Οι δηλώσεις των Bob Vylan στο Glastonbury προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις και το δίδυμο απαντά πως το ζήτημα δεν είναι οι ίδιοι, αλλά η σιωπή των κυβερνήσεων απέναντι στις φρικαλεότητες στη Γάζα.
Η εμφάνιση των Bob Vylan στο φετινό φεστιβάλ του Glastonbury πυροδότησε έναν κύκλο έντονων αντιδράσεων και οργής, φέρνοντας για άλλη μία φορά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα.
Κατά τη διάρκεια της συναυλίας τους, ο Bobby Vylan, μέλος του punk rap διδύμου, κάλεσε το πλήθος να φωνάξει μαζί του τα συνθήματα «Λευτεριά, λευτεριά στην Παλαιστίνη» και «Θάνατος, θάνατος στον IDF (Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις)».
Οι συνέπειες ήταν άμεσες. Οι αμερικανικές αρχές ανακάλεσαν τις βίζες του συγκροτήματος λίγο πριν την προγραμματισμένη περιοδεία τους στη Βόρεια Αμερική, οι διοργανωτές του Glastonbury προχώρησαν σε αποκήρυξη των δηλώσεών τους, ενώ η βρετανική αστυνομία ξεκίνησε έρευνα για την εμφάνισή τους.
Στην πρώτη τους επίσημη τοποθέτηση μετά τον σάλο, οι Bob Vylan θέλησαν να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους, χαρακτηρίζοντας την αντίδραση εναντίον τους ως έναν «αντιπερισπασμό από την πραγματική ιστορία».
«Δεν τασσόμαστε υπέρ του θανάτου Εβραίων, Αράβων ή οποιασδήποτε άλλης φυλής ή ομάδας ανθρώπων. Είμαστε υπέρ της διάλυσης μιας βίαιης στρατιωτικής μηχανής», δήλωσε το ντουέτο σε ανάρτησή του στο Instagram.
«Μιας μηχανής της οποίας οι ίδιοι οι στρατιώτες έλαβαν εντολή να χρησιμοποιήσουν “αχρείαστη θανατηφόρα βία” εναντίον αθώων πολιτών που περίμεναν για βοήθεια. Μιας μηχανής που έχει καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της Γάζας. Εμείς, όπως και άλλοι πριν από εμάς που βρέθηκαν στο επίκεντρο, δεν είμαστε η είδηση. Είμαστε ένας αντιπερισπασμός από την είδηση. Και όποιες κυρώσεις κι αν δεχτούμε, θα αποτελούν αντιπερισπασμό», συνέχισαν.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας της Γάζας, όπως αναφέρει το Associated Press, περισσότεροι από 55.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και 127.394 έχουν τραυματιστεί στη Γάζα από τον Οκτώβριο του 2023.
Αυτοί οι αριθμοί, ωστόσο, αποτυπώνουν μόνο μερικώς την πραγματική κλίμακα της καταστροφής, καθώς ένας απροσδιόριστος αριθμός σορών παραμένει απροσπέλαστος για τις τοπικές ιατρικές υπηρεσίες ή θαμμένος κάτω από τα ερείπια.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, στρατιώτες του ισραηλινού στρατού αποκάλυψαν ότι η ηγεσία τούς διέταξε να πυροβολούν άοπλους Παλαιστίνιους σε κέντρα διανομής βοήθειας, υποδεικνύοντας ότι οι δολοφονίες είναι αποτέλεσμα πολιτικών του IDF που στοχεύουν αμάχους, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.
Αυτή είναι η ιστορία στην οποία οι Bob Vylan επιθυμούν να στρέψουν την προσοχή.
«Η κυβέρνηση δεν θέλει να ρωτήσουμε γιατί παραμένει σιωπηλή μπροστά σε αυτή τη φρικαλεότητα; Να ρωτήσουμε γιατί δεν κάνουν περισσότερα για να σταματήσουν τις δολοφονίες; Για να ταΐσουν αυτούς που λιμοκτονούν;», έγραψαν.
«Όσο περισσότερο χρόνο μιλούν για τους Bob Vylan, τόσο λιγότερο χρόνο αφιερώνουν για να λογοδοτήσουν για την εγκληματική τους αδράνεια. Μας στοχοποιούν επειδή μιλάμε. Δεν είμαστε οι πρώτοι. Δεν θα είμαστε οι τελευταίοι», τόνισαν.
