Από τις μυστικές ηχογραφήσεις του «The Next Day» μέχρι την one-take μαγεία του «Blackstar» – Το «I Can’t Give Everything Away» αποκαλύπτει τις ιστορίες πίσω από τους τελευταίους του δίσκους David Bowie
Η Parlophone Records ανακοίνωσε την κυκλοφορία του «David Bowie I Can’t Give Everything Away (2002-2016)», της έκτης πολυτελούς συλλογής που χαρτογραφεί την καριέρα του David Bowie.
Τα box sets, που θα είναι διαθέσιμα στις 12 Σεπτεμβρίου σε εκδόσεις 12 CD και 18 LP, δανείζονται τον τίτλο τους από το ομώνυμο τραγούδι που κλείνει το «Blackstar», το τελευταίο άλμπουμ του David Bowie, και προσφέρουν μία μοναδική ματιά στην τελευταία, άκρως δημιουργική περίοδο της ζωής του.
Οι συλλογές περιλαμβάνουν νέες remastered εκδόσεις των άλμπουμ της περιόδου, με την πολύτιμη συμβολή του μακροχρόνιου παραγωγού και φίλου του Bowie, Tony Visconti.
Η αρχή αυτής της τελευταίας συνεργασίας έγινε με το «Heathen» του 2002, τον πρώτο δίσκο που δούλεψαν μαζί μετά από 22 χρόνια. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε ένα στούντιο στη Νέα Υόρκη, θυμίζοντας στον Visconti τις μέρες τους στο Βερολίνο τη δεκαετία του ’70.
«Δεν υπήρχε control room. Η κονσόλα ήταν στη μία άκρη του στούντιο και η μπάντα στην άλλη. Η ακουστική ήταν πολύ ζωντανή, και από την εμπειρία μου φτιάχνοντας το “Heroes” στα Hansa Studios του Βερολίνου, ήθελα να κάνω αυτές τις ακουστικές να δουλέψουν για εμάς», περιγράφει.
Για το «Reality» που ακολούθησε το 2003, ο Tony Visconti θυμάται: «Ο David είπε ότι ήθελε να γράψει για τη νέα του μπάντα περιοδείας, η οποία θα ηχογραφούσε και το άλμπουμ», δίνοντας στον δίσκο έναν πιο «thrusty» (εκρηκτικό) ήχο, όπως τον είχε χαρακτηρίσει τότε ο ίδιος ο Bowie.
Αυτή η μπάντα βγήκε στον δρόμο για την περιοδεία «A Reality TOUR», μία από τις πιο αγαπημένες της καριέρας του David Bowie, η οποία αποτυπώνεται εδώ για πρώτη φορά με τη σωστή σειρά των τραγουδιών, όπως παίχτηκαν στις συναυλίες του Δουβλίνου.
Μετά από μία δεκαετή απουσία, η απροσδόκητη επιστροφή με το «The Next Day» έγινε κάτω από άκρα μυστικότητα.
Ο Visconti αποκαλύπτει την ένταση εκείνης της εποχής: «Ορκιστήκαμε να μην πούμε σε ψυχή ότι ο David κι εμείς φτιάχναμε νέο άλμπουμ – ούτε καν στους συντρόφους μας. Ο διπλός του σκοπός ήταν να γράψει και να δημιουργήσει χωρίς πίεση από τον έξω κόσμο, αλλά και να προκαλέσει απόλυτη έκπληξη με την κυκλοφορία του.»
«Όλα πήγαν τέλεια, εκτός από μερικές φορές που τον είδαν να πηγαινοέρχεται στο στούντιο The Magic Shop στο Μανχάταν, προκαλώντας απορίες. Ένας θαυμαστής με σταμάτησε μία φορά και με ρώτησε, “Ο David Bowie ηχογραφεί νέο άλμπουμ;”. Είπα, “Απολύτως όχι!”», περιγράφει.
