Ο Pete Townshend μιλά για τα 50 χρόνια δυσφορίας, την κατάθλιψη και το «υποκριτικό» προσωπείο του rock star.
Όταν ένα από τα μεγαλύτερα rock συγκροτήματα όλων των εποχών ανακοινώνει την αποχαιρετιστήρια περιοδεία του, ο κόσμος περιμένει νοσταλγία, ίσως και μία δόση μελαγχολίας. Όμως, για τον Pete Townshend, την ψυχή και τον κιθαρίστα των The Who, το τέλος μοιάζει περισσότερο με μία πολυπόθητη αρχή.
Ο ίδιος έχει υπάρξει και στο παρελθόν απόλυτα ειλικρινής για τη δημιουργική δυσφορία του μέσα στο συγκρότημα, αλλά σε μία νέα συνέντευξή του, αποκάλυψε πως αυτή η αίσθηση δυστυχίας έχει τις ρίζες της σχεδόν μισό αιώνα πίσω, στο μακρινό 1973.
Καθώς οι The Who ετοιμάζονται για την τελευταία τους περιοδεία στη Βόρεια Αμερική, ο Pete Townshend και ο συνοδοιπόρος του, Roger Daltrey, θα ανέβουν ξανά στη σκηνή τον Αύγουστο.
Σε μία εκ βαθέων εξομολόγηση στην εφημερίδα The I, ο Townshend έριξε μία βόμβα που φωτίζει με διαφορετικό φως ολόκληρη την πορεία του.
«Δεν ξέρω αν ήμουν πρόθυμος να κάνω οτιδήποτε με τους The Who από το 1973», δήλωσε, αποκαλύπτοντας μία εσωτερική μάχη που λίγοι φαντάζονταν.
Για την επερχόμενη περιοδεία, η οποία μάλιστα επεκτάθηκε λόγω της τεράστιας ζήτησης, ο Pete Townshend παραδέχεται ότι «ανυπομονεί», αλλά ο λόγος δεν είναι αυτός που θα περίμενε κανείς. Ο ενθουσιασμός του πηγάζει από το γεγονός ότι αυτό το τέλος θα του ανοίξει διάπλατα νέους δρόμους.
«Όχι επειδή είναι το τέλος, αλλά επειδή ελπίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να εξερευνούμε άλλα πράγματα», διευκρίνισε, κάνοντας σαφές ότι το βλέμμα του είναι στραμμένο στο μέλλον και όχι στο παρελθόν.
Αυτή η στάση δεν ξαφνιάζει. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, είχε προκαλέσει αίσθηση λέγοντας: «Οι The Who έχουν τραβήξει κάπως παραπάνω, με δύο από εμάς να έχουμε πεθάνει. Μερικές φορές μοιάζει σαν να μαστιγώνουμε ένα ψόφιο άλογο».
Αυτό το σχόλιο είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση του τραγουδιστή του συγκροτήματος, Roger Daltrey, ο οποίος τον κατηγόρησε για έλλειψη ενδιαφέροντος, απαντώντας κατηγορηματικά για την επερχόμενη περιοδεία τους: «Δεν θα το κάνω με κάποιον που το κάνει με μισή καρδιά».
Ο Pete Townshend, ωστόσο, προσεγγίζει τη ζωή του μέσα στους The Who με μία σχεδόν αμήχανη, αλλά αφοπλιστική ειλικρίνεια, σημειώνοντας ότι «υποφέρει από εναλλαγές της διάθεσης».
Στη συνέχεια, αποκάλυψε τη μάχη του με την ψυχική υγεία: «Υποφέρω από μανιοκατάθλιψη. Έτσι, μερικές φορές όταν ξυπνάω, αν υπήρχε ένα όπλο κάτω από το μαξιλάρι μου, μπορεί και να τίναζα τα μυαλά μου στον αέρα. Αλλά μετά από ένα φλιτζάνι τσάι και ένα μπισκότο, συνειδητοποιώ ότι είμαι πολύ, πολύ τυχερός. Έχω μία καταπληκτική ζωή.»
Δεν είναι η ίδια η δουλειά, αλλά η εικόνα του rock star που του προκαλεί δυσφορία. Αναλογιζόμενος τους κριτικούς που τον έχουν αποκαλέσει κατά καιρούς «δήθεν», ο Townshend γυρίζει το σχόλιο ανάποδα.
«Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι το πιο δήθεν πράγμα που έχω κάνει ποτέ είναι να προσποιούμαι τον rock star. Γιατί αυτό είναι το κομμάτι με το οποίο νιώθω τη μεγαλύτερη δυσφορία», είπε.
Στην ίδια συνέντευξη, παραδέχτηκε ότι η κατάσταση με τον πρώην ντράμερ τους, τον Zak Starkey, «ήταν ένα χάος». Οι The Who απέλυσαν τον Starkey μετά από επιπλοκές σε μία συναυλία στο Royal Albert Hall του Λονδίνου τον προσέλαβαν ξανά, και στη συνέχεια τον απέλυσαν για δεύτερη φορά. Τώρα, ο Scott Devours θα αντικαταστήσει τον γιο του Ringo Starr στις επερχόμενες συναυλίες τους.
Η αποχαιρετιστήρια περιοδεία των The Who στη Βόρεια Αμερική, με τον τίτλο «The Song Is Over», είναι η τελική σειρά συναυλιών που σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας καριέρας έξι δεκαετιών.
Η περιοδεία πήρε το όνομά της από το τραγούδι «The Song Is Over» του 1971. Ξεκινά στις 16 Αυγούστου από το Amerant Bank Arena στο Sunrise της Φλόριντα και ολοκληρώνεται στις 28 Σεπτεμβρίου στο MGM Grand Garden Arena στο Λας Βέγκας, κάνοντας στάσεις σε μεγάλες πόλεις όπως το Newark, η Νέα Υόρκη, η Βοστώνη, το Τορόντο, το Λος Άντζελες, το Βανκούβερ και το Σικάγο.
Για τους χιλιάδες θαυμαστές, αυτές οι συναυλίες θα είναι ένας γλυκόπικρος αποχαιρετισμός σε ένα θρύλο.
Για τον Pete Townshend, όμως, φαίνεται πως θα είναι κάτι πολύ περισσότερο: η τελική νότα σε ένα τραγούδι που ήθελε να τελειώσει εδώ και καιρό, και ταυτόχρονα, η πρώτη, ελπιδοφόρα συγχορδία για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει.
