Από την επανάσταση της πρόσβασης στην αυτοματοποιημένη μετριότητα, η κουλτούρα του streaming θυσιάζει την ανθρώπινη δημιουργικότητα στον βωμό του κέρδους των αλγορίθμων.
Ο μεσημεριανός ήλιος διαπερνά τα βιτρό της Βαρκελώνης, λούζοντας τα φρέσκα προϊόντα με ένα φάσμα χρωμάτων που μοιάζει με θεϊκή παρέμβαση προκειμένου να ολοκληρωθεί μία πώληση. Στην περίφημη Mercat de la Boqueria, ένας λόφος από ελιές δεν υπήρξε ποτέ πιο μεγαλειώδης. Θα μπορούσε κανείς να περιπλανηθεί για ώρες στους διαδρόμους της χωρίς να αγοράσει απολύτως τίποτα, απορροφώντας απλώς την ατμόσφαιρα.
Φανταστείτε να κάνατε το ίδιο σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ. Η Mercat de la Boqueria είναι ένας ναός αφιερωμένος στον μόχθο των αγροτών, των ναυτικών και των εμπόρων που διαθέτουν τα αγαθά τους κάτω από την περίτεχνη στέγη της. Είναι ένας χώρος σχεδιασμένος ως μία παθιασμένη γιορτή της τροφής στην πιο εξυψωμένη εκδοχή της. Αντίθετα, το σούπερ μάρκετ είναι ένας χώρος καθαρής λειτουργικότητας, σχεδιασμένος για να τον διασχίσετε αποτελεσματικά, εκτελώντας μία στεγνή εμπορική συναλλαγή. Αυτή η διαφορά είναι που διαχωρίζει έναν «τόπο» από ένα «μη-μέρος».
Όταν ο Γάλλος ανθρωπολόγος Marc Augé επινόησε τον όρο «μη-μέρος» (non-place_ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είχε στο μυαλό του χώρους όπως τα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία και τα σούπερ μάρκετ – μέρη που διασχίζουμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητά τους, πέρα από τον σκοπό που εξυπηρετούν. Σήμερα, αυτή η αίσθηση του κενού φαίνεται να έχει καταλάβει τον ψηφιακό κόσμο, και ειδικότερα την πλατφόρμα που άλλαξε τον τρόπο που ακούμε μουσική: το Spotify.
Αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί τη «σκατοποίηση» (enshitification) του διαδικτύου, έναν όρο που εισήγαγε ο Corey Doctorow για να περιγράψει την αναπόφευκτη παρακμή των online πλατφορμών. Η διαδικασία είναι απλή αλλά σκληρή: αρχικά οι πλατφόρμες είναι καλές με τους χρήστες τους, στη συνέχεια τους κακοποιούν για να ευνοήσουν τους επιχειρηματικούς τους πελάτες και, τέλος, κακοποιούν και αυτούς τους πελάτες για να κρατήσουν όλη την αξία για τον εαυτό τους, μέχρι που τελικά πεθαίνουν.
Το Spotify ακολούθησε αυτό το μονοπάτι με μαθηματική ακρίβεια. Για χρόνια, οι καλλιτέχνες κατήγγειλαν την πλατφόρμα, όμως το επιχείρημά τους προσέκρουε σε μία αδιαμφισβήτητη αλήθεια: το Spotify ήταν εκπληκτικό για τους χρήστες. Ήταν τόσο εύχρηστο που ακόμη και το 99,9% των δημιουργών που το επέκριναν, το χρησιμοποιούσαν με ευχαρίστηση στην καθημερινότητά τους.
Κάθε χρόνο, η λειτουργία «Wrapped» ερχόταν να μας υπενθυμίσει την αποτελεσματικότητά του: «Άκουσες 23.396 διαφορετικούς καλλιτέχνες φέτος». Καμία άλλη πλατφόρμα, όπως ένας ραδιοφωνικός σταθμός, δεν θα μπορούσε να δώσει χώρο σε τόσους πολλούς μουσικούς να ακουστούν από τις μάζες. Παρά το γεγονός ότι οι απολαβές για τους καλλιτέχνες ήταν πενιχρές, εκατομμύρια νέοι συνδρομητές εντάσσονταν στην πλατφόρμα, καθώς σε περιόδους οικονομικής κρίσης είναι πολύ πιο εύκολο να παραμερίσεις την ηθική ανησυχία για τη στήριξη των δημιουργών όταν κάθε τραγούδι που αγάπησες απέχει μόνο ένα κλικ.
