Η απόπειρα της νεοφυούς εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης Suno να νομιμοποιήσει τη μηχανή της μέσα από επιλεκτικές συμφωνίες με τη βιομηχανία προσκρούει στη δικαιοσύνη, με τους δύο μεγαλύτερους δισκογραφικούς κολοσσούς, Universal Music Group και Sony Music, να καταγγέλλουν μαζικό ξέπλυμα κλοπής.
Η Universal Music Group και η Sony Music Entertainment κατέθεσαν την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου νέα αγωγή εναντίον της Suno στο Περιφερειακό Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Περιφέρεια της Μασαχουσέτης. Οι δύο δισκογραφικές εταιρείες, μαζί με θυγατρικές τους εταιρείες, πρόσθεσαν δεκάδες χιλιάδες τραγούδια στη συνεχιζόμενη δικαστική μάχη. Στο 45σελιδο δικόγραφο υποστηρίζουν ότι το νέο μοντέλο της εταιρείας αποτελεί απλώς τον καρπό ενός βαθιά μολυσμένου συστήματος.
Η νέα αγωγή έρχεται μόλις μία εβδομάδα αφότου η Suno παρουσίασε το νέο της μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο αναπτύχθηκε σε συνεργασία με μεγάλες μουσικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της Warner Music Group, της BMG και της Believe. Η εταιρεία τεχνολογίας προέβαλε αυτή τη σύμπραξη ως έναν τρόπο προκειμένου η τεχνητή νοημοσύνη και η μουσική βιομηχανία να προχωρήσουν μαζί μπροστά.
Ωστόσο, οι δύο ισχυρότεροι παίκτες της παγκόσμιας δισκογραφίας ξεκαθάρισαν ότι δεν έχουν καμία πρόθεση να ακολουθήσουν αυτό το μονοπάτι. Στη νέα τους καταγγελία πρόσθεσαν 60.202 συγκεκριμένες ηχογραφήσεις — ένας αριθμός που συνολικά ξεπερνά τα 61.000 τραγούδια — υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι αυτό το σύνολο αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος των συνολικών δικαιωμάτων που έχουν παραβιαστεί.
Οι δύο εταιρείες υποστηρίζουν ότι η Suno παραμένει ένα θεμελιωδώς παράνομο προϊόν ακόμα και μετά την κυκλοφορία του νέου της εργαλείου. «Η μαζική κλοπή της Suno απειλεί ολόκληρο το μουσικό οικοσύστημα και τους πολυάριθμους ανθρώπους που απασχολούνται σε αυτό», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ενάγοντες στο κείμενο της αγωγής.
Συνεχίζοντας την επίθεσή τους, οι εταιρείες στάθηκαν στη διάβρωση των θεμελιωδών καλλιτεχνικών δικαιωμάτων. «Υποβαθμίζει επίσης τα δικαιώματα των καλλιτεχνών να ελέγχουν τα τραγούδια τους, να καθορίζουν αν οι μελλοντικές χρήσεις τους ευθυγραμμίζονται με τις αισθητικές και προσωπικές τους αξίες και να αποφασίζουν με ποια προϊόντα ή υπηρεσίες επιθυμούν να συνδεθούν», τονίζουν οι δισκογραφικοί κολοσσοί.
Η αγωγή στρέφεται επίσης κατά της αντίληψης ότι η ανθρώπινη δημιουργία μπορεί να λεηλατείται χωρίς κανόνες στο όνομα της καινοτομίας. «Και διαχέει την καταστροφική θεωρία ότι η μουσική που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα είναι ελεύθερη προς λεηλασία κάθε φορά που μία νέα τεχνολογία ισχυρίζεται ότι η αναζήτηση και η εξασφάλιση άδειας είναι υπερβολικά περίπλοκη», υπογραμμίζεται στο δικόγραφο.
