Μια γλυκόπικρη ωδή στις μικρές επανεκκινήσεις με τη φωνή του Σπύρου Γραμμένου.
Υπάρχει μία στιγμή, λίγο πριν γυρίσει η σελίδα του ημερολογίου, όπου οι υποσχέσεις ψιθυρίζονται σιγανά, σαν να φοβούνται μην τις ακούσει η πραγματικότητα. Εκεί, στα σύνορα ανάμεσα στο χθες και στο αύριο, γεννιέται το τραγούδι «Αυτή Τη Χρονιά». Με τη φωνή του Σπύρου Γραμμένου να ακουμπά στις λέξεις και τους στίχους και τη μουσική του Νάσου Αρώνη να πλάθουν έναν κύκλο ελπίδας, το κομμάτι δεν περιγράφει απλώς ένα νέο ξεκίνημα. Το σκηνοθετεί. Το φωτίζει. Το διεκδικεί, με την ευαισθησία μιας εξομολόγησης και τη θέρμη ενός μικρού προσωπικού όρκου.
Το τραγούδι ξεδιπλώνεται πρώτα χαμηλόφωνα, με μία γλυκιά μπλουζ ατμόσφαιρα που θυμίζει βραδινό δωμάτιο, τριγυρισμένο από μουσικές σκιές και άγραφες υποσχέσεις. Σιγά – σιγά, όμως, ανοίγει σαν γιορτή. Τα πνευστά κάνουν την είσοδό τους, τα κρουστά ανάβουν σαν σπίθες, και η μουσική φτάνει σε ένα πανηγυρικό φινάλε, σαν να περνά από κάτω μία μικρή μπάντα του δρόμου στην καρδιά της Αθήνας.
Ανάμεσα στα μέτρα, χωρούν οι προθέσεις που όλοι κάποτε διατυπώσαμε: να αλλάξουμε, να γίνουμε καλύτεροι, να πιάσουμε το νόημα που μας ξεφεύγει. Ο Σπύρος Γραμμένος δεν τραγουδά απλώς, αλλά μοιάζει σαν να κρατά την άκρη από ένα νήμα που ο ακροατής έχει ήδη μέσα στις παλάμες του.
Το «Αυτή Τη Χρονιά» είναι το πρώτο single από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ του Νάσου Αρώνη, και σηματοδοτεί μία νέα συνάντηση των δύο δημιουργών μετά το αγαπημένο «Τα Μπλουζ Της Δευτέρας».
Μόνο που εδώ, οι Δευτέρες δεν είναι βαριές. Είναι μία ευκαιρία επανεκκίνησης: κάποια γενέθλια, μία μετακόμιση, η αρχή της σχολικής χρονιάς, ένα τέλος – ακόμη κι εκείνο μιας σχέσης, που συχνά μοιάζει με μικρό πένθος, αλλά κρύβει μία άδηλη υπόσχεση να ξαναβρούμε τον ρυθμό μας. Και γιατί όχι, ακόμη και μία αποτυχία: το άβολο αλλά ανεκτίμητο σημείο όπου καταλαβαίνεις τι θέλεις να αφήσεις πίσω και προς τα πού να στραφείς.
Ο Νάσος Αρώνης χτίζει μία μουσική διαδρομή που μεταμορφώνεται μπροστά σου. Η ενορχήστρωση επιτρέπει στην αφήγηση να ανασάνει: η ηλεκτρική κιθάρα του Γιώργου Καρδιανού ζωγραφίζει την πρώτη μελωδική γραμμή, το ηλεκτρικό μπάσο του Γιώργου Μπουλντή ριζώνει το κομμάτι στη γη, ενώ τα ντραμς του Σωτήρη Μαυρονάσιου χειρίζονται τη μετάβαση από την εξομολογητική νύχτα στη λουσμένη στο φως ημέρα.
Στο πιάνο και στο Hammond, ο George Gaudy υπογράφει εκείνη τη ζεστασιά που κάνει τον ακροατή να μένει, ενώ τα πνευστά του Χρήστου Καλκάνη –σαξόφωνο και κλαρινέτο–, μαζί με την ενορχήστρωση πνευστών που φέρει την υπογραφή του, ανεβάζουν τη θερμοκρασία, σαν να καλούν τη γειτονιά να βγει στα μπαλκόνια.
Το θεματικό κέντρο του τραγουδιού είναι απλό και πανίσχυρο: τι υπόσχεσαι στον εαυτό σου όταν κανείς δεν σε ακούει. Το «Αυτή Τη Χρονιά» δεν υπόσχεται θαύματα, παρ’ ότι τα ονοματίζει. Περισσότερο σε βάζει στη θέση να μετρηθείς με τις μικρές σου αδυναμίες: «αυτή τη χρονιά θα πάψω να στέλνω μηνύματα όταν μεθάω», ακούγεται, σαν μία ομολογία που όλοι αναγνωρίζουμε.
Κι έπειτα η ευχή μεγαλώνει, φλερτάρει με το ανέφικτο: «αυτή τη χρονιά θα γίνει ένα θαύμα και δε θα πεθάνει κανείς». Είναι αυτή η κίνηση, από το απολύτως προσωπικό στο σχεδόν ουτοπικό, που δίνει στο τραγούδι την ιδιαίτερη δύναμή του. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν επειδή το αποφασίζουν ένα βράδυ, αλλάζουμε επειδή, κάποιες νύχτες, χρειαζόμαστε να το πούμε δυνατά για να θυμηθούμε από πού ξεκινάμε.
