«Αρμέξτε τη μουσική μου για όσο αξίζει», ήταν η εντολή που έδωσε η Sinéad O’Connor στα παιδιά της.
Στη δημοσιότητα ήρθε η διαθήκη της Sinéad O’Connor.
Η είδηση του θανάτου της εμβληματικής Ιρλανδής τραγουδίστριας στις 26 Ιουλίου 2023, σε ηλικία 56 ετών, συγκλόνισε την παγκόσμια μουσική σκηνή.
Ο θάνατός της αποδόθηκε αργότερα σε έναν συνδυασμό άσθματος και χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ). Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε στην ιρλανδική πόλη Bray τον Αύγουστο του 2023, με προσωπικότητες όπως ο Bob Geldof και ο Bono να αποτίουν φόρο τιμής στην εξόδιο ακολουθία.
Έγγραφα από το ιρλανδικό πρωτοδικείο, που περιήλθαν στην κατοχή της εφημερίδας The Sun, έφεραν στο φως λεπτομέρειες σχετικά με τη διαθήκη της Sinéad O’Connor.
Σύμφωνα με τα έγγραφα, η τραγουδίστρια άφησε στην οικογένειά της 1,4 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, με τον πρώην σύζυγό της, μουσικό παραγωγό John Reynolds, να ορίζεται ως εκτελεστής της διαθήκης.
Τα ιρλανδικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι η συνολική αξία της περιουσίας της Sinéad O’Connor ανερχόταν σε 1,7 εκατομμύρια λίρες στερλίνες, η οποία μειώθηκε σε 1,4 εκατομμύρια λίρες στερλίνες μετά την αφαίρεση χρεών, εξόδων κηδείας και νομικών αμοιβών.
Η διαθήκη, η οποία υπογράφηκε το 2013, πριν από τη μεταστροφή της στον Ισλαμισμό, περιλαμβάνει μία σημαντική οδηγία σχετικά με τη διαχείριση της μουσικής της κληρονομιάς.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της διαθήκης είναι η ρητή οδηγία της Sinéad O’Connor προς τα παιδιά της σχετικά με την κυκλοφορία των άλμπουμ της μετά τον θάνατό της.
Η τραγουδίστρια, η οποία πούλησε 6,2 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως κατά τη διάρκεια της καριέρας της, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Δίνω οδηγία ότι μετά τον θάνατό μου, και κατά την κρίση οποιουδήποτε από τα παιδιά μου που είναι τότε άνω των 18 ετών, τα άλμπουμ μου να κυκλοφορήσουν έτσι ώστε να “αρμέξουν” για όσο αξίζει».
Αυτή η φράση ερμηνεύεται ως μία εντολή προς τα παιδιά της να αξιοποιήσουν στο έπακρο τη μουσική κληρονομιά της, κυκλοφορώντας άλμπουμ και εκμεταλλευόμενοι εμπορικά το έργο της μετά τον θάνατό της.
Η οδηγία αυτή, γραμμένη με τη χαρακτηριστική ωμότητα και ειλικρίνεια της Sinéad O’Connor, αποκαλύπτει μία πρακτική προσέγγιση στη διαχείριση της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της και μία επιθυμία να εξασφαλίσει οικονομικά τα παιδιά της μέσω της μουσικής της.
Η διαθήκη, η οποία όπως προαναφέρθηκε υπογράφηκε το 2013, πριν από τη μεταστροφή της Sinéad O’Connor στον Ισλαμισμό το 2018, περιλαμβάνει επίσης θρησκευτικές επιθυμίες και οδηγίες για την ταφή της.
Σύμφωνα με το έγγραφο, η τραγουδίστρια ζήτησε να ταφεί φορώντας ιερατικά ρούχα και έχοντας μαζί της μία Εβραϊκή Βίβλο και το άλμπουμ της «Theology» του 2007.
Επιπλέον, η Sinéad O’Connor είχε προβλέψει να αφήσει συγκεκριμένα προσωπικά αντικείμενα στα παιδιά της.
Ο γιος της Shane, ο οποίος αυτοκτόνησε σε ηλικία 17 ετών το 2022, προοριζόταν να κληρονομήσει τα θρησκευτικά άμφιά της. Ο νεότερος γιος της, Yeshua Bonadio, 18 ετών, επρόκειτο να λάβει τη συλλογή με τις κιθάρες της.
Ο John Reynolds, μουσικός παραγωγός και πρώην σύζυγος της Sinéad O’Connor, ορίστηκε ως εκτελεστής της διαθήκης. Η σχέση τους ξεκίνησε με τον γάμο τους το 1987, ο οποίος έληξε το 1991.
Μέχρι στιγμής, οι εκπρόσωποι της οικογένειας της Sinéad O’Connor δεν έχουν προβεί σε σχόλια σχετικά με τη δημοσίευση της διαθήκης από την εφημερίδα The Sun.
Η Sinéad O’Connor υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές και αμφιλεγόμενες μορφές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Με τη φωνή της και την αφοπλιστική ειλικρίνειά της, αμφισβήτησε τις κοινωνικές συμβάσεις, υπερασπίστηκε τα ανθρώπινα δικαιώματα και μίλησε ανοιχτά για τα θέματα της ψυχικής υγείας.
Η διαθήκη της, αποτελεί μία τελευταία έκφραση της πρακτικής και ρεαλιστικής της προσέγγισης στη ζωή και την τέχνη.
Η κληρονομιά της Sinéad O’Connor, ωστόσο, ξεπερνά τα οικονομικά στοιχεία και τις νομικές διατυπώσεις. Είναι η μουσική της, η ειλικρίνειά της και η φύση της να αμφισβητεί τους κανόνες που θα συνεχίσουν να εμπνέουν.
