Από τον πειραματισμό της Björk μέχρι την ωμή ειλικρίνεια του Kid Cudi, ο Travis Scott ξετυλίγει το νήμα της μουσικής του διαδρομής σε μία εξομολόγηση που ξεπερνά τα όρια των ειδών.
Η μουσική για τον Travis Scott δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό ακουστικό υπόβαθρο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει μαζί του, διαμορφώνοντας την αισθητική και την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Σε μία εκτενή αναδρομή στις ηχητικές του ρίζες για λογαριασμό του Rolling Stone, ο καλλιτέχνης που κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τον ήχο της σύγχρονης hip-hop, μοιράζεται τις δέκα πιο καθοριστικές στιγμές της δισκοθήκης του. Δεν πρόκειται απλώς για μία λίστα αγαπημένων κομματιών, αλλά για έναν οδικό χάρτη που εξηγεί πώς ένα παιδί από το Χιούστον μετέτρεψε τις επιρροές από την ηλεκτρονική σκηνή, την εναλλακτική rock και την ψυχεδέλεια σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο.
Η αρχή αυτού του ταξιδιού βρίσκεται σε ένα μάλλον απροσδόκητο σημείο: στον πειραματικό ήχο του Aphex Twin και το κομμάτι «Cow Cud Is a Twin». Ο Travis Scott θυμάται με νοσταλγία τα μαθητικά του χρόνια, όταν ανακάλυψε τον Βρετανό δημιουργό μέσα από τα οπτικά αριστουργήματα του Chris Cunningham. Μαζί με έναν φίλο που λάτρευε την punk και τη γκαράζ μουσική, βυθίστηκε σε έναν κόσμο όπου ο ήχος δεν είχε όρια.
Αυτή η πρώιμη επαφή με το αφηρημένο και το πρωτοποριακό φαίνεται πως έθεσε τις βάσεις για τις περίπλοκες παραγωγές που χαρακτηρίζουν σήμερα το δικό του έργο, αποδεικνύοντας ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει από τις πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες γωνιές της τέχνης.
Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του, ο ράπερ στέκεται με δέος μπροστά στην Björk και το εμβληματικό «Wanderlust» από το άλμπουμ «Volta». Η εμπειρία της πρώτης φοράς που είδε το μουσικό βίντεο του κομματιού ήταν, όπως ο ίδιος περιγράφει, συγκλονιστική. «Μου κατέστρεψε τη μέρα με την καλή έννοια. Δεν έγινε τίποτα άλλο. Ήμουν σε φάση “τι στο καλό συμβαίνει;”», εξομολογείται.
Παρόλο που γνώριζε το όνομα της Ισλανδής καλλιτέχνιδας, το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν εκείνο που τον μετέτρεψε σε ορκισμένο θαυμαστή της, μπολιάζοντας τη σκέψη του με την ανάγκη για οπτική και ηχητική υπέρβαση.
Ένας από τους καλλιτέχνες που κατέχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά του είναι ο Justin Vernon των Bon Iver. Το κομμάτι «33 God» αποτελεί για τον Scott ένα μνημείο δημιουργικότητας, ενώ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τον Vernon ως «έναν από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες που έζησαν ποτέ».
Η συνεργασία τους στο άλμπουμ «Utopia» δεν ήταν μία τυχαία επιλογή, αλλά η υλοποίηση ενός ονείρου που ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία. Ο Scott προτρέπει τους ακροατές του να «βουτήξουν» στο «Utopia», τονίζοντας ότι εκεί κρύβονται πολλοί από τους ανθρώπους που τον ενέπνευσαν από την πρώτη στιγμή που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική.
Η λίστα παίρνει μία πιο εξωστρεφή τροπή με το «We Are Young» των Fun. Για τον Travis Scott, αυτό το τραγούδι αποτελεί μία συλλογική εμπειρία που ένωσε τον κόσμο σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
«Νιώθω ότι όλοι το άκουσαν την ίδια στιγμή. Πιστεύω ότι αυτό το τραγούδι είναι το απόγειο της ψυχής του καθενός — ο ρυθμός, τα πάντα, είναι το πώς νιώθουν όλοι μόλις δύει ο ήλιος» αναφέρει χαρακτηριστικά. Είναι αυτή η ικανότητα της μουσικής να αποτυπώνει το συναίσθημα της στιγμής που τον γοητεύει και τον ωθεί να αναζητά την ίδια ένταση στις δικές του συνθέσεις.
