Η Τζαμάικα και ολόκληρος ο κόσμος της ska και της reggae θρηνούν την απώλεια του Stranger Cole, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Ο σπουδαίος τραγουδιστής, που συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με τη γέννηση της σύγχρονης τζαμαϊκανής μουσικής, αφήνει πίσω του μία τεράστια πολιτιστική κληρονομιά που συνεχίζει να επηρεάζει γενιές μουσικών παγκοσμίως.
Ο Stranger Cole, ο πρωτοπόρος της ska και της rocksteady, ο άνθρωπος που θεωρείται ότι ηχογράφησε το πρώτο reggae τραγούδι στην ιστορία, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Η απώλειά του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη μουσική σκηνή της Τζαμάικας, αλλά και στις καρδιές των θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο.
Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσε στην εφημερίδα Jamaica Observer ο γιος του, Wilburn «Squiddly» Cole, στις 11 Ιουνίου.
Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστή η ακριβής αιτία του θανάτου του. Ωστόσο, η οικογένειά του αποκάλυψε ότι ο Stranger Cole είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο πριν από δύο εβδομάδες, μετά από μία μακρά περίοδο ασθένειας που τον είχε ταλαιπωρήσει αρκετά.
Η πορεία του στη μουσική ξεκίνησε στους δρόμους και τα στούντιο του Κίνγκστον το 1962. Αυτή ήταν μία καθοριστική χρονιά για την Τζαμάικα, καθώς η χώρα γιόρταζε την επίσημη ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία. Μέσα σε αυτό το κλίμα αισιοδοξίας και ελευθερίας, ο Cole βρέθηκε στην πρώτη γραμμή μιας τεράστιας καλλιτεχνικής έκρηξης.
Ήταν η εποχή που η ska, τη rocksteady και η ζωντανή κουλτούρα του sound system άρχισαν να κατακτούν τις γειτονιές της πρωτεύουσας. Οι δρόμοι του Κίνγκστον πλημμύρισαν από φορητά ηχοσυστήματα που έπαιζαν δυνατά τους νέους ρυθμούς, προσφέροντας διέξοδο και έκφραση στη νεολαία του νησιού.
Ο Stranger Cole, γεννημένος ως Wilburn Theodore Cole το 1940, απέκτησε το διάσημο παρατσούκλι του κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Η οικογένειά του τον φώναζε έτσι επειδή, όπως έλεγαν, δεν έμοιαζε καθόλου εμφανισιακά με τους γονείς του, ούτε με τα αδέλφια του.
Στα πρώτα του βήματα, ο Cole εργάστηκε κυρίως ως εξωτερικός τραγουδιστής, γράφοντας στίχους και μελωδίες για άλλους καλλιτέχνες της εποχής. Η ικανότητά του να χτίζει εύκολα ρυθμούς και να αποτυπώνει την καθημερινότητα της Τζαμάικας τον έκανε γρήγορα περιζήτητο στα τοπικά στούντιο.
Δεν άργησε όμως να κάνει το επόμενο βήμα και να μπει ενεργά στη δισκογραφία ως σόλο ερμηνευτής, παρουσιάζοντας τη δική του φωνή στο κοινό. Η απόφαση αυτή αποδείχθηκε σωτήρια για την εξέλιξη της τζαμαϊκανής μουσικής σκηνής.
Στις ζωντανές του εμφανίσεις, ο Cole είχε μία μοναδική επαφή με το κοινό. Δεν χρειαζόταν εντυπωσιακά εφέ ή υπερβολές στη σκηνή, καθώς η απλότητά του και η ζεστασιά της φωνής του αρκούσαν για να κερδίσουν και τον πιο απαιτητικό ακροατή.
Αυτός ο αυθεντικός χαρακτήρας ήταν που τον έκανε αγαπητό όχι μόνο στους θαυμαστές του, αλλά και στους συναδέλφους του στη μουσική βιομηχανία. Όλοι όσοι συνεργάστηκαν μαζί του έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο με σπάνιο ήθος, που μοιραζόταν απλόχερα τις γνώσεις του με τους νεότερους.
Στη διάρκεια της πλούσιας καριέρας του, συνεργάστηκε με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του νησιού, όπως ο Ken Boothe, ο Lee «Scratch» Perry και ο Prince Buster. Αυτές οι συνεργασίες γέννησαν μοναδικά τραγούδια που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Καραϊβικής.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνεργασία του με τον Ken Boothe, με τον οποίο ηχογράφησε εξαιρετικά ντουέτα όπως το «World’s Fair» και το «Artibella». Οι δύο καλλιτέχνες συνδέθηκαν με βαθιά φιλία, και ο Cole έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πρώτα βήματα της καριέρας του Boothe.
