Η δικαστική διαμάχη ανάμεσα στον ράπερ RBX και το Spotify έληξε προσωρινά υπέρ της υπηρεσίας streaming, καθώς ομοσπονδιακή δικαστής απέρριψε την ομαδική αγωγή που κατηγορούσε την εταιρεία για ανοχή απέναντι σε δισεκατομμύρια πλασματικές ακροάσεις μεγάλων καλλιτεχνών, όπως ο Drake. Σύμφωνα με την απόφαση, οι ισχυρισμοί ήταν υπερβολικά αόριστοι για να σταθούν στο δικαστήριο. Το ζήτημα της απάτης μέσω bots παραμένει, ωστόσο, μία από τις μεγαλύτερες πληγές στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία.
Η μάχη ενάντια στις πλασματικές ακροάσεις (streaming fraud) αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της ψηφιακής εποχής, με τις πλατφόρμες streaming να δέχονται συχνά πυρά για τον τρόπο που διαχειρίζονται το πρόβλημα. Μια σημαντική εξέλιξη σημειώθηκε στα αμερικανικά δικαστήρια, όπου η ομοσπονδιακή δικαστής Josephine Staton απέρριψε την ομαδική αγωγή που είχε καταθέσει ο ράπερ RBX (Eric Collins) κατά του Spotify.
Ο καλλιτέχνης υποστήριζε ότι ο σουηδικός κολοσσός κάνει τα στραβά μάτια σε δισεκατομμύρια ψεύτικα streams που παράγονται από bot, στερώντας δίκαια πνευματικά δικαιώματα από τους ανεξάρτητους δημιουργούς.
Στην απόφασή της, η δικαστής έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ήταν υπερβολικά αόριστοι και στερούνταν επαρκών αποδείξεων για να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.
«Ο ενάγων απέτυχε να ισχυριστεί με πειστικό τρόπο ότι η ζημία που υπέστη υπερτερεί οποιασδήποτε δικαιολογίας μπορεί να έχει το Spotify για τη διατήρηση της τρέχουσας πολιτικής του σχετικά με τις τεχνητές ακροάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά η Staton. Παρόλα αυτά, το δικαστήριο έδωσε στον RBX περιθώριο 21 ημερών για να καταθέσει μία αναθεωρημένη έκδοση της αγωγής του, διορθώνοντας τα νομικά κενά.
Το ζήτημα της απάτης μέσω ψηφιακών ακροάσεων δεν είναι καινούργιο, αλλά έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι πλατφόρμες διανέμουν τα έσοδά τους από μία κοινή δεξαμενή χρημάτων, με βάση το ποσοστό των συνολικών ακροάσεων που συγκεντρώνει κάθε καλλιτέχνης. Όταν τα bots δημιουργούν εκατομμύρια πλασματικά streams για συγκεκριμένα τραγούδια, ουσιαστικά κλέβουν χρήματα από τους πραγματικούς μουσικούς που βασίζονται σε αληθινές ακροάσεις.
Οι δικηγόροι του RBX είχαν υποστηρίξει στην αγωγή τους ότι τα μέτρα του Spotify κατά της απάτης είναι απλώς «βιτρίνα» και ότι η εταιρεία δεν έχει πραγματικό κίνητρο να λύσει το πρόβλημα. Σύμφωνα με την πλευρά του ράπερ, η παρουσία εκατομμυρίων ψεύτικων λογαριασμών βοηθά την πλατφόρμα να παρουσιάζει μεγαλύτερη ανάπτυξη, να πουλά περισσότερες διαφημίσεις και να αυξάνει την αξία της για τους μετόχους.
«Όσο περισσότερους χρήστες (συμπεριλαμβανομένων των ψεύτικων λογαριασμών) έχει το Spotify, τόσο περισσότερες διαφημίσεις μπορεί να πουλήσει, τόσο περισσότερα κέρδη μπορεί να αναφέρει η εταιρεία, κάτι που χρησιμεύει στην αύξηση της υποτιθέμενης αξίας που παρέχεται στους μετόχους», ανέφεραν οι νομικοί εκπρόσωποι του καλλιτέχνη.
Η αγωγή εστίασε ιδιαίτερα στον Drake, ο οποίος αναφέρθηκε ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρέβλωσης, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να κατηγορείται προσωπικά για κάποια παράνομη ενέργεια.
«Δισεκατομμύρια δόλιες ακροάσεις έχουν δημιουργηθεί όσον αφορά τα τραγούδια του “πιο δημοφιλούς καλλιτέχνη όλων των εποχών”, Aubrey Drake Graham, επαγγελματικά γνωστού ως Drake», υποστήριξαν οι δικηγόροι του ράπερ.
Η δικαστής Staton, ωστόσο, έκρινε ότι αυτή η μονοδιάστατη εστίαση στον Καναδό καλλιτέχνη αδυνάτισε τη νομική βάση της υπόθεσης, καθώς δεν αποδείχθηκε πώς ακριβώς επηρεάστηκε ο RBX από το φαινόμενο στο σύνολό του.
Από την πλευρά του, το Spotify αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε ολιγωρία, τονίζοντας ότι επενδύει τεράστια ποσά σε συστήματα ανίχνευσης και καταστολής των ψεύτικων ακροάσεων. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι δεν έχει κανένα οικονομικό όφελος από αυτή την πρακτική, η οποία αποτελεί μάστιγα για ολόκληρη τη μουσική βιομηχανία.
Μάλιστα, το Spotify χρησιμοποιεί ως παράδειγμα μία υπόθεση του 2024 στη Βόρεια Καρολίνα, όπου ένας άνδρας έκλεψε 10 εκατομμύρια δολάρια μέσω απάτης με τεχνητή νοημοσύνη, αλλά μόνο 60.000 δολάρια από αυτά προήλθαν από τη δική τους πλατφόρμα.
Η δικαστική απόφαση βασίστηκε επίσης στο γεγονός ότι ο RBX δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της νομικής αμέλειας. Η δικαστής εξήγησε ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι το Spotify είχε νομική υποχρέωση να τον προστατεύσει από τη δραστηριότητα των bots. Επιπλέον, απορρίφθηκε η κατηγορία περί παραβίασης του νόμου της Καλιφόρνιας για τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
«Παρόλο που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το Spotify θα έπρεπε να κάνει περισσότερα, δεν προσδιορίζει τον βαθμό του οικονομικού αντικτύπου που έχουν οι τεχνητές ακροάσεις σε καλλιτέχνες όπως ο ίδιος», έγραψε η Staton στην απόφαση.
«Η αγωγή του ενάγοντος επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις τεχνητές ακροάσεις της μουσικής ενός μόνο καλλιτέχνη, επομένως ο βαθμός στον οποίο ο ίδιος έχει ζημιωθεί από τις τεχνητές ακροάσεις συνολικά παραμένει ασαφής», πρόσθεσε, εξηγώντας τη θέση της.
Η προσωρινή δικαίωση του Spotify δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι πλασματικές ακροάσεις παραμένουν μία ανοιχτή πληγή για το ψηφιακό οικοσύστημα της μουσικής. Όσο η τεχνητή νοημοσύνη και οι αυτοματοποιημένες μέθοδοι εξελίσσονται, τόσο πιο δύσκολος γίνεται ο έλεγχος των δεδομένων που καθορίζουν τα έσοδα των δημιουργών.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και πιο αυστηρά φίλτρα ελέγχου, ώστε οι ανεξάρτητοι καλλιτέχνες να λαμβάνουν τις αμοιβές που πραγματικά τους αναλογούν, μακριά από τη σκιά των ψηφιακών bots.
