Μα δεν είναι ταινία για τον Donald Trump! Εμφανίζεται στην ταινία μία στο τόσο, αλλά όλο αυτό αφορά τη Melania. Δεν είναι πολιτικό”. Και αυτός ο τύπος το μπλόκαρε. Είναι τόσο γελοίο».
Η ιστορία των τριβών μεταξύ των διαχειριστών της περιουσίας του Prince και του Trump πηγαίνει πίσω στο 2018, όταν φέρεται να εκδόθηκε εξώδικο προς τον Λευκό Οίκο για τη χρήση του τραγουδιού «Purple Rain» σε συγκεντρώσεις, μία στάση που ενισχύθηκε περαιτέρω την επόμενη χρονιά. Το Variety αναφέρει πως προσπάθησε να επικοινωνήσει με εκπροσώπους των Guns N’ Roses και του ιδρύματος του Prince σχετικά με τα σχόλια του Beckman, χωρίς όμως να λάβει απάντηση.
Πέρα από τις αρνήσεις, υπάρχει και η πλευρά των τραγουδιών που τελικά ακούγονται στην ταινία. Το soundtrack περιλαμβάνει μουσική από το Phantom Thread, καθώς και κομμάτια που ερμηνεύουν οι Michael Jackson, Aretha Franklin, Elvis Presley, Boney M και James Brown, σύμφωνα με το IMDb.
Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια αφορά τους Rolling Stones. Ο Beckman ισχυρίστηκε στη συνέντευξή του ότι «ο Mick Jagger ενεπλάκη στην πραγματικότητα» και «μας έδωσε την ευχή του». Ωστόσο, όταν το περιοδικό επικοινώνησε με εκπροσώπους του συγκροτήματος, εκείνοι δήλωσαν ότι «δεν μπορούσαν να μιλήσουν άμεσα για την περιγραφή του Beckman σχετικά με την έγκριση του συγκροτήματος, αλλά επανέλαβαν ότι η ABKCO κατέχει το τραγούδι» που χρησιμοποιήθηκε.
Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η ταινία βρέθηκε στο επίκεντρο ενός πολέμου προσφορών για τα δικαιώματα streaming. Η Amazon, η Disney, το Netflix και η Paramount Pictures κατέθεσαν τις προτάσεις τους. Ενώ η Disney πρόσφερε περίπου 14 εκατομμύρια δολάρια, έχασε από την προσφορά των 40 εκατομμυρίων δολαρίων της Amazon – το υψηλότερο ποσό που έχει δοθεί ποτέ για ντοκιμαντέρ.
Παρά το υψηλό κόστος απόκτησης, η πορεία της ταινίας στις αίθουσες προκαλεί ερωτηματικά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το φιλμ σε σκηνοθεσία Brett Ratner άνοιξε στο No. 29 του box office, με εισπράξεις μόλις κάτω από 33.000 λίρες την πρώτη εβδομάδα.
Την ίδια περίοδο, κυκλοφόρησαν στοιχεία που έδειχναν ότι η ταινία είχε κερδίσει 9,5 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως στο box office, με προϋπολογισμό 40 εκατομμύρια δολάρια και επιπλέον 35 εκατομμύρια δολάρια για μάρκετινγκ. Το ποσό αυτό θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό για ντοκιμαντέρ, με ορισμένους να αμφισβητούν τη νομιμότητα των στατιστικών. Το The Daily Beast ανέφερε κατηγορίες για «πωλήσεις ψεύτικων εισιτηρίων» με στόχο την τόνωση της εικόνας της ταινίας.
Όσον αφορά το κοινό που παρακολούθησε την ταινία στις ΗΠΑ την ημέρα της πρεμιέρας, το 49% αυτοπροσδιορίστηκαν ως Ρεπουμπλικάνοι, μόλις το 2% ως Δημοκρατικοί, ενώ το κοινό αποτελούνταν κατά 72% από γυναίκες. Αυτή τη στιγμή, η ταινία διατηρεί βαθμολογία 11% στο Rotten Tomatoes.