Στη δήλωσή τους συνέχισαν: «Σήμερα, πολλοί θα ήθελαν να σας πείσουν ότι ένα punk συγκρότημα είναι η νούμερο ένα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Την περασμένη εβδομάδα ήταν μία ομάδα πίεσης για την Παλαιστίνη, την προηγούμενη εβδομάδα ήταν ένα άλλο συγκρότημα (σ.σ. Kneecap). Και αν νοιάζεστε για την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής και την ελευθερία του λόγου, σας προτρέπουμε να μιλήσετε κι εσείς. Λευτεριά στην Παλαιστίνη».
Η ανακοίνωσή τους αναφερόταν εμμέσως και στα σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης να θέσει εκτός νόμου την οργάνωση Palestine Action, η οποία, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, μάχεται για «τον τερματισμό της παγκόσμιας συμμετοχής στο γενοκτονικό καθεστώς και το απαρτχάιντ του Ισραήλ».
Την 1η Ιουλίου, το Υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου χαρακτήρισε την οργάνωση «επικίνδυνη, τρομοκρατική ομάδα», ανοίγοντας τον δρόμο για την ποινικοποίηση της συμμετοχής σε αυτήν.
Παράλληλα, οι Bob Vylan αναφέρθηκαν και στους Kneecap, το ραπ τρίο από το Μπέλφαστ που βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής για μήνες λόγω της υποστήριξής του στην Παλαιστίνη.
«Πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να χρησιμοποιούμε την πλατφόρμα μας για να αναδεικνύουμε το ζήτημα της Παλαιστίνης, και ήταν σημαντικό για εμάς να μιλήσουμε στο Coachella, καθώς οι ΗΠΑ είναι ο κύριος χρηματοδότης και προμηθευτής όπλων στο Ισραήλ, καθώς αυτό διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα», δήλωσε νωρίτερα φέτος στο Rolling Stone ο Mo Chara, μέλος των Kneecap.
Οι Kneecap συμμετείχαν επίσης στο Glastonbury 2025, παρά τις δηλώσεις του Βρετανού πρωθυπουργού, Keir Starmer, ότι δεν θα ήταν «κατάλληλο» να εμφανιστούν και την άρνηση του BBC να μεταδώσει τη συναυλία τους.
Στο πλευρό των Bob Vylan τάχθηκαν καλλιτέχνες όπως οι Soft Play, οι Lambrini Girls και ο Grandson, τον οποίο επρόκειτο να συνοδεύσει το δίδυμο ως support act στην επερχόμενη περιοδεία του στις ΗΠΑ.
«Οι Bob Vylan συμμετέχουν στο άλμπουμ μου και αυτή η συμμετοχή θα παραμείνει. Αν έχουν την ευκαιρία να έρθουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μας ακολουθήσουν στην περιοδεία “Inertia” όπως είχε προγραμματιστεί», δήλωσε ο Grandson.
«Η λογοκρισία της τέχνης είναι μία τακτική ελέγχου. Κατηγορούν τους καλλιτέχνες και τους ακτιβιστές και όχι εκείνους που ευθύνονται για τις συνθήκες για τις οποίες οργιζόμαστε. Από τη θανατηφόρα σπείρα της εταιρικής απληστίας και της κλιματικής αλλαγής μέχρι τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, η μουσική και οι καλλιτέχνες δεν είναι το πρόβλημα, είμαστε το σύμπτωμα ενός άρρωστου κόσμου», συνέχισε ο Grandson, προσθέτοντας μία προσωπική και αιχμηρή νότα.
«Ως Εβραίος καλλιτέχνης, προσβάλλομαι βαθύτατα από τη σύγχυση της κριτικής εναντίον μιας στρατιωτικής δύναμης, γνωστής για την αδιάκριτη βία της, με τον αντισημιτισμό. Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει κάνει περισσότερα για να επιδεινώσει τον αντισημιτισμό τα τελευταία 2 χρόνια από οποιαδήποτε δήλωση καλλιτεχνών που υποστηρίζουν την παλαιστινιακή ελευθερία και αλληλεγγύη», υποστήριξε.
Η υπόθεση των Bob Vylan αντανακλά τη βαθιά πόλωση της εποχής μας και τοποθετεί τους καλλιτέχνες μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να παραμείνουν σιωπηλοί ή να μιλήσουν, αναλαμβάνοντας το κόστος των λόγων τους.
Η σκηνή, από χώρος καλλιτεχνικής δημιουργίας, μετατρέπεται σε πεδίο ιδεολογικής μάχης, όπου κάθε λέξη μπορεί να γίνει αφορμή για στήριξη ή καταδίκη.