Ο Σπύρος Γραμμένος, με τη χαρακτηριστική του ερμηνευτική ντομπροσύνη, δεν ωραιοποιεί. Σκηνοθετεί μία γλυκιά ειρωνεία που δεν ακυρώνει, αλλά αγκαλιάζει την ατέλεια.
Στην ερμηνεία του υπάρχει κάτι το οικείο, σαν φιλικό χτύπημα στον ώμο: το τραγούδι επιτρέπει να γελάσεις λίγο με τον εαυτό σου, να συγκινηθείς, να προχωρήσεις χωρίς να απαιτείς από τη ζωή να γίνει άψογη.
Στο φινάλε, όταν τα πνευστά ξεχειλίζουν και τα κρουστά κάνουν την καρδιά να χτυπήσει ένα κλικ γρηγορότερα, νιώθεις την ανακούφιση: δεν είσαι ο μόνος που δοκιμάζει ξανά. Μια μικρή παρέλαση ατελών, επίμονων ανθρώπων περνάει νοερά μπροστά σου – και αυτό, από μόνο του, μοιάζει με θαύμα.
Οι στίχοι στήνονται πάνω σε εικόνες που ανασαίνουν: η εργασιακή τάξη που επιτέλους έρχεται, βαλίτσες που περιμένουν στην πόρτα, βραδινά μηνύματα που δεν πρέπει να φύγουν και «τελίτσες» που κάποτε θα ενωθούν.
«Αυτή τη χρονιά θα πιάσω το νόημα που μου ξεφεύγει καιρό», τραγουδά ο Σπύρος Γραμμένος και συμπυκνώνει την αγωνία μιας ολόκληρης εποχής που τρέχει να προλάβει τον εαυτό της. Αυτές οι λέξεις, παρότι ελαφριές μέσα στη μελωδία, πέφτουν βαριά και τρυφερά μαζί – σαν να γράφεις σε καθαρό τετράδιο την πρώτη πρόταση και να φοβάσαι μην τη μουτζουρώσεις.
Υπάρχει κάτι παρηγορητικό στον τρόπο που το κομμάτι συνομιλεί με τα μεγάλα και τα μικρά μας «πότε». Η νέα χρονιά, τα γενέθλια, η μετακόμιση, το πρώτο κουδούνι του Σεπτέμβρη, το τέλος μιας σχέσης, ακόμη και η αποτυχία που σε επαναφέρει στη βάση σου – όλα γίνονται εδώ αφετηρίες.
Όχι επειδή υπόσχονται αστραπιαίες μεταμορφώσεις, αλλά γιατί μας θυμίζουν ότι οι αρχές δεν εκδίδονται μόνο ημερολογιακά. Μπορούν να σκάσουν μύτη ένα απόγευμα Τετάρτης, σε μία στάση λεωφορείου, μέσα σε ένα τραγούδι που αλλάζει ρυθμό και σου λέει να κάνεις ένα βήμα μπροστά.
Ως πρώτο σήμα από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ του Νάσου Αρώνη, το «Αυτή Τη Χρονιά» στέκεται σαν χάρτης προθέσεων. Υπόσχεται μία μουσική γλώσσα που απλώνεται, αλλά δεν θορυβεί, που ξέρει πότε να είναι υπόγεια και πότε να ξεσπά. Η επιστροφή στη συνεργασία με τον Σπύρο Γραμμένο, μετά «Τα Μπλουζ Της Δευτέρας», δεν δείχνει απλώς συνέπεια. Δείχνει εμπιστοσύνη: σε έναν ερμηνευτή που μπορεί να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη δηκτικότητα, στο προσωπικό και το οικουμενικό.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη επιτυχία του τραγουδιού: δεν νουθετεί, δεν καταλογίζει, δεν κουνά το δάχτυλο. Σου προσφέρει μία γλώσσα, σχεδόν παιχνιδιάρικη, για να πεις αυτά που θες να γίνουν χωρίς να ντραπείς για το πόσο ανθρώπινα ασταθής είσαι. Όταν η μουσική στο τέλος πλημμυρίζει, όταν τα πνευστά παρασύρουν τα πάντα σε μία μικρή αστική αποθέωση, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η χρονιά δεν είναι ο χρόνος που θα σε σώσει. Εσύ θα τον σώσεις, αν του δώσεις νόημα.
Σε μία εποχή που οι μεγάλες βεβαιότητες έχουν ξεθωριάσει, το «Αυτή Τη Χρονιά» προτείνει τη μικρή επανάσταση: να επιμείνεις. Να δοκιμάσεις ξανά. Να επανεφεύρεις τον εαυτό σου με τα μέσα που έχεις – μία κιθάρα που σιγοσέρνεται, ένα πιάνο που ανοίγει ένα παράθυρο, μία φωνή που δεν φοβάται να παραδεχτεί ότι ακόμη ψάχνει.
Στο τέλος της ακρόασης, μπορεί να μην έχεις αλλάξει. Αλλά έχεις βρει λέξεις για να κάνεις χώρο στην αλλαγή. Και αυτό, όπως ξέρει κάθε άνθρωπος που κάποτε υποσχέθηκε κάτι στον εαυτό του, είναι η μισή διαδρομή.
Αν κάπου, μέσα στα φώτα της πόλης, ακούσεις μία άτακτη μπάντα να περνά, μπορεί να είναι απλώς το τραγούδι που ξαναθυμάται να ελπίζει. Να εύχεται, να γελά με την αδεξιότητα, να βάζει την καρδιά σε ρυθμό. Αυτή τη χρονιά – όχι την επόμενη, ούτε την τέλεια – τη χρονιά που ξεκινά όπως όλα τα ωραία: ήσυχα, για να σε βρει έτοιμο όταν ξεσπάσει η μουσική.