Η γνωριμία του με τον James Blake στο Λος Άντζελες υπήρξε επίσης καθοριστική. Το «Retrograde» δεν είναι απλώς ένα τραγούδι που του αρέσει, αλλά μία απόδειξη της ιδιοφυΐας ενός ανθρώπου που θαυμάζει βαθιά. «Τα πάντα που κάνει, από τις ζωντανές του εμφανίσεις, τον τρόπο που φτιάχνει μουσική, τους ρυθμούς του, τα φωνητικά, τα πάντα — ο τύπος είναι ιδιοφυΐα» δηλώνει με θαυμασμό. Η εκτίμηση αυτή είναι αμοιβαία, καθώς η συνεργασία τους έχει χαρίσει μερικές από τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές της πρόσφατης μουσικής ιστορίας.
Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει ο Kanye West, με τον Travis Scott να χαμογελά στο άκουσμα του «Can’t Tell Me Nothing». Το συγκεκριμένο κομμάτι θεωρεί ότι ενσαρκώνει την ορμή κάθε ανθρώπου, ανεξαρτήτως ηλικίας, που διαθέτει πνεύμα και έναν στόχο που θέλει να κατακτήσει. Είναι ένας ύμνος στην αυτοπεποίθηση και την επιμονή, στοιχεία που ο ίδιος ο Scott χρειάστηκε να επιστρατεύσει πολλές φορές στην καριέρα του.
Ίσως όμως η πιο βαθιά συναισθηματική σύνδεση να εντοπίζεται στο «Soundtrack 2 My Life» του Kid Cudi. Ακούγοντάς το για πρώτη φορά ενώ ήταν ακόμα στο λύκειο, ο Scott ένιωσε μία αδελφική σύνδεση με τον δημιουργό του.
Η ειλικρίνεια του Kid Cudi και η ανταπόκριση του κοινού σε αυτήν του έδωσαν το θάρρος να αφηγηθεί τη δική του προσωπική ιστορία. «Ήμουν σε φάση, εντάξει, ο κόσμος ελπίζω να καταλάβει τι έχω — την ιστορία που πρέπει να πω» θυμάται. Παράλληλα, οι Portishead και το «Western Eyes» τον έβαλαν σε σκέψεις για το γιατί οι ράπερ δεν πειραματίζονται με τέτοιου είδους ήχους, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην παραγωγή του.
Προς το τέλος της αναδρομής του, ο Scott στρέφεται στο δικό του παρελθόν και το «Impossible» από το άλμπουμ «Rodeo» του 2015. Παρομοιάζει το κομμάτι με μία κατάσταση απόλυτης απελευθέρωσης, μία αίσθηση που οι άνθρωποι κυνηγούν επίμονα. «Όταν ακούω αυτό το πράγμα, είναι σαν την εκτόνωση που παίρνω» αναφέρει, αναγνωρίζοντας τη θεραπευτική δύναμη της δικής του δημιουργίας.
Το κλείσιμο ανήκει δικαιωματικά στις ρίζες του. Το «Mo City Don» του Z-Ro είναι για τον Travis Scott ο «εθνικός ύμνος» της περιοχής από την οποία κατάγεται. Ως γέννημα θρέμμα του Χιούστον, δεν ξεχνά ποτέ τον θρύλο του Μιζούρι Σίτι. «Είναι ένας θρύλος του Μο Σίτι. Μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό» καταλήγει, τιμώντας την παράδοση που τον διαμόρφωσε.
Μέσα από αυτές τις δέκα επιλογές, ο Travis Scott δεν παρουσιάζει απλώς έναν κατάλογο τραγουδιών, αλλά την ίδια του την ουσία. Είναι ένας καλλιτέχνης που τρέφεται από την ποικιλομορφία, που δεν φοβάται να ευάλωτος και που αναζητά διαρκώς το επόμενο ηχητικό σύνορο. Αυτό το soundtrack της ζωής του είναι η απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη γεννιέται εκεί που η προσωπική εμπειρία συναντά την παγκόσμια μουσική κληρονομιά, δημιουργώντας κάτι εντελώς νέο και αδιαμφισβήτητα αυθεντικό.
