Από τη σκηνή, η αιώνια επαναστάτρια των Garbage εξαπολύει μύδρους κατά του Spotify και της Ticketmaster, προειδοποιώντας ότι το σημερινό οικονομικό μοντέλο καταδικάζει τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών και αφήνει το κοινό χωρίς αντισυμβατικούς ήρωες.
Η Shirley Manson δεν ήταν ποτέ από εκείνες που μασούν τα λόγια τους. Εδώ και τρεις δεκαετίες, η φωνή των Garbage αποτελεί έναν φάρο αιχμηρής ειλικρίνειας σε μία βιομηχανία που συχνά προτιμά τη σιωπή της συναίνεσης.
Στην περιοδεία του συγκροτήματος στη Βόρεια Αμερική, με τον ειρωνικό τίτλο «Happy Endings», η Manson δεν περιορίζεται απλώς στο να τραγουδά. Κάθε βράδυ, μετατρέπει τη σκηνή σε βήμα, εξαπολύοντας μία οργισμένη, μεθοδική επίθεση εναντίον του οικονομικού μοντέλου που, όπως υποστηρίζει, στραγγαλίζει τη δημιουργικότητα και καταδικάζει τη συντριπτική πλειονότητα των μουσικών σε έναν αγώνα επιβίωσης.
Η πρόσφατη απόφαση του συγκροτήματος να κηρύξει, ουσιαστικά, το τέλος των μεγάλων περιοδειών σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ, δεν ήταν μία παρορμητική κίνηση, αλλά το αποτέλεσμα μιας σκληρής πραγματικότητας.
Όπως εξήγησε η ίδια σε συναυλία στην Ουάσιγκτον, «ως συγκρότημα αποφασίσαμε ότι, λόγω βασικά των οικονομικών της μουσικής βιομηχανίας, πρέπει να περιορίσουμε τις επιχειρήσεις μας για headline περιοδείες. Λόγω της κλοπής της δισκογραφικής βιομηχανίας, οι περιοδείες έχουν γίνει πολύ, πολύ δύσκολες».
Σε μία πιο πρόσφατη εμφάνισή τους στο Ντένβερ, έγινε ακόμα πιο συγκεκριμένη: «Έχει καταστεί εντελώς μη βιώσιμο για ένα συγκρότημα όπως εμείς να έρθει σε περιοδεία οπουδήποτε, εκτός από τις ακτές».
Στον λόγο της, η Shirley Manson απογυμνώνει την ψευδαίσθηση μιας λαμπερής μουσικής βιομηχανίας. Αναγνωρίζει ότι η εικόνα που κυριαρχεί είναι αυτή των δισεκατομμυριούχων pop stars, των πλούσιων και διάσημων που μοιάζουν άτρωτοι.
«Και είναι δύσκολο να το συλλάβεις, έτσι δεν είναι;», ρωτά ρητορικά το κοινό της. «Αλλά το πρόβλημα είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής βιομηχανίας δεν αποτελείται από αυτούς τους μεγάλους αστέρες της ποπ. Αποτελείται από μουσικούς που δουλεύουν».
Αυτή η κραυγή, επιμένει, δεν είναι μία πράξη αυτολύπησης. «Είχαμε μία ένδοξη καριέρα 30 ετών, και πραγματικά δεν έχουμε κανένα παράπονο», ξεκαθαρίζει. «Αυτό δεν είναι ένα πάρτι αυτολύπησης για εμάς. Είναι ένα σήμα κινδύνου για όλες τις νεότερες γενιές μουσικών που ακολουθούν και για τους οποίους νιώθουμε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε, επειδή κανείς δεν μιλάει για εκείνους.»
Η απογοήτευσή της γίνεται απτή όταν μιλά για την απουσία οποιουδήποτε δικτύου προστασίας: «Δεν υπάρχει κάποιος κυβερνητικός φορέας. Δεν υπάρχει καμία γαμημένη πραγματική και αποτελεσματική ένωση μουσικών που να μάχεται για να πληρώνονται οι νεαροί μουσικοί».
Η Manson δεν αρκείται σε γενικότητες. Στοχοποιεί ονομαστικά τους ενόχους αυτού του συστήματος. Το Spotify, όπου, όπως λέει, «ο μέσος μουσικός βγάζει 12 δολάρια τον μήνα». Την Ticketmaster, τις δισκογραφικές, τις εταιρείες merchandising, τους λογιστές και τους δικηγόρους. Δημιουργεί την εικόνα μιας αλυσίδας όπου ο δημιουργός, η πηγή όλου του πλούτου, βρίσκεται στο τέλος, εξαθλιωμένος.
«Κοιμούνται στα βαν τους, κάνουν πολλές δουλειές, και βγάζουν τα μάτια τους παίζοντας κάθε βράδυ», περιγράφει. «Το γεγονός ότι δεν μπορούν ούτε καν να πουλήσουν έναν δίσκο και τους τον αρπάζουν πλούσιοι μ*** σε πλατφόρμες streaming που πληρώνονται πλουσιοπάροχα… η λίστα συνεχίζεται ατέλειωτα. Όλοι αυτοί πληρώνονται, εκτός από τον μουσικό».
Το τελικό της επιχείρημα, ωστόσο, δεν απευθύνεται στη βιομηχανία, αλλά στο ίδιο το κοινό. Η προειδοποίησή της είναι δυστοπική και απολύτως ξεκάθαρη. Η συνέπεια αυτής της οικονομικής ασφυξίας, υποστηρίζει, θα είναι ένας πολιτισμικός αφανισμός.
«Εσείς είστε αυτοί που θα χάσουν γενιές εσωτερικών, ριψοκίνδυνων, δημιουργικών, περιπετειωδών παραδόξων, επαναστατών, ταραξιών και προβοκατόρων», βροντοφωνάζει. Το αποτέλεσμα; «Θα πάρετε γ*** μουσική που είναι ανιαρή, προβλέψιμη, συμβατική και εμπορευματοποιημένη. Τέλος».
Ο πύρινος λόγος της Shirley Manson αποτελεί μία ψύχραιμη διάγνωση μιας βαθιάς, συστημικής παθογένειας που απειλεί να μετατρέψει την τέχνη σε ένα ομογενοποιημένο, βιομηχανικό προϊόν. Η οργή της δεν είναι απλώς για τα χαμένα έσοδα, αλλά για έναν κόσμο που κινδυνεύει να χάσει τους αντισυμβατικούς ήρωες του, τις αταίριαστες φωνές και τους «ταραχοποιούς» που πάντα ωθούσαν τον πολιτισμό προς τα εμπρός.
Η προειδοποίησή της είναι σαφής: αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, η μουσική του μέλλοντος κινδυνεύει να είναι απλώς ο άδειος, προβλέψιμος ήχος μιας μηχανής που παράγει κέρδος, έχοντας ξεχάσει την ψυχή της.
