Μια συζήτηση κορυφής για την ουσία της καλλιτεχνικής έκφρασης, την «μονολιθική ιδεολογία» των σύγχρονων φεστιβάλ και την αναγκαιότητα του διαχωρισμού του καλλιτέχνη από τον ρόλο του πολιτικού ακτιβιστή.
Είναι σπάνιο στις μέρες μας να παρακολουθούμε έναν δημόσιο διάλογο μεταξύ δύο κορυφαίων εκπροσώπων της παγκόσμιας τέχνης, ο οποίος να εστιάζει στην ουσία και όχι στον θόρυβο. Η πρόσφατη τοποθέτηση του Nick Cave, μέσα από την πλατφόρμα επικοινωνίας του με το κοινό, έρχεται να ρίξει φως σε ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα τον σύγχρονο πολιτισμό: τη σχέση –ή μάλλον την απόσταση– που οφείλει να διατηρεί η τέχνη από την πολιτική.
Αφορμή στάθηκαν τα σχόλια του εμβληματικού σκηνοθέτη Wim Wenders κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, τα οποία προκάλεσαν αίσθηση και, όπως ήταν αναμενόμενο, ποικίλες αντιδράσεις.
Ο Wim Wenders, ο βετεράνος σκηνοθέτης του arthouse κινηματογράφου, γνωστός για αριστουργήματα όπως το «Paris, Texas», το «Wings Of Desire» και το πιο πρόσφατο «Perfect Days», βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής ως Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου αυτό τον μήνα. Σε ερώτηση που του τέθηκε σχετικά με το αν οι ταινίες μπορούν να προκαλέσουν πολιτική αλλαγή, ο Wenders επέλεξε να δώσει μία απάντηση που πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα της εποχής, διαχωρίζοντας τη θέση του καλλιτέχνη από εκείνη του πολιτικού λειτουργού.
Συγκεκριμένα, ο Wenders δήλωσε ότι πιστεύει πως οι κινηματογραφιστές «πρέπει να μείνουμε έξω από την πολιτική, διότι αν κάνουμε ταινίες που είναι αφοσιωμένα πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής. Αλλά εμείς είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών».
Η δήλωση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Nick Cave. Ο Αυστραλός τραγουδοποιός και συγγραφέας, διατηρώντας μία μακρόχρονη φιλία με τον Γερμανό σκηνοθέτη που μετρά πάνω από 40 χρόνια, ένιωσε την ανάγκη να τοποθετηθεί μέσω του blog του, «Red Hand Files», απαντώντας σε ερώτηση θαυμαστή. Ο Cave εξομολογήθηκε πως τα σχόλια του Wenders «με συγκίνησαν βαθιά», αναγνωρίζοντας σε αυτά την ποιότητα του χαρακτήρα του φίλου του.
Στην απάντησή του, ο Cave μίλησε με θερμά λόγια για τον σκηνοθέτη: «Επιβεβαίωσε την αντίληψή μου για αυτόν ως έναν παθιασμένα ηθικό, στοχαστικό και θαρραλέο άνδρα – ένα άτομο που νοιάζεται βαθιά για τον κινηματογράφο και την κατάσταση του δημιουργικού κόσμου. Τα λόγια του ήταν μία στοργική, ευγενική και προστατευτική χειρονομία, που απευθυνόταν όχι μόνο στην καλλιτεχνική κοινότητα αλλά και στην ίδια την ανθρωπότητα, και παρά την προβλέψιμη επίθεση, υποψιάζομαι ότι πολλοί καλλιτέχνες, ίσως οι περισσότεροι, θα εκτιμήσουν ειλικρινά τα λόγια του».
Η ανάλυση του Cave προχωράει σε βάθος, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τα κίνητρα πίσω από τη στάση του Wenders. Θεωρεί πως ο σκηνοθέτης ίσως προσπαθούσε να προστατεύσει τον θεσμό της Berlinale από μία παγίδα στην οποία έχουν πέσει πολλές σύγχρονες διοργανώσεις.
Ο Cave άσκησε κριτική σε πολλά σύγχρονα γεγονότα, σημειώνοντας πως έχουν υποκύψει σε «μια ενιαία μονολιθική ιδεολογία – μία φωνή, ένας σκοπός, μία διαφωνία». Κατά την άποψή του, ο Wenders επιχείρησε να διασώσει το φεστιβάλ από τη μοίρα εκείνων που κατέληξαν να αποτελούν απλώς μία σμίκρυνση της πολιτιστικής φαντασίας.
Ωστόσο, ο Cave διευκρινίζει πως αυτή η στάση δεν συνεπάγεται αδιαφορία για τα δεινά του κόσμου. «Δεν φαντάζομαι ούτε στιγμή ότι ο Wim πιστεύει πως η τέχνη πρέπει να αγνοεί τις μεγάλες και επίμονες αδικίες του κόσμου. Φαίνεται να πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι η χρήση της τέχνης για την ευαισθητοποίηση σχετικά με αυτές τις αδικίες μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική, αλλά ίσως πιστεύει επίσης ότι η τέχνη είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα της χρησιμότητάς της. Είναι κάτι περισσότερο από εργαλείο ή όπλο».
Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του, ο Cave παραθέτει έναν ύμνο στην αυτονομία της τέχνης, υπογραμμίζοντας την πνευματική της διάσταση που υπερβαίνει την απλή χρηστικότητα: «Ίσως πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι στον πυρήνα της, η σπουδαία τέχνη υπάρχει καθαρά για χάρη του εαυτού της – και ότι στην πιο μεταμορφωτική της μορφή αποκαλύπτεται διακριτικά, αμφίσημα και με περιέργεια. Ότι είναι κάτι που προσεγγίζουμε με δέος και θαυμασμό, που μας κάνει ταπεινούς ενώ παράλληλα μεγαλώνει την καρδιά μας, που βρίσκει τον δρόμο της προς την ψυχή και το πνεύμα μας, οδηγώντας μας προς αυτό που είναι καλό, όμορφο και αληθινό», αναφέρει.
Και προσθέτει: «Η τέχνη μας αιχμαλωτίζει και μεταδίδει μία αίσθηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διευρύνοντας την κατανόησή μας για τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν – ότι έχουμε το δικαίωμα να αγαπάμε, να γελάμε, να κλαίμε και να συγκλονιζόμαστε από τον κόσμο. Αυτή είναι η γενναιοδωρία της τέχνης – να μας θυμίζει ότι η ζωή αξίζει να τη ζεις».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Nick Cave τοποθετείται δημόσια για τη σχέση πολιτικής, ηθικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το ζήτημα αυτό φαίνεται να τον απασχολεί διαχρονικά. Σε συνέντευξή του στο NME το 2023, είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι υπάρχει «κάποια συσχέτιση μεταξύ της παραβατικής και κακής συμπεριφοράς και της καλής τέχνης».
Τότε, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι τυχαίο ότι τα πραγματικά σπουδαία πράγματα συχνά φτιάχνονται από τους πιο προβληματικούς ανθρώπους. Δεν το καταλαβαίνω απόλυτα, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει καμία μέτρηση που να λέει ότι η ενάρετη συμπεριφορά κάνει καλή τέχνη. Αν αρχίσεις να ψάχνεις για τους καλούς ανθρώπους που κάνουν καλή τέχνη, η συζήτηση κλείνει πολύ γρήγορα. Όλα τα σπουδαία πράγματα φαίνεται να φτιάχνονται από ανθρώπους που είναι κατά κάποιο τρόπο, εκτός τάξης με τον έναν ή τον άλλον τρόπο».
Στην ίδια συνέντευξη, είχε υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της τέχνης έναντι της λεγόμενης «κουλτούρας της ακύρωσης» (cancel culture), τονίζοντας: «Απλώς εκτιμώ την τέχνη και βλέπω ότι η ανάγκη για αυτήν είναι πολύ επείγουσα για να παίζουμε και να κατεβάζουμε αυτά τα πράγματα. Εκεί αρχίζει και τελειώνει το πρόβλημά μου με την υπόθεση της κουλτούρας της ακύρωσης. Δεν είναι κάποιος μεγάλος αγώνας που δίνω με αυτούς τους ανθρώπους. Απλώς ανησυχώ για τον κόσμο και χρειαζόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερα καλά πράγματα».
Η πολιτική ουδετερότητα –ή καλύτερα η αποστασιοποίηση από τις κομματικές ταμπέλες– είναι μία σταθερή θέση για τον Cave. Πέρυσι δήλωσε ότι δεν ανήκει «ούτε στην αριστερά ούτε στη δεξιά», καθώς βρίσκει και τις δύο πλευρές «μη αναγνωρίσιμες». Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η ακρόαση αντίθετων ιδεών συμβάλλει σε μία υγιέστερη κοινωνία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την «απελευθέρωση της ψυχής του κόσμου μας».
Την ίδια φιλοσοφία διατήρησε και σε συνέντευξή του στον Guardian το 2024, όπου άσκησε κριτική στην «woke κουλτούρα» για την «έλλειψη ελέους» και την «έλλειψη συγχώρεσης» που τη χαρακτηρίζει. Ήδη από το 2020, είχε επικοινωνήσει με έναν θαυμαστή του για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έχει αποστροφή στο να εισάγει την πολιτική στο στιχουργικό του έργο.
Η σύμπλευση του Nick Cave με τον Wim Wenders σε αυτό το ζήτημα αναδεικνύει μία κρίσιμη συζήτηση για τον ρόλο του καλλιτέχνη στον 21ο αιώνα. Σε μία εποχή έντονης πόλωσης, οι δύο αυτοί εμβληματικοί δημιουργοί επιλέγουν να υπενθυμίσουν στο κοινό ότι η τέχνη οφείλει να παραμένει ένας χώρος ελευθερίας, αισθητικής και υπαρξιακής αναζήτησης, πέρα και πάνω από τις πολιτικές σκοπιμότητες της εκάστοτε συγκυρίας.