Το επίκεντρο της νέας διαμάχης εστιάζει στην οικογένεια μοντέλων «v6» που αποκάλυψε η Suno, η οποία ισχυρίστηκε ότι δεν θα υποστηρίζει πλέον παλαιότερες εκδόσεις που βασίστηκαν σε υλικό χωρίς άδεια. Οι ενάγοντες αποκαλύπτουν ωστόσο ότι το «v6» εκπαιδεύτηκε πάνω στα αποτελέσματα και στις αλληλεπιδράσεις των χρηστών με τα προηγούμενα, παράνομα μοντέλα της, μία πρακτική γνωστή στον κλάδο ως χρήση συνθετικών δεδομένων.
«Η εκπαίδευση ενός “νέου” μοντέλου πάνω στα αποτελέσματα ενός μοντέλου που παραβιάζει πνευματικά δικαιώματα δεν εξαλείφει την παραβίαση, αλλά την ξεπλένει», σημειώνουν οι εταιρείες. «Το v6 δεν αποτελεί ένα νέο ξεκίνημα. Είναι ο καρπός του ίδιου δηλητηριασμένου δέντρου», προσθέτουν, εξηγώντας ότι η ανάπτυξή του συνεχίζει την παράνομη εκμετάλλευση της μουσικής τους.
Στο στόχαστρο της αγωγής βρέθηκαν επανειλημμένα και οι δημόσιες τοποθετήσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Suno, Mikey Shulman. Οι ενάγοντες επικαλούνται συνέντευξή του στο podcast «On The Record» του Billboard, όπου ο ίδιος αναφέρθηκε στη χρήση των αλληλεπιδράσεων των χρηστών για την εκπαίδευση του συστήματος, αλλά και παλαιότερο προκλητικό σχόλιό του, σύμφωνα με το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν απολαμβάνουν τη διαδικασία παραγωγής μουσικής.
Η απάντηση των δισκογραφικών εταιρειών σε αυτή τη λογική υπήρξε καταιγιστική. «Ο χρόνος, η εξάσκηση και η δεξιότητα που χλευάζει ο κύριος Shulman είναι ακριβώς όσα υπάρχει ο νόμος περί πνευματικών δικαιωμάτων για να ενθαρρύνει και να ανταμείβει», αναφέρουν οι εταιρείες.
«Ολόκληρη η επιχείρηση της Suno είναι χτισμένη πάνω σε μία αντίφαση: απορρίπτει τον ανθρώπινο κόπο της μουσικής ως ένα εμπόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί τεχνολογικά, ενώ ταυτόχρονα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις ηχογραφήσεις που αποτελούν προϊόν αυτού ακριβώς του κόπου για να φτιάξει το προϊόν της εξαρχής», συμπληρώνουν οι δικηγόροι των εναγόντων.
Η Universal Music Group, η Sony Music Entertainment και η Warner Music Group είχαν καταθέσει από κοινού παρόμοια αγωγή κατά της Suno τον Ιούνιο του 2024. Τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, η Warner επέλεξε να προχωρήσει σε συμβιβασμό, παραχωρώντας άδεια χρήσης του καταλόγου της στην πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης, ωστόσο οι άλλες δύο εταιρείες συνέχισαν τη δικαστική διαμάχη, η οποία παραμένει ανοιχτή.
Όλες οι σχετικές υποθέσεις περιστρέφονται γύρω από το κρίσιμο ζήτημα της εκπαίδευσης των αλγορίθμων μέσω εκατομμυρίων υπαρχόντων έργων χωρίς άδεια. Συγγραφείς, εφημερίδες, εικαστικοί, κινηματογραφικά στούντιο και δισκογραφικές εταιρείες έχουν κινηθεί νομικά κατά εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης, κάνοντας λόγο για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων σε βιομηχανική κλίμακα, την ώρα που οι εταιρείες τεχνολογίας ισχυρίζονται ότι οι πράξεις τους καλύπτονται από τη νομική εξαίρεση της θεμιτής χρήσης.