«Αργότερα, όταν είχαμε τις πρώτες μίξεις, περπατούσα στο Μανχάταν με ένα τεράστιο χαμόγελο. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει ότι άκουγα στα ακουστικά μου νέα τραγούδια του Bowie», προσθέτει.
Το αριστουργηματικό φινάλε γράφτηκε με το «Blackstar». Ο David Bowie και ο Tony Visconti είδαν ζωντανά το jazz κουαρτέτο του Donny McCaslin και η απόφαση πάρθηκε αμέσως.
«Ο David μου είπε ότι αυτή η μπάντα, με τον Mark Guiliana στα ντραμς, τον Tim Lefebvre στο μπάσο και τον Jason Lindner στα πλήκτρα, θα είναι η μπάντα για την ηχογράφηση του “Blackstar”», λέει ο Visconti.
Η διαδικασία ήταν ταχύτατη, χάρη στη δεξιοτεχνία των μουσικών.
Ο παραγωγός θυμάται: «Το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ ήταν το “’Tis a Pity She Was a Whore”. Με δύο πρόβες, ήμασταν έτοιμοι. Η πρώτη λήψη ήταν τέλεια. Είπαμε στον Donny ότι ήταν φανταστική. Μας ευχαρίστησε και ρώτησε: “Ποιο είναι το επόμενο τραγούδι;”. Ξέχασα ότι οι μουσικοί της jazz είναι ειδικοί της μιας λήψης. Αυτό δεν είναι φυσιολογικό για όσους φτιάχνουν rock και pop μουσική.»
Το box set περιλαμβάνει επίσης το EP «No Plan» του 2017, με τα τραγούδια που γράφτηκαν για τη θεατρική παράσταση «Lazarus», καθώς και δύο αποκλειστικές κυκλοφορίες: τη ζωντανή ηχογράφηση από το Montreux Jazz Festival του 2002, όπου ο Bowie έπαιξε σχεδόν ολόκληρο το θρυλικό του άλμπουμ «Low», και τη συλλογή «Re:Call 6» με 41 σπάνια κομμάτια, B-sides και soundtracks.
Τη συλλογή συνοδεύει ένα πολυτελές βιβλίο 128 σελίδων (στην έκδοση CD) με αδημοσίευτες σημειώσεις, σχέδια και χειρόγραφους στίχους του David Bowie, σπάνιες φωτογραφίες, καθώς και τεχνικές σημειώσεις από τον Tony Visconti και τον σχεδιαστή Jonathan Barnbrook, προσφέροντας μία ολοκληρωμένη ματιά στον κόσμο του.
Αυτή η κυκλοφορία είναι ένα ημερολόγιο, ένα βαθιά προσωπικό πορτρέτο της τελευταίας δημιουργικής πνοής ενός καλλιτέχνη που δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται.
Μέσα από τα μάτια του πιο έμπιστου συνεργάτη του, το «I Can’t Give Everything Away» γίνεται η απόλυτη μαρτυρία της ιδιοφυΐας, της μυστικότητας και της καλλιτεχνικής τόλμης με την οποία ο David Bowie ενορχήστρωσε το δικό του, αθάνατο αντίο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τα περιεχόμενα του «I Can’t Give Everything Away (2002 – 2016)»
01. Sunday (2025 Remaster)
02. Cactus (2025 Remaster)
03. Slip Away (2025 Remaster)
04. Slow Burn (2025 Remaster)
05. Afraid (2025 Remaster)
06. I’ve Been Waiting for You (2025 Remaster)
07, I Would Be Your Slave (2025 Remaster)
08. I Took a Trip on a Gemini Spaceship (2025 Remaster)
09. 5:15 the Angels Have Gone (2025 Remaster)
10. Everyone Says ‘Hi’ (2025 Remaster)
11. A Better Future (2025 Remaster)
12. Heathen (The Rays) (2025 Remaster)