Ωστόσο, το μοντέλο του Spotify ήταν εξαρχής προβληματικό, καθώς βασιζόταν στις ίδιες δισκογραφικές εταιρείες και τους δημιουργούς που προσπαθούσε να υποσκελίσει. Ήδη από το 2008, οι μεγάλες δισκογραφικές όπως η Sony BMG, η Universal Music, η Warner Music και η EMI απέκτησαν μερίδια στην πλατφόρμα για ένα εξευτελιστικό ποσό.
Ο Daniel Ek, ιδρυτής της εταιρείας, αντέκρουε τις κατηγορίες δηλώνοντας πως αν οι καλλιτέχνες δεν πληρώνονταν αρκετά, η ευθύνη βάρυνε τις εταιρείες τους και όχι την πλατφόρμα. Ακόμη και ο Magnus Uggla, ο πρώτος σημαντικός καλλιτέχνης που απέσυρε τη μουσική του το 2009, κατηγόρησε τη Sony ότι συμπεριφερόταν χειρότερα από το Pirate Bay.
Φτάσαμε όμως στο σημείο όπου το παιχνίδι της «σκατοποίησης» απέδωσε τους καρπούς του με τη μορφή του συγκροτήματος Velvet Sundown. Πρόκειται για ένα δημιούργημα τεχνητής νοημοσύνης που συγκεντρώνει εκατομμύρια ακροάσεις, παρά το γεγονός ότι έχει αποκαλυφθεί η μη ανθρώπινη φύση του.
Το Spotify επιτρέπει την ύπαρξή του επειδή η πολιτική του απαγορεύει περιεχόμενο τεχνητής νοημοσύνης μόνο όταν αυτό απομιμείται έναν συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Οι Velvet Sundown, μιμούμενοι χιλιάδες καλλιτέχνες ταυτόχρονα, παραμένουν στην πλατφόρμα, αποφέροντας κέρδη χωρίς την ανάγκη ύπαρξης πραγματικών ανθρώπων.
Η τραγωδία δεν είναι μόνο η πιθανή κατάρρευση του Spotify, αλλά το πώς μετέτρεψε τη μουσική κουλτούρα σε ένα «μη-μέρος». Το ανθρώπινο στοιχείο απουσιάζει πλέον από την πλατφόρμα. Αυτό που κάποτε ήταν ένας παλλόμενος κόμβος ανακάλυψης, έχει μετατραπεί σε μία συλλογή από λίστες αναπαραγωγής που έχουν δημιουργεί από αλγορίθμους προωθούν ανύπαρκτους δημιουργούς για χρήστες που απλώς πατούν το «play» στην αρχή της ημέρας τους. Η μουσική έγινε ένα εργαλείο παθητικής λειτουργικότητας, το σούπερ μάρκετ της παγκόσμιας ηχητικής κουλτούρας.
Η κουλτούρα πρέπει να είναι ένας τόπος παθιασμένης δημιουργίας για το καλό της κοινωνίας, όχι ένα «μη-μέρος» παθητικού scrolling και κέρδους για λίγους.
Η μουσική κουλτούρα αξίζει να είναι μία Mercat de la Boqueria, όπου οι μάζες περιπλανώνται με δέος, γιορτάζοντας την ανυπότακτη ανθρώπινη δημιουργικότητα, ακόμη και αν δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τίποτα καθώς τη διασχίζουν. Το Spotify, δυστυχώς, τη μετέτρεψε σε έναν απρόσωπο διάδρομο σούπερ μάρκετ γεμάτο με πρόχειρο, αυτοματοποιημένο περιεχόμενο.