Ωστόσο, η Universal και η Sony υποστηρίζουν ότι η Suno κατέστρεψε μόνη της τη βασική υπερασπιστική της γραμμή υπογράφοντας τις πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες. Ενώ η πλατφόρμα ισχυριζόταν επί χρόνια ότι δεν υπήρχε αγορά αδειοδότησης δεδομένων εκπαίδευσης, η καταβολή χρημάτων σε ανταγωνιστικές δισκογραφικές ανατρέπει πλήρως αυτό το επιχείρημα. «Η Suno δεν μπορεί πλέον να αρνηθεί αξιόπιστα την ύπαρξη μιας αγοράς στην οποία αποτελεί πλέον έναν τακτικό, πληρωμένο συμμετέχοντα», υπογραμμίζεται στη μήνυση.
Η εταιρεία τεχνολογίας, η οποία δεν σχολίασε άμεσα τη νέα αγωγή, έχει παραδεχθεί στο παρελθόν ότι συνέλεξε δεδομένα από δημόσιες πηγές όπως το YouTube και το Deezer. Παράλληλα, τα στελέχη της υποστηρίζουν ότι τα μεταδεδομένα εκπαίδευσης δεν περιλαμβάνουν ονόματα μουσικών, δεν μπορούν να αναπαράγουν αυτούσιο υλικό και ότι καταβάλλουν προσπάθειες για να αποτρέψουν τη μίμηση γνωστών φωνών.
Η πίεση προς τη νεοφυή επιχείρηση κλιμακώνεται από πολλαπλά μέτωπα. Τον περασμένο μήνα, ο ανεξάρτητος εκδότης μουσικής Round Hill Music κατέθεσε αγωγή διεκδικώντας αποζημίωση ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, ενώ ο μουσικός Jason Isbell τέθηκε επικεφαλής μιας συλλογικής αγωγής κατηγορώντας την πλατφόρμα ότι επιτρέπει στους χρήστες να παράγουν τραγούδια βασισμένα στις ταυτότητες καλλιτεχνών χωρίς τη συναίνεσή τους.
Την ίδια στιγμή, η Universal Music Group ακολουθεί μία εξαιρετικά επιθετική νομική τακτική σε ολόκληρο το τεχνολογικό τοπίο, έχοντας στραφεί δικαστικά εναντίον της εταιρείας Anthropic, αλλά και κατά του ψηφιακού διανομέα DistroKid, τον οποίο κατηγόρησε ότι πλημμυρίζει την αγορά με έναν αγωγό ψηφιακών αποβλήτων τεχνητής νοημοσύνης.
Οι μοναδικές συμφωνίες αδειοδότησης που έχει συνάψει η Universal περιορίζονται αυστηρά σε περιβάλλοντα όπου τα παραγόμενα τραγούδια παραμένουν κλειδωμένα εντός των εφαρμογών, όπως στην ανταγωνίστρια Udio, στα νέα εργαλεία remixing του Spotify και στην εφαρμογή Hook.
Στο Περιφερειακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, οι ενάγοντες ζητούν πλέον από τους δικαστές να αναγνωρίσουν επίσημα την παραβίαση των δικαιωμάτων τους, να επιδικάσουν τις προβλεπόμενες από τον νόμο αποζημιώσεις και να υποχρεώσουν την εταιρεία να καλύψει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Η νέα δικαστική σύγκρουση καθιστά σαφές ότι τα όρια ανάμεσα στην ψηφιακή καινοτομία και την παράνομη οικειοποίηση ανθρώπινου κόπου παραμένουν αγεφύρωτα. Όσο η τεχνητή νοημοσύνη επιχειρεί να οικοδομήσει το μέλλον της ανακυκλώνοντας παράνομα το παρελθόν της μουσικής, η ανθρώπινη δημιουργία θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την αξία της στις δικαστικές αίθουσες.