Οι πρώτες του προσωπικές ηχογραφήσεις έγιναν υπό την καθοδήγηση του θρυλικού παραγωγού Duke Reid στο στούντιο Treasure Isle. Το τραγούδι «Rough and Tough», που κυκλοφόρησε το 1962, αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της ανεξάρτητης πλέον Τζαμάικας.
Το συγκεκριμένο τραγούδι, με τον έντονο ska ρυθμό του, μιλούσε για τις κοινωνικές δυσκολίες της εποχής, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να ξεσηκώνει τον κόσμο στον χορό. Η επιτυχία αυτή καθιέρωσε τον Stranger Cole ως έναν από τους πιο ελπιδοφόρους καλλιτέχνες του νησιού.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1968, ο Cole έγραψε με χρυσά γράμματα το όνομά του στην παγκόσμια ιστορία της μουσικής. Του πιστώθηκε η ηχογράφηση του πρώτου reggae τραγουδιού στην ιστορία, του εμβληματικού «Bangarang».
Το τραγούδι αυτό, που δημιουργήθηκε επίσης σε συνεργασία με τον παραγωγό Duke Reid, παρουσίασε έναν πιο αργό και βαρύ ρυθμό σε σχέση με τη ska. Ο Cole συνεργάστηκε στενά με τον σαξοφωνίστα Lester Sterling του συγκροτήματος The Skatalites για να δημιουργήσει αυτή τη νέα μουσική κατεύθυνση.
Ο ιδιαίτερος ρυθμός των ντραμς και του μπάσου στο «Bangarang» έθεσε τις βάσεις για αυτό που ο κόσμος θα μάθαινε σύντομα ως reggae. Αυτή η σπουδαία δισκογραφική δουλειά άλλαξε την πορεία της μουσικής βιομηχανίας διεθνώς.
Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Stranger Cole πήρε την απόφαση να μετακομίσει στον Καναδά, όπου συνέχισε να δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά. Εκεί άνοιξε ένα από τα πρώτα δισκοπωλεία με τζαμαϊκανή μουσική στο Τορόντο, βοηθώντας στη διάδοση των ήχων της πατρίδας του στη Βόρεια Αμερική.
Ακόμα και μακριά από την Τζαμάικα, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει νέα τραγούδια και να πραγματοποιεί ηχογραφήσεις με τοπικούς και διεθνείς μουσικούς. Η αγάπη του για τη μουσική παρέμενε η κινητήριος δύναμη σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Στα επόμενα χρόνια, το όνομά του έγινε σύμβολο αυθεντικότητας για τη ska, τη rocksteady και τη reggae, με τον ίδιο να εμφανίζεται σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Μόλις πέρυσι, ο Cole πραγματοποίησε μία μεγάλη περιοδεία στην Αυστραλία, αποδεικνύοντας ότι το ταλέντο του δεν είχε χαθεί με το πέρασμα του χρόνου.
Οι εμφανίσεις του εκεί γνώρισαν τεράστια επιτυχία, επιβεβαιώνοντας τη διαρκή και παγκόσμια επιρροή που έχουν οι δίσκοι του. Οι νεότερες γενιές θαυμαστών είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά έναν ζωντανό θρύλο επί σκηνής.
Η επιρροή του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα, καθώς οι σύγχρονοι ρυθμοί της reggae που ακούγονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη έχουν τις ρίζες τους στις δικές του πρωτοπόρες ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1960.
Ο Cole αφήνει πίσω του επτά παιδιά, καθώς και πολλά εγγόνια και δισέγγονα. Αρκετοί από τους απογόνους του επέλεξαν να ακολουθήσουν τα δικά του επαγγελματικά βήματα στον χώρο της μουσικής.
Ο γιος του, Wilburn «Squiddly» Cole, είναι ένας καταξιωμένος ντράμερ της reggae σκηνής, έχοντας συνεργαστεί με διάσημα ονόματα της παγκόσμιας μουσικής. Η οικογένεια συνεχίζει να τιμά τη μνήμη του Stranger Cole, κρατώντας ζωντανό το όραμά του για μία μουσική γεμάτη συναίσθημα, αλήθεια και ρυθμό.
