Ο τραγουδιστής των Country Joe and the Fish και δημιουργός του εμβληματικού «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-to-Die Rag» άφησε την τελευταία του πνοή στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, ύστερα από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον.
Ο Country Joe McDonald, η χαρακτηριστική φωνή των Country Joe and the Fish και ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν τη μουσική με την πολιτική διαμαρτυρία στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’60, πέθανε το Σάββατο 7 Μαρτίου σε ηλικία 84 ετών. Ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός άφησε την τελευταία του πνοή στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, ύστερα από επιπλοκές που σχετίζονταν με τη νόσο Πάρκινσον.
Την είδηση επιβεβαίωσε την Κυριακή ο επίσημος λογαριασμός του συγκροτήματος στα κοινωνικά δίκτυα. «Με βαθιά θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο του Country Joe McDonald, ο οποίος πέθανε χθες, 7 Μαρτίου, σε ηλικία 84 ετών, στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, λόγω επιπλοκών από τη νόσο Πάρκινσον. Ήταν περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του», ανέφερε η ανακοίνωση.
Η απώλεια ενός μουσικού με τόσο έντονο αποτύπωμα συνοδεύτηκε και από την υπενθύμιση του ρόλου που είχε παίξει σε μία από τις πιο φορτισμένες περιόδους της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.
Όπως αναφέρει η επίσημη νεκρολόγια του: «Ο McDonald αναγνωριζόταν ευρέως ως μία από τις καθοριστικές φωνές του κινήματος της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Η μουσική του συνδύαζε folk, rock και πολιτικό σχολιασμό, αποτυπώνοντας το πνεύμα μιας γενιάς που επηρεάστηκε βαθιά από τις κοινωνικές αναταράξεις, τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα και τον πόλεμο του Βιετνάμ».
Γεννημένος στην Ουάσιγκτον και μεγαλωμένος στην Καλιφόρνια, ο McDonald ανήκε σε εκείνη τη γενιά μουσικών που αντιλαμβάνονταν το τραγούδι ως δημόσιο λόγο. Οι επιρροές του περιλάμβαναν τον Woody Guthrie και την παράδοση της folk διαμαρτυρίας που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του 20ού αιώνα.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ίδρυσε τους Country Joe and the Fish μαζί με τον Barry «The Fish» Melton. Το ντουέτο άρχισε να παρουσιάζει τα τραγούδια του σε μικρά καφέ της περιοχής του Σαν Φρανσίσκο, χώρους που λειτουργούσαν τότε ως φυσικά σημεία συνάντησης της τοπικής καλλιτεχνικής σκηνής. Τα κομμάτια τους συνδύαζαν σκοτεινό χιούμορ με πολιτική ειρωνεία, μία αισθητική που ταίριαζε με το κλίμα της εποχής.
Σύντομα εμφανίζονταν δίπλα σε άλλα σχήματα της σκηνής του Σαν Φρανσίσκο, όπως οι Jefferson Airplane και οι Quicksilver Messenger Service, σε μία περίοδο όπου η ψυχεδελική μουσική και η κοινωνική αμφισβήτηση συμβάδιζαν.
Παρά τη μακρά και πολυάσχολη πορεία του —η οποία περιλάμβανε περισσότερα από 30 άλμπουμ από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010— ο McDonald ταυτίστηκε κυρίως με ένα τραγούδι που έμελλε να αποκτήσει ιστορική διάσταση. Το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-to-Die Rag», γραμμένο το 1965 στις πρώτες φάσεις της εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο του Βιετνάμ, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια της εποχής.
Σε συνέντευξή του στους New York Times το 2017, ο ίδιος είχε εξηγήσει την πρόθεσή του όταν το έγραφε: «Ήθελα να γράψω ένα τραγούδι για το πώς οι στρατιώτες δεν έχουν επιλογή στο ζήτημα, παρά μόνο να ακολουθήσουν διαταγές, αλλά με την ασέβεια του rock & roll. Στην ουσία ήταν punk rock πριν υπάρξει το punk».
Οι στίχοι του τραγουδιού παρέμεναν ευθείς και καυστικοί: «Και είναι ένα, δύο, τρία, για ποιον λόγο πολεμάμε ;/Μη με ρωτάς, δεν με νοιάζει καθόλου / Επόμενη στάση είναι το Βιετνάμ / Και είναι πέντε, έξι, επτά, ανοίξτε τις πύλες του παραδείσου / Δεν υπάρχει χρόνος να αναρωτηθούμε γιατί / Γιούπι! Όλοι θα πεθάνουμε!»
