Ο Richard Ashcroft μιλά για τη δυναμική των The Verve, τη σημασία των συναυλιών των Oasis και την ειλικρίνεια απέναντι στο παρελθόν.
Ανάμεσα στις εμβληματικές μελωδίες της βρετανικής εναλλακτικής σκηνής των ’90s, ελάχιστα τραγούδια έχουν επιβιώσει με τόση δύναμη όσο το «Bittersweet Symphony». Με τη χαρακτηριστική συμφωνική εισαγωγή, την αιχμηρή εσωστρέφεια και την παρουσία του Richard Ashcroft στο μικρόφωνο, το τραγούδι έγινε το ανεπίσημο soundtrack μίας γενιάς που βίωσε την απογοήτευση και τη δόξα της Britpop σχεδόν ταυτόχρονα.
Παρ’ όλα αυτά, οι πιθανότητες να ξαναδούμε τους The Verve επί σκηνής μοιάζουν, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Ashcroft, ανύπαρκτες.
Ο τραγουδιστής, ο οποίος συμμετείχε ως support act στην πολυσυζητημένη περιοδεία της επανένωσης των Oasis το φετινό καλοκαίρι, δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών: «Αυτή την παρτίδα την έχουμε ήδη παίξει», δήλωσε με απόλυτη σαφήνεια στην εφημερίδα The Sun, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο επιστροφής των The Verve. «Δεν νομίζω ότι θα λειτουργούσε».
Η ιστορία των The Verve είναι άλλωστε τόσο πολυκύμαντη όσο και η ίδια η μουσική τους. Με τρεις διακριτές περιόδους δράσης —1990 έως 1995, 1997 έως 1999, και ξανά από το 2007 έως το 2009— το συγκρότημα έμοιαζε πάντοτε να ισορροπεί μεταξύ δημιουργικού μεγαλείου και αυτοκαταστροφής.
Οι εντάσεις, τόσο προσωπικές όσο και επαγγελματικές, δεν έλειψαν ποτέ, και όπως τονίζει ο Ashcroft, η δυναμική μεταξύ των μελών των The Verve ήταν «πιο δύσκολη» από τις εντάσεις που χώρισαν τους Liam και Noel Gallagher.
«Η κατάσταση των The Verve ήταν πιο δύσκολη από αυτή των Oasis — είχε διαφορετική δυναμική από τους Oasis», εξήγησε, υπονοώντας ότι τα βαθύτερα ρήγματα ανάμεσα στα μέλη δεν αφορούσαν μόνο τις τυπικές συγκρούσεις για έλεγχο ή δημιουργικές διαφορές, αλλά κάτι πιο σύνθετο, πιο ανεξίτηλο.
Παρά τη δική του απροθυμία να επαναφέρει τους Verve, ο Ashcroft δεν έκρυψε τη συγκίνηση του για την επανένωση των Oasis. Τη χαρακτήρισε «ένα όμορφο πράγμα», δίνοντας έμφαση στη σημασία της για το κοινό και την κοινωνία ευρύτερα.
«Ήταν ένα άκρως καθαρτικό καλοκαίρι για το κοινό και για όλους τους εμπλεκόμενους», είπε. «Η κοινωνία έχει κατακερματιστεί και αυτό το συναίσθημα του να ερχόμαστε όλοι μαζί σε αυτές τις συναυλίες έμοιαζε τόσο σημαντικό».
Η ανάμνηση γίνεται προσωπική όταν μιλά για το κοινό που έφερε τα παιδιά του, για τις γενιές που ενώθηκαν μπροστά στη σκηνή.
«Οι παλαιότεροι θαυμαστές είχαν χάσει τους Oasis και έφερναν τα παιδιά τους που δεν τους είχαν δει ποτέ. Ήταν μία στιγμή που έκλεισε ένας κύκλος. Έχουμε χάσει γονείς, έχουμε χάσει φίλους, έχουμε ζήσει το όνειρο και είδαμε το όνειρο να εξαφανίζεται — οπότε υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κουβαλούν αυτό το συναίσθημα μαζί τους και τα τραγούδια είναι ο καταλύτης για να εκφράσουν αυτό το συναίσθημα», σχολίασε.
Για τον ίδιο, αυτή η εμπειρία ξεπερνά την απλή αναδρομή. «Δεν είναι νοσταλγία — είναι πραγματικό και συμβαίνει τώρα», τονίζει. Είναι μία «επανεκτίμηση» της εποχής, όχι μία αναβίωση. Και αυτό φαίνεται να είναι το σημείο διαφοράς ανάμεσα σε μία αυθεντική μουσική πράξη και σε έναν μηχανισμό που προσπαθεί να αναπαράγει το παρελθόν με κενό νόημα.
Η ειλικρίνεια του Richard Ashcroft είναι χαρακτηριστική. Ξέρει τι σημαίνει να διαχειρίζεσαι το βάρος ενός θρύλου και τι χρειάζεται για να δημιουργήσεις μία ατμόσφαιρα που να αντέχει στον χρόνο.
Δεν δίστασε να παραδεχτεί και τον δικό του ρόλο στο φετινό σκηνικό: «Είμαι ο τύπος που στήνει το slam dunk. Είναι ένας πολύ σημαντικός ρόλος σε μία ομάδα μπάσκετ». Περιγράφει τον εαυτό του ως εκείνον που «πασάρει την μπάλα» για να χτιστεί η προσμονή για την εμφάνιση των Oasis. «Έτσι, όταν φεύγω από τη σκηνή, είναι μισή ώρα πριν ανέβουν εκείνοι, και η προσμονή γι’ αυτούς είναι τόσο έντονη».
Οι The Verve, με τραγούδια όπως τα «Urban Hymns», «A Storm in Heaven» και «A Northern Soul», σημάδεψαν μία ολόκληρη περίοδο της βρετανικής μουσικής. Η ψυχεδελική τους διάθεση, η υπαρξιακή τους θεματολογία και η μελαγχολική ένταση στις ερμηνείες του Ashcroft τους τοποθετούν μακριά από τα πιο εμπορικά παραδείγματα της Britpop. Ήταν, περισσότερο από οτιδήποτε, ένα συγκρότημα που κοιτούσε προς τα μέσα.
Ίσως, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η εσωτερική διάσταση που καθιστά την επανένωση αδύνατη. Για τον Ashcroft, η ιστορία των The Verve δεν είναι απλώς μία ευκαιρία για αναδρομή, αλλά ένα ολοκληρωμένο κεφάλαιο. Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα από αυτή τη στάση να είναι η δύναμη να πεις «όχι», όταν το πιο εύκολο θα ήταν να ενδώσεις.
Σε μία εποχή που η νοσταλγία συχνά εργαλειοποιείται για να κρύψει το δημιουργικό τέλμα, η στάση του Richard Ashcroft έρχεται σαν υπενθύμιση: το παρελθόν αξίζει σεβασμό, όχι ανακύκλωση. Και μερικές φορές, το πιο έντιμο που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να αναγνωρίσει πότε ένα κεφάλαιο έχει κλείσει για πάντα.
