Η Olivia Rodrigo ξεσπά κατά της αμερικανικής κυβέρνησης για τη χρήση του «All-American Bitch» σε βίντεο απελάσεων, την ώρα που το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ απαντά με προκλητικό ύφος.
Η Olivia Rodrigo δεν κρύβει τον αποτροπιασμό της για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών χρησιμοποίησε τη μουσική της για να προωθήσει τη δράση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) των ΗΠΑ. Σε μία αποκαλυπτική συνέντευξη για την British Vogue, η pop star χαρακτήρισε τις ενέργειες της υπηρεσίας «ταραχώδεις» και «δυστοπικές», ανακαλώντας τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι το τραγούδι της «All-American Bitch» έντυνε πλάνα βίας.
Το περιστατικό συνέβη τον περασμένο Νοέμβριο, όταν το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) των ΗΠΑ δημοσίευσε βίντεο με αξιωματικούς της ICE να ακινητοποιούν και να κρατούν ανθρώπους, καλώντας τους παράλληλα να εγκαταλείψουν τη χώρα μέσω της εφαρμογής CBP One της κυβέρνησης Trump.
Η Rodrigo, οργισμένη, είχε σχολιάσει τότε δημόσια: «Μην χρησιμοποιήσετε ποτέ ξανά τα τραγούδια μου για να προωθήσετε τη ρατσιστική, μισητή προπαγάνδα σας».
«Ήταν φρικτό. Δυστοπικό», δήλωσε στη Vogue η Rodrigo, αναφερόμενη στη χρήση του τραγουδιού από το άλμπουμ της «Guts». Η ίδια συνέχισε λέγοντας πως «ο τρόπος με τον οποίο η ICE διαλύει κοινότητες και τρομοκρατεί τους ανθρώπους είναι εξαιρετικά ενοχλητικός. Είναι μία πραγματικά λυπηρή και τρομακτική εποχή», δίνοντας φωνή σε ένα αίσθημα ανασφάλειας που διακατέχει μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας.
Η απάντηση από το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας δεν άργησε να έρθει, με έναν εκπρόσωπο της υπηρεσίας να δηλώνει στο Billboard ότι «η Αμερική είναι πάντα ευγνώμων για τους ομοσπονδιακούς αξιωματικούς επιβολής του νόμου που μας κρατούν ασφαλείς». Μάλιστα, το υπουργείο επέλεξε να επιτεθεί προσωπικά στην τραγουδίστρια, προτρέποντάς την «να τους ευχαριστήσει για την υπηρεσία τους, αντί να υποτιμά τη θυσία τους».
Στην ίδια ανακοίνωση, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας ισχυρίστηκε ότι η ICE δεν χωρίζει οικογένειες, υποστηρίζοντας ότι στους γονείς δίνεται η επιλογή είτε να πάρουν το παιδί μαζί τους είτε να το αφήσουν στη φροντίδα κάποιου δικού τους προσώπου. Πρόκειται για μία ρητορική που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις καταγγελίες οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και με την προσωπική εμπειρία της Rodrigo, η οποία ζει στο Λος Άντζελες και έχει δει γείτονές της να πέφτουν θύματα βίαιων απελάσεων.
Η στάση της Olivia Rodrigo δεν είναι πρόσφατη, καθώς στο παρελθόν έχει καταδικάσει επανειλημμένα τις μαζικές απελάσεις και τη βία των αρχών, ειδικά μετά τους θανάτους των Renee Good και Alex Pretti, οι οποίοι πυροβολήθηκαν από αξιωματικούς της ICE στη Μινεάπολη.
Η ένταση μεταξύ των καλλιτεχνών και της τρέχουσας διοίκησης κλιμακώνεται, με το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ να επιτίθεται πρόσφατα και στην Billie Eilish, κατηγορώντας την για «ρητορική των σκουπιδιών» επειδή αναδημοσίευσε περιεχόμενο που χαρακτήριζε την ICE «τρομοκρατική οργάνωση».
Πέρα από την πολιτική της δράση, η Olivia Rodrigo μοιράστηκε λεπτομέρειες για το επόμενο άλμπουμ της, το οποίο είναι ολοκληρωμένο κατά 70%. Αν και παραδέχτηκε ότι βρίσκεται σε μία υπέροχη σχέση, εξήγησε ότι ο νέος δίσκος θα είναι γεμάτος από «λυπημένα ερωτικά τραγούδια», καθώς συνειδητοποίησε ότι η ευτυχία στην προσωπική ζωή δεν λύνει αυτόματα όλα τα εσωτερικά ζητήματα.
«Πίστευα ότι τη στιγμή που θα βρισκόμουν σε μία πραγματικά καλή σχέση, θα άρχιζα να νιώθω καλά με τον εαυτό μου και όλα θα έμπαιναν στη θέση τους», ανέφερε η τραγουδοποιός. «Αλλά απλά δεν λειτουργεί έτσι».
Η Rodrigo φαίνεται να μεταφέρει αυτή την ειλικρίνεια και την ευαισθησία τόσο στη μουσική της όσο και στην κοινωνική της κριτική, παραμένοντας μία από τις πιο αυθεντικές φωνές της γενιάς της. Για την ίδια, όμως, αυτή η δύναμη συνοδεύεται από την ευθύνη να μην επιτρέπει στην τέχνη της να γίνεται εργαλείο πολιτικών που η ίδια θεωρεί απάνθρωπες.
Η διαμάχη αυτή αναδεικνύει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην καλλιτεχνική κοινότητα και τις πρακτικές της ICE. Η Olivia Rodrigo, αρνούμενη να σιωπήσει, υπενθυμίζει ότι η μουσική ανήκει στους δημιουργούς της και στους ανθρώπους που την εμπνέουν, και όχι σε μηχανισμούς που χρησιμοποιούν τον ρυθμό για να καλύψουν τον φόβο.