Ο McDonald, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο αμερικανικό Ναυτικό, αξιοποίησε την εμπειρία του για να προσδώσει στο τραγούδι έναν τόνο που ισορροπούσε ανάμεσα στον σαρκασμό και την ωμή παρατήρηση της πραγματικότητας.
Η πρώτη εκδοχή του κομματιού κυκλοφόρησε ως ακουστική ηχογράφηση σε ένα EP που συνόδευε το περιοδικό Rag Baby του McDonald. Λίγα χρόνια αργότερα, το τραγούδι ηχογραφήθηκε ξανά για το δεύτερο άλμπουμ των Country Joe and the Fish, το 1967, με τίτλο «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-to-Die Rag». Σε αυτή την εκδοχή προστέθηκε και το περίφημο «The “Fish” Cheer», μία εισαγωγή που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο μέρος των ζωντανών εμφανίσεών τους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της καριέρας του ήρθε το καλοκαίρι του 1969, στο φεστιβάλ του Woodstock. Η εμφάνιση των Country Joe and the Fish έμεινε στην ιστορία του φεστιβάλ και της εποχής. Στη σκηνή εκείνης της ημέρας, το κοινό συμμετείχε ενεργά στο «The “Fish” Cheer», με τον McDonald να καλεί χιλιάδες θεατές να φωνάξουν ένα σύνθημα που σχημάτιζε τη λέξη «fuck».
Την περίοδο εκείνη η λέξη θεωρούνταν ιδιαίτερα προσβλητική για δημόσια χρήση, γεγονός που είχε οδηγήσει ακόμη και στη σύλληψη του McDonald σε προηγούμενες εμφανίσεις. Παρ’ όλα αυτά, η σκηνή παρέμεινε στο κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ του φεστιβάλ.
Ο ίδιος θυμόταν τη στιγμή χρόνια αργότερα. «Πάντα λέω ότι το Woodstock ήταν σαν οικογενειακό πικνίκ· ήταν διασκεδαστικό», είχε πει στο Rolling Stone το 2019, με αφορμή την 50ή επέτειο του φεστιβάλ. «Δεν πρέπει να υποτιμάς το γεγονός ότι περνούσες καλά».
Σε άλλη αποστροφή της ίδιας συζήτησης πρόσθεσε: «Ήταν απίστευτο ότι τους επέτρεψαν να το κρατήσουν στην ταινία το 1969».
Μετά την ιστορική εκείνη περίοδο, οι Country Joe and the Fish διαλύθηκαν. Ο McDonald συνέχισε μόνος του, ξεκινώντας μία σόλο πορεία που εγκαινιάστηκε με το άλμπουμ «Thinking of Woody Guthrie» το 1969, έναν δίσκο αφιερωμένο σε τραγούδια του μεγάλου folk τραγουδοποιού που είχε επηρεάσει βαθιά τη σκέψη του.
Η παρουσία του δεν περιορίστηκε στη μουσική σκηνή. Το 1970 βρέθηκε ανάμεσα στους καλλιτέχνες που κλήθηκαν να καταθέσουν στη δίκη των Chicago Seven, μία υπόθεση που είχε μετατραπεί σε σύμβολο της πολιτικής έντασης της εποχής.
Παράλληλα, παρέμεινε ενεργός σε κοινωνικά ζητήματα για δεκαετίες. Υποστήριξε εκστρατείες για την προστασία των φαλαινών και συμμετείχε σε δράσεις στήριξης των βετεράνων του πολέμου του Βιετνάμ, ανθρώπων που επέστρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες με βαθιά τραύματα, συχνά παραγνωρισμένοι από την κοινωνία.
Η διαδρομή του Country Joe McDonald αποτυπώνει μία εποχή κατά την οποία η μουσική λειτουργούσε ως πολιτική πράξη. Οι συναυλίες, οι στίχοι και οι δημόσιες παρεμβάσεις του συνδέθηκαν με ένα ευρύτερο κίνημα που επαναπροσδιόρισε τη σχέση τέχνης και κοινωνίας.
Με τον θάνατό του κλείνει ένα ακόμη κεφάλαιο της γενιάς που έζησε από μέσα τις αναταράξεις των Sixties. Ωστόσο, τραγούδια όπως το «I-Feel-Like-I’m-Fixin’-to-Die Rag» παραμένουν ζωντανές υπενθυμίσεις μιας περιόδου όπου μία κιθάρα και μερικοί στίχοι μπορούσαν να μετατραπούν σε ισχυρό δημόσιο σχόλιο για τον κόσμο γύρω τους.
